Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο: Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014)

 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ 

Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε 

(Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014)

 

«ἡ θεολογικὴ διδασκαλία δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίζεται ξέχωρα ἀπὸ τὴν προσευχή. Ἡ γνωριμία μὲ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστης εἶναι ἀτελέσφορη, ἂν δὲν συνοδεύεται ἀπὸ τὴν προσευχητικὴ ἀναφορὰ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ Πρόσωπο, ποὺ καλεῖται καὶ θέλει νὰ γνωρίσει. ‘Ἡ προσευχὴ εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴ διδασκαλία καὶ ἡ διδασκαλία εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ | τὴν προσευχή’, διδάσκει ὁ π. Δημήτριος»[1]

«’κοινωνῶ’ καρδιὰ μὲ καρδιά, τὸ εἶναι μου μὲ τὸ εἶναι τοῦ ἄλλου, ἀλληλοπεριχωρούμαστε, ἐμπιστευόμαστε καὶ κατανοοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον – φέρουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας καὶ φερόμαστε ἀπὸ Αὐτόν, φέρουμε τὸ ἀγαπώμενο πρόσωπο μέσα καὶ φερόμαστε ἀπὸ αὐτό»[2].

«κανένα γραπτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσει τέλεια τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ ἀνθρώπου, τὸν τόνο του, τὸν ἀργὸ ρυθμὸ καὶ τὴ γλυκύτητα τοῦ λόγου του»[3].

«Ὁ πατὴρ Δημήτριος ἦταν γνήσιος ἐκπρόσωπος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἰδιαιτέρως ὅμως τῆς Ρουμάνικης Ὀρθοδοξίας: διέθετε μιὰ πνευματικότητα προσιτὴ στὸν κόσμο, τρεφόταν ἀπὸ τὴ Λειτουργία, τρεφόταν ἀπὸ τὴν ἀγροτικὴ ζωή, ἄφηνε ἀρκετὰ μεγάλο περιθώριο γιὰ στοχασμὸ καὶ ἦταν πάνω ἀπ’ ὅλα εὐαίσθητος ἀπὸ κάθε ἄποψη γιὰ τὸν ἄνθρωπο»[4].

«χωρὶς τὴ χάρη, ἡ εὐαισθησία ποὺ ἔχουμε στὴ θλίψη ἢ στὴ χαρὰ γίνεται καμιὰ φορὰ ἀνυπόφορη … Ἡ χάρις ὅμως ποὺ εἶναι φιλανθρωπία – θεία ἀγάπη – μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ χειριστοῦμε τὴν εὐαισθησία μας»[5].

«ὁ ἄνθρωπος δὲν αὐξάνει παρὰ μόνο ἂν εἰσέλθει στὴ ζωὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ»[6].

«Σκεπτόταν πολὺ καὶ μιλοῦσε λίγο. Ὁ λόγος του ἦταν πάντα ἀποφθεγματικὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ τὸν ἐκτιμοῦσαν ἰδιαίτερα γιὰ τὴ φρόνησή του [ὁ πατέρας τοῦ π. Δημητρίου]»[7].

«Ἡ καρδιὰ ποὺ τελικὰ φθάνει νὰ γνωρίσει κάτι, ἔχει πρῶτα πληγωθεῖ ἀπὸ τὴν ὡραιότητά του καὶ μετὰ ἑλκύεται ἀπὸ μιὰ ἀκατάσχετη ἐπιθυμία νὰ ἑνωθεῖ μὲ αὐτὴν τὴν ὡραιότητα – καλοσύνη, ἡ ὁποία τὴν ἄγγιξε»[8].

«ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν ἁγίων εἶναι ἡ ‘ἐξαιρετικὴ λεπτότητα’»[9].

«Ὁ ‘κόσμος’ δὲν ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὰ θρησκευτικὰ τοῦ σχολείου ἢ ἀπὸ τὸν Χριστιανισμὸ τῆς Κυριακῆς. Τὸ οὐσιαστικὰ ἀνατρεπτικὸ εἶναι ἡ μυστικὴ χριστιανικὴ ἐμπειρία»[10].

«ὅλα τὰ δόγματα ἀπαντοῦν στὶς ἐνδόμυχες προσδοκίες τοῦ ἀνθρώπου»[11].

«Ὅταν τὸ σῶμα διαλύεται, παραμένουν λανθάνουσες μέσα στὴν ψυχὴ ὄχι μόνον οἱ ρίζες τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ ὅλα ὅσα τὸ σῶμα ἔχει πραγματοποιήσει, αἰσθανθεῖ, ἐργαστεῖ»[12].

«Ἡ παρακαταθήκη τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν εἶναι τόσο μιὰ παρακαταθήκη δογματικὴ ὅσο μιὰ παρακαταθήκη τρόπου ζωῆς»[13].

«Πιστεύω ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δημιουργεῖ μέσα μας μιὰ πολὺ ζωντανὴ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Δὲν χρειαζόμαστε μιὰ ἀόριστη φιλοσοφία, μιὰ θεολογία ποὺ νὰ ἐρευνᾶ σχολαστικὰ τὸν Θεὸ ὡς φιλοσοφικὴ ἔννοια. Ὀφείλουμε νὰ ζοῦμε ἐν Χριστῷ καὶ νὰ ζοῦμε τὴν ἐν Χριστῷ σχέση μας μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα ὑπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Θὰ νιώθουμε τότε ὅπως ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους ἀναπαύεται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο ταυτόχρονα ἀναπαύεται καὶ στὸν Υἱό. Γνωρίζουμε ὅτι δεχόμαστε συνεχῶς τὸ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διὰ τῶν εὐχῶν τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦ δώρου αὐτοῦ ἐπενεργοῦν μέσα μας οἱ ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνέργειες ἄκτιστες ὅπως τὶς ὀνομάζουν ὁρισμένοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας»[14].

«Ὁ Θεὸς μᾶς ἀξιώνει μιᾶς ἰσχυρῆς προσευχῆς: Ἡ κοινὴ καὶ ἡ προσωπική μας προσευχὴ μᾶς βοηθοῦν νὰ γινόμαστε ὅλο καὶ πιὸ εὐαίσθητοι στὴν παρουσία Του, εὐαισθητοποιοῦν ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, μᾶς κάνουν φωτεινούς, ἱκανοὺς νὰ φωτίζουμε· μᾶς κάνουν ὅλους φῶς ποὺ ἀνάβει ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ, ἱκανοὺς νὰ κοινωνοῦμε μεταξύ μας μέσα στὸ φῶς αὐτό, νὰ γινόμαστε φωτοφόροι»[15].

«Θέωση εἶναι νὰ εἶσαι Θεὸς διὰ μετοχῆς, νὰ ὁμοιάζεις μὲ τὸν Θεό, νὰ εἶσαι γεμάτος καλοσύνη, ταπείνωση, νὰ μπορεῖς νὰ δίνεσαι ἀναλαμβάνοντας τὴν εὐθύνη ποὺ ὁ Θεὸς ἀνέλαβε γιὰ μᾶς διὰ τοῦ Χριστοῦ»[16].

«Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος ὑποφέρει γιὰ ὅλα τὰ βάσανα ποὺ ὑπάρχουν στὴ γῆ, σὲ ὅλο τὸν | κόσμο. Θέλει νὰ πονέσει ὁ ἴδιος ἀντὶ γι’ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς ἀνεβάσει ὅλους σ’ ἕνα ἄλλο φυσικὸ καὶ πνευματικὸ ἐπίπεδο, νὰ τοὺς ἀνυψώσει ἀπὸ κάθε ἄποψη»[17].

«Ὁ ἱερέας ἔχει μεγάλη κοινωνικὴ εὐθύνη: εἶναι αὐτὸς ποὺ δυναμώνει τὶς σχέσεις κοινωνίας μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων διὰ μέσου τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἀλληλεγγύης, αὐτὸς ποὺ ἐνεργοποιεῖ τὴ χριστιανικὴ ζωή, προσφέροντας καὶ τὴ δική του πρωτοβουλία, ὄχι μόνο μέσα στὴ Λειτουργία, ὅταν προτείνει μιὰ τέτοια προσευχή, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ καθετὶ ποὺ ἀφορᾶ τὸ πλησίασμα τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μεταξύ τους»[18].

«ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀκτινοβολεῖ πρὸς ἐμᾶς διὰ τῆς ἀγάπης τῶν ἁγίων. Διὰ τῆς ἀγάπης δημιουργεῖται μιὰ ἕνωση μεταξὺ τῶν ἁγίων καὶ ἡμῶν καὶ ἐκεῖ εἶναι παρὼν καὶ ὁ Θεός, σύμφωνα μὲ τὴ δική Του διαβεβαίωση. Οἱ ἅγιοι δὲν εἶναι ἀπολύτως χωρισμένοι ἀπὸ μᾶς. Ὑπάρχει ἐπικοινωνία ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους καὶ σ’ ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε ἀκόμη στὴ γῆ. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἔλθει μὲ ὅλη Του τὴ δόξα, οἱ ἅγιοι θὰ εἶναι γύρω Του, ἱκετεύοντας ὑπὲρ ἡμῶν Ἐκεῖνον ποὺ θὰ κρίνει τὸν κόσμο»[19].

«Ἀπὸ τὶς συζητήσεις αὐτὲς προκύπτει τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ὡς πρόσωπο ζωντανό, ἀγαθό, γεμάτο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ προβλήματα τοῦ κάθε ἀνθρώπου σὲ κάθε στιγμὴ τοῦ βίου του»[20].

«Ὁ χριστιανὸς ποὺ προσεύχεται καὶ βοηθᾶ τοὺς ἄλλους γνωρίζει τὸν Θεὸ βαθύτερα ἀπὸ τὸν θεωρητικὸ θεολόγο, διότι ὁ Θεὸς γίνεται διαφανὴς στὴ συνείδηση μέσω τῆς προσευχῆς καὶ μέσω τῆς βοήθειας ποὺ δίνουμε στὸν διπλανό μας. Ὁ ἀληθινὸς θεολόγος λοιπὸν ὀφείλει νὰ εἶναι ἄνθρωπος προσευχῆς καὶ ἀγαπητικῆς δράσης»[21].

«Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος εἶπε ὅτι ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν ἦταν Πατέρας ποὺ ἔχει ἕναν Υἱό, ὁ κόσμος δὲν θὰ εἶχε κανένα νόημα· ὁ Θεὸς δὲν θὰ εἶχε κανένα κίνητρο νὰ δημιουργήσει τὸν κόσμο. Τὸν δημιούργησε γιὰ νὰ ἐπεκτείνει τὴν πατρική Του ἀγάπη καὶ σὲ ἄλλους υἱούς. Ἔτσι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του φανερώνει μὲ τὸν πιὸ ἔντονο τρόπο αὐτὴ τὴν πατρικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς γιὰ τοὺς κτιστοὺς γιούς Του, καθὼς ἐπιβεβαίωσε τὴν αἰώνια ἀγάπη ἀνάμεσα σ’ Αὐτὸν καὶ σ’ ἐκείνους»[22].

«Ἀληθινὴ ἀγάπη ἀνάμεσά | μας δὲν μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ μέσα ἀπὸ νόμους, ἀλλὰ μόνο διὰ τῆς δυνάμεως τῆς Τριάδος, ποὺ ἐνεργεῖ μέσα μας διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[23].

«Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος λέει ὅτι τὸ καλύτερο ἄρωμα εἶναι ἐκεῖνο τοῦ ἱδρώτα ποὺ χύνουμε ἐργαζόμενοι γιὰ τοὺς ἄλλους»[24].

«Μόνο ὁ δυνατὸς εἶναι ἀρκετὰ δυνατὸς ὥστε νὰ φανεῖ πιὸ ἀδύναμος καὶ ἀπὸ τὸν ἀδύναμο. Μόνο ὁ δυνατὸς μπορεῖ νὰ ὑπηρετήσει τὸν ἀδύναμο σὰν νὰ εἶναι πιὸ ἀδύναμος ἀπὸ ἐκεῖνον. Πρέπει νὰ εἶσαι πολὺ ἀνώτερος, πολὺ ἐλεύθερος, γιὰ νὰ μπεῖς ἀποκάτω ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ νὰ τὸν πάρεις ἐπάνω σου»[25].

«Ἡ πίστη δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν δόγμα, ἀλλὰ πράξη ἢ μᾶλλον δόγμα ποὺ φανερώνει τὸ νόημα καὶ τὴ δύναμή του στὴν πράξη»[26].

«Δὲν γνωρίζουμε τὸν Θεὸ παρὰ ὡς Θεὸ στραμμένο πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τὸν γνωρίζουμε μόνο στὸν βαθμὸ ποὺ συνδεόμαστε μαζί Του»[27].

«Ἁγιότητα εἶναι ἡ φανέρωση τῆς θέωσης τοῦ ἀνθρώπου»[28].

«Οἱ ἅγιοι φανερώνουν στὴ ζωή τους τὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Εὐλογοῦν μέσα τους τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς προσευχῆς καὶ κατόπιν Τὸ φανερώνουν, μὲ τρόπο διαυγὴ διὰ τῆς συμπεριφορᾶς τους»[29].

«Τρεῖς εἶναι οἱ πτυχὲς αὐτῆς τῆς τιμῆς ποὺ τοὺς ἀποδίδουμε: εἴμαστε εὐγνώμονες γιὰ ὅ,τι μᾶς μετέδωσαν, γιὰ τὴν κατάσταση τῆς θέωσης στὴν ὁποία ἔφθασαν καὶ γιὰ τὶς προσευχές τους ὑπὲρ ἡμῶν»[30].

«Πιστεύουμε ὅτι μέσω τοῦ ἰδίου τοῦ ἀνθρώπου, οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ διαποτίζουν τὸν κόσμο. Διὰ τοῦ ἀνθρώπου ἁγιάζεται ὁ κόσμος, τὸ σύμπαν, ὅλα τὰ στοιχεῖα του»[31].

«Δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις κοινωνικὴ δράση χωρὶς Θεὸ - χωρὶς τὴ συνείδηση ὅτι σὲ συντροφεύει ὁ Θεός»[32].

«Ἡ ἀγάπη μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπόλυτα μεγαλόψυχη, μόνο ὅταν ἡ ἀγάπη μεταξὺ δύο στρέφεται πρὸς ἕνα τρίτον»[33].

«Ἡ τριαδικὴ ἐμπειρία εἶναι ἐμπειρία καθημερινή. Ἔχει τὴν πηγή της στὸν Θεὸ-Πατέρα, τὴ φανέρωσή της στὸν Θεὸ-Υἱὸ καὶ τὴν κοινωνία της στὸν Θεὸ-Πνεῦμα. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος κατὰ τὴν εἰκόνα τῆς ἁγίας Τριάδος. Εἶναι ἕνα ‘ἐγώ-ἐσύ-αὐτός’, ἕνα ὂν ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὰ πλάσματά Του»[34].

«Ἡ ἀποκάλυψη τῆς πατρότητος τοῦ Θεοῦ βρίσκεται στὴν καρδιὰ τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιὰ νὰ καταστήσει γνωστὸ στοὺς ἀνθρώπους ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας: νὰ μάθουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι ἔχουν ἕναν τέτοιον Πατέρα … Νὰ τοὺς δείξει τὸν Πατέρα»[35].

«Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν γνωρίζουν ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας»[36].

«Ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ὁ Χριστὸς πάσχει κυρίως γι’ αὐτό: ἀπορρίπτοντάς Τον οἱ ἄνθρωποι, ἀπορρίπτουν τὸν Πατέρα, ἀπορρίπτουν τὴν πρόταση ποὺ τοὺς κάνει νὰ | εἶναι υἱοὶ ἑνὸς τέτοιου πατρός»[37].

«Ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ γιὰ μᾶς, τὴν ὁποία μαρτυρεῖ μὲ τὸν πιὸ ἀποφασιστικὸ τρόπο ὁ Ἐσταυρωμένος Υἱός, εἶναι μιὰ ἀγάπη χωρὶς ἴχνος κυριαρχίας ἢ κτητικότητας. Μόνο μιὰ τέτοια ἀγάπη μπορεῖ νὰ ἀγγίξει τὴν πέτρινη καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου»[38].

«ὁ ἄλλος ὑπάρχει μέσα μου διὰ τῆς εὐθύνης ποὺ μοῦ ἐπιβάλλει ἡ παρουσία του»[39].

«Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴ σφραγίδα τῆς εὐθύνης δεδομένη μέσα του»[40].

«Ὁ Θεὸς φανερώνεται μέσα στὴν ἀλήθεια ὅτι ὀφείλω νὰ διακονῶ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀλήθεια ὅτι ἔχω ἀνάγκη τῶν ἄλλων, ὅτι δὲν μπορῶ τίποτε χωρὶς αὐτούς»[41].

«ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας λαὸς διακόνων, ἕνας λαὸς ὑπεύθυνος μέσα στὴν ἱστορία»[42].

«Τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ ὡς μυστήριο μιᾶς ἀγάπης ποὺ εἶναι ἐλάχιστα αἰσθητὴ ἢ καὶ ποὺ ἀπορρίπτεται· ἀλλὰ μέσα σ’ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν ἀπόρριψη ἡ ἀγάπη ἐπαληθεύεται ἀκόμη περισσότερο, ἐπειδὴ εἶναι δωρεὰν καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀπόλυτη. Γιατὶ τὸ πάσχον Ὑποκείμενο κουβαλᾶ μιὰ ὀδύνη, σημεῖο καὶ αὐτὴ τοῦ μεγαλείου τῆς ἀγάπης Του. Πῶς νὰ ξέρουμε ἂν ἀγαπᾶμε ἀληθινὰ κάποιον | ἂν δὲν ἔχουμε πονέσει γιὰ χάρη του; Ἂν δὲν ἔχω ὑποφέρει γιὰ σένα, πῶς νὰ τολμήσω νὰ πῶ ὅτι σὲ ἀγαπῶ; Ἡ ὀδύνη μου εἶναι ταυτόχρονα καὶ χαρά, ἐπειδὴ δι’ αὐτῆς φανερώνεται τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης. Εἶναι ἡ ‘θλίψη ποὺ ἀπεργάζεται τὴ χαρά’ (Ἅγιος Ἰωάννης Σιναΐτης, Κλῖμαξ, 7η βαθμίδα)»[43].

«Δίνομαι ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλομαι: νὰ τί σημαίνει διακονία. Βοηθῶ τοὺς ἀνθρώπους, προσεύχομαι γι’ αὐτούς, σώζω τὴ ζωή τους, χωρὶς νὰ καθυποτάσσω τὴν ἐλευθερία τους, χωρὶς νὰ τὴ ματαιώνω: νὰ τί σημαίνει εὐθύνη. Διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπτυχθεῖ, ἂν δὲν εἶναι ἐλεύθερος»[44].

«Οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἄμεσοι διά|δοχοί τους, κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες, κέρδισαν τόσο κόσμο! Ἐμεῖς σήμερα, δὲν κερδίζουμε γιὰ τὸν Χριστὸ παρὰ ἕναν ἐδῶ κι ἕναν ἐκεῖ!»[45].

«Ἀγαπῶ κάποιον σημαίνει προφητεύω γι’ αὐτόν, τὸν βλέπω στὴ μέλλουσα τελειότητά του, στὴν ἀπαρτίωσή του»[46].

«Δὲν χρειάζεται νὰ λέμε ὅτι ζοῦμε διαφορετικά, ἀλλὰ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι ὁρατὸ χωρὶς νὰ τὸ προβάλλουμε πρὸς ἐντυπωσιασμό»[47].

«Ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο εἶναι τὸ θεῖο πρόσωπο ποὺ εἶναι μέσα μας περισσότερο ἀπ’ ὅσο μποροῦμε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε»[48].

«Χωρὶς τὸ Πνεῦμα ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ γίνει κανεὶς ἕνας θεολόγος τῆς λογικῆς, ἕνας λογικοκρατούμενος πιστός. Ἂν μιλᾶμε γιὰ τὸν Θεὸ ἔξω ἀπὸ τὸν Θεό, τότε ἀντικειμενοποιοῦμε. Χωρὶς τὸ Πνεῦμα δὲν νιώθω τὴ θερμότητα, δὲν συγκινοῦμαι, δὲν ἐνθουσιάζομαι, δὲν νιώθω ζωντανὸς ἐν Θεῷ»[49].

«Θεραπεῖες μποροῦν νὰ ἐπιτελέσουν ἀκόμη καὶ οἱ δαίμονες. Μόνο ποὺ δὲν τὶς ἐπιτελοῦν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὶς κάνουν χωρὶς φιλανθρωπία. Ἀπὸ αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ ὅτι δὲν πρόκειται πλέον γιὰ ἔργο ἐμπνεόμενο ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Πατρός: παντελὴς ἀπουσία ἀγάπης»[50].

«Ἐκεῖνος ποὺ μιλᾶ χωρὶς ἐμπειρία, μπορεῖ νὰ πεῖ κάτι συστηματοποιημένο καὶ σαφές, τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν ἀνταποκρίνεται καθόλου στὴν πραγματικότητα. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει τὸ βίωμα τῆς πίστεως»[51].

«Ὁ ρόλος τοῦ Πνεύματος εἶναι νὰ ὁδηγεῖ στὴν τελειότητα τὴ φυσικὴ πραγματικότητα … Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς συμβαδίζει μὲ αὐτὸ τὸ δόγμα ὅταν λέει ὅτι ὅλα τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐνισχύουν τὰ φυσικὰ χαρίσματα, τὰ συμπληρώνουν, τὰ φέρνουν σὲ ἐπίπεδο ποὺ ὑπερβαίνει τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες»[52].

«Ἡ κτίση δὲν ἔχει ἀπαρτιωθεῖ ἀκόμη· εἶναι κεκλημένη γιὰ τὴν τελειότητα καὶ ἐδῶ βλέπουμε τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[53].

«Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ λέει ὅτι ἀκόμη καὶ στὸν χειρότερο ἄνθρωπο ἡ χάρις δὲν ἀποσύρεται ποτέ. Ἡ ἀνθρωπιὰ δὲν ἀφήνεται νὰ σβήσει ποτὲ ἐντελῶς. Ὁ ἄνθρωπος παραμένει πάντοτε ἄνθρωπος. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ παραμένει, ἔστω καὶ παραμορφωμένη, ἔστω καὶ παραχαραγμένη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπάρχει πάντα ἡ δυνατότητα τῆς ἐπιστροφῆς· τὸ περίγραμμα τῆς ὀμορφιᾶς μπορεῖ νὰ καθαρίσει. Μπορεῖ νὰ μὴν τὸ ὑποψιαζόμαστε κἄν, ἀλλὰ ὑπάρχει γιὰ κάθε ἀνθρώπινο πλάσμα ἡ δυνατότητα νὰ μεταστραφεῖ καὶ νὰ ξαναβρεῖ τὴν ἀρχική του ὡραιότητα»[54].

«Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ μεγάλος μυστικὸς θεολόγος τοῦ 14ου αἰώνα, λέει ὅτι ὑπάρχει κοινὴ ἀγαλλίαση τοῦ Λόγου καὶ τοῦ Πατρὸς χάρη στὸ Πνεῦμα»[55].

«Ἡ ὀνομασία ‘Παράκλητος’ σημαίνει πὼς δὲν εἶναι ποτὲ κανεὶς μόνος, ἀποκλεισμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα»[56].

«Στὸν βαθμὸ ποὺ ἀποκτοῦμε τὸ Πνεῦμα, ἀφήνουμε νὰ διαφαίνεται μέσα μας ὁ Θεός. Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη ἔχει κληθεῖ νὰ γίνει ‘θεοφανής’, διαπερατὴ ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς»[57].

«Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέει ὅτι, στὸν μέλλοντα κόσμο, οἱ σχέσεις μεταξὺ τοῦ αἰσθητοῦ καὶ τοῦ νοητοῦ θὰ ἀντιστραφοῦν: ὅπως τώρα βλέπουμε τὴν ψυχὴ διὰ τοῦ σώματος, τότε θὰ βλέπουμε τὸ σῶμα διὰ τῆς ψυχῆς, διὰ τοῦ νοός. Θὰ ἀτενίζουμε τὸ σῶμα διὰ τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου καὶ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ θὰ πληροῖ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου»[58].

«Μιὰ σοβαρὴ μορφὴ ἐγωισμοῦ καὶ ὑπεροψίας εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἀναγνωρίζουμε τὰ λάθη μας. Ὁ Χριστὸς τὰ σήκωσε ὅλα καὶ ἔδωσε τὴ ζωή Του γι’ αὐτά. Ἀναγνωρίζουμε τὰ λάθη μας διὰ τῆς μετανοίας: δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος γιὰ νὰ σκοτώσουμε τὸν ἐγωισμό μας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διατηρεῖ τὴ συνήθεια νὰ συνδέει τὴ συμμετοχή μας στὴν εὐχαριστιακὴ θυσία μὲ τὴν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν, τὴν παραδοχὴ τῆς ἐνοχῆς μας»[59].

«Γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἔχουμε ἐπισκόπους, ἱερεῖς καὶ διακόνους»[60].

«Πρέπει νὰ μιλᾶμε μὲ τὴν καρδιά. Καὶ ἐδῶ χρειάζεται ἡ προσευχή. Ἡ προσευχὴ εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴ διδασκαλία καὶ ἡ διδασκαλία εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν προσευχή»[61].

«Ἡ Ἁγία Γραφή, στὴν ὁποία μονίμως ἀναφέρεται ἡ χριστιανικὴ Παράδοση, εἶναι ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἐφόσον εἶναι ἀποτέλεσμα θείας ἐμπνεύσεως, δὲν μπορεῖ νὰ διαβάζεται παρὰ μόνο ὑπὸ θεία ἔμπνευση. Ἡ ἀποκλειστικὰ ἀνθρώπινη διάνοια δὲν ἀρκεῖ: ἀπαιτεῖται μιὰ ἀνθρώπινη διάνοια μεταμορφωμένη ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τοῦ Πνεύματος. Ὅσο περισσότερο ἀποκτοῦμε διὰ τῆς προσευχῆς αὐτὲς τὶς θεῖες ἐνέργειες, τόσο περισσότερο τὸ κτιστὸ ἐξελίσσεται. Ἡ διάνοιά μας ἀναπτύσσεται καὶ διανοίγεται μὲ τὴ δύναμη τῆς θεοποιοῦ χάριτος. Μιὰ θεόπνευστη ἀνάγνωση εἶναι μιὰ ἀνάγνωση ὅπου ὑπερβαίνονται τὰ ὅρια τοῦ κτιστοῦ πλάσματος καὶ τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα γίνεται ἱκανὸ γιὰ νέες συλλήψεις. Χωρὶς προσευχὴ ἡ Ἁγία | Γραφὴ παραμένει ἕνα βιβλίο κλειστό. Ἂν ὅμως ἐπικαλούμαστε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τότε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ θὰ γίνεται φῶς γιὰ τὴν ἑνωμένη μὲ τὴν καρδιὰ διάνοιά μας»[62].

«Ἡ δική τους παιδαγωγία εἶναι πιὸ βιωματικὴ ἀπὸ τοῦ σχολείου, ὅπου ὑπάρχει ἡ τάση νὰ ἐκλογικεύουν λιγάκι. Τὸ παιδὶ βλέπει τὴν εἰλικρίνεια τῶν γονιῶν του στὴν πνευματική τους ζωὴ καί διδάσκεται· ἐνῶ τὸν καθηγητὴ τῶν θρησκευτικῶν δὲν τὸν βλέπουμε πῶς προσεύχεται, δὲν ξέρουμε τὴν πνευματική του ζωή, δὲν ξέρουμε πὼς καταφεύγει στὸν Θεὸ στὶς δύσκολες στιγμές»[63].

«Ἐκεῖνος ποὺ διδάσκει θρησκευτικὰ πρέπει νὰ μπορεῖ νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἐμπειρία του ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ μιλήσει γιὰ τὸ πῶς πιστεύει, πῶς ἐναποθέτει τὴ μόνη ἐλπίδα του στὸν Θεό, πῶς προσεύχεται καὶ ἀκόμη πῶς ἀπαντᾶ στὰ ζητήματα ποὺ θέτει ἡ ἐπιστήμη. Δὲν εἶναι λίγοι οἱ ἔφηβοι ποὺ ζητοῦν μιὰ πνευματικὴ ἀπάντηση στὰ θέματα ποὺ θέτουν»[64].

«αὐτὸ ποὺ διαβάζουμε εἶναι οἱ Λόγοι τοῦ Χριστοῦ. Δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι παρὼν καὶ ὁ Χριστὸς»[65].

«Μπορῶ νὰ βρῶ κι ἄλλες ἔννοιες μέσα στὴν Ἁγία Γραφή, ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἔχουν ἤδη βρεθεῖ. Εἶναι βιβλίο ἀνοιχτό, διάπλατα ἀνοιχτὸ ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό. Ἐκεῖνος ἄνοιξε τὶς σφραγίδες τοῦ δικοῦ Του Λόγου, διὰ τῆς Παρουσίας Του μέσα στὸν Λόγο. Καὶ αὐτὲς οἱ νέες ἔννοιες δὲν θὰ ἀντιφάσκουν πρὸς τὶς ὑπάρχουσες· θὰ πρέπει νά ἐνταχθοῦν στὸν τεράστιο πλοῦτο ποὺ ὑπάρχει ἤδη. Πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ μᾶς ἄνοιξε τὶς ἔννοιες τῆς Γραφῆς. Ἐὰν μελετοῦμε τὴ Γραφὴ κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Χριστοῦ, δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ ἀντιτεθοῦμε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Κάθε ὀρθόδοξος θεολόγος, κάθε Πατήρ, κάθε πιστὸς ποὺ μελετᾶ μὲ πνεῦμα προσευχῆς φέρνει κάτι δικό του, ἐπειδὴ ὅμως ὅλοι ἔχουν τὸ ἴδιο Πνεῦμα, οἱ μαρτυρίες τους ἐντάσσονται στὶς μαρτυρίες τῶν ἄλλων. Παραμένει πάντα μιὰ ἐν Ἐκκλησίᾳ μελέτη. Οἱ διαφορὲς δὲν ἐκμηδενίζονται, ἀλλὰ συντίθενται. Αὐτὴ ἡ συνεχὴς ἐργασία τῆς ἀπὸ κοινοῦ μαρτυρίας καὶ τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνιστοῦν τὴν Παράδοση»[66].

«Θεολογία σημαίνει γνωρισμία μὲ τὸν Πατέρα διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐν Ἁγίω Πνεύματι: Τὸ πνεῦμα μᾶς ἑνώνει μὲ τὸν Υἱό, ὁ ὁποῖος μᾶς δείχνει τὸν Πατέρα»[67].

«Ὁ λαὸς τῶν χριστιανῶν πρέπει νὰ εἶναι λαὸς θεολόγων»[68].

«Χρειαζόμαστε θεολογία πολὺ συγκεκριμένη, θεολογία τῆς ἐμπειρίας. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν πρακτικὴ θεολογία τρεφόμαστε ὅλοι, παντοῦ καὶ κάθε στιγμή. Εἶναι ἡ γενικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας»[69].

«Οἱ θεολόγοι μποροῦν νά φωτίσουν τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον ἐργάζεται ὁ Θεός, ἀοράτως παρὼν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων»[70].

«Ὅταν μιλᾶμε γιὰ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, μιλᾶμε γιὰ προσευχή. Πέραν τῆς προσευχῆς δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Γνώση σημαίνει κοινωνία καὶ ἡ προσευχὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς φέρνει σὲ κοινωνία μὲ τὸν Πατέρα διὰ τοῦ Υἱοῦ διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ ἀρχαῖοι Πατέρες ἔλεγαν: 'Εἰ ἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος εἶ»[71].

«Ἡ ἐπιστήμη δὲν καταργεῖ τὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου ἀλλὰ τὸ ὑπογραμμίζει»[72].

«Ἡ Ὀρθοδοξία ἐνδιαφέρεται βαθιὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὸν βλέπει ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τοῦ Θεοῦ»[73].

«'Ἕνας πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι ὡραῖος ἄνθρωπος. Τὸ πρόσωπο ἑνὸς πιστοῦ εἶναι ὄμορφο: ὑπάρχει ἁρμονία στὸ πρόσωπό του, ἐνῶ τὸ πρόσωπο ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ εἶναι ἄσχημο, σκοτεινό, παραμορφωμένο ἤ φέρει μιὰ ψεύτικη ὀμορφιά. Ἡ ἀληθινὴ ὀμορφιὰ προκύπτει ἀπὸ μέσα, ἐκφράζει τὴν ἀθωότητα, τὴν ἔκσταση ἐνώπιον τοῦ βάθους τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τὸ ἁπλὸ καὶ φωτεινὸ μυστήριο τῆς βαθιᾶς καὶ ἀνεξήγητης ἔννοιας τοῦ προσώπου. Τὰ εἴδωλα τῶν παγανιστικῶν θρησκειῶν δὲν ἔχουν ὀμορφιά, ἐπειδὴ δὲν ἐκφράζουν αὐτὴ τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου'»[74].

«Ὁ Χριστός, ὁ Σαρκωθεὶς Θεός, εἶναι ἡ ὑπέρτατη ἔκφραση τῆς ὑπομονῆς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος προτείνει ἀκούραστα καὶ δωρεάν στὸν ἄνθρωπο τὴν Ἀγάπη Του...»[75].

«Ὅταν προσευχόμαστε στὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, γινόμαστε σύγχρονοί του»[76].

«Ὁ Παντοδύναμος Θεὸς θέτει Ἑαυτὸν σὲ θέση παντελοῦς ἀδυναμίας ἐνώπιον τῆς ἐλευθερίας μας. Κι αὐτὸ δὲν εἶναι παιχνίδι: ὁ Χριστὸς πάνω στὸ Σταυρὸ δὲν παίζει. Ὁ Παντογνώστης θέτει Ἑαυτὸν σὲ θέση ἀγνοίας αὐτοῦ ποὺ θὰ ἐπιλέξει ἡ ἐλευθερία μας. Γι' αὐτὸ καὶ ἀγωνίζεται νὰ συγκινήσει τὴν καρδιά μας καὶ νὰ μᾶς ἐκδηλώσει τὴν ἀγάπη Του. Ὁ Παντογνώστης καὶ Παντοδύναμος δὲν προδικάζει τὸ τὶ χρήση θὰ κάνουμε τῆς ἐλευθερίας μας»[77].

«Στὸ θεῖο Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν τέλειο ἄνθρωπο. Ὁ Χριστὸς Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι Θεός, ὑπῆρξε ὁ πιὸ ἄνθρωπος τῶν ἀνθρώπων καὶ παραμένει εἰς τὸν αἰώνα ὁ ὑπέρτατος θησαυρὸς τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Πρόκειται γιὰ μιὰ ἀνθρώπινη φύση τὴν ὁποῖα ἡ θεότητα κατέστησε τέλεια, τὴν φώτισε καὶ τὴν κατέστησε διαυγή. Ὁ ἅγιος Μάξιμος λέει ὅτι 'μέσα στὴν ἀπόλυτη ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε τὴ θεότητά Του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει μέσα του τὴ δυνατότητα νὰ πραγματώσει μιὰ τέτοια ταπείνωση. Ὑπάρχει τὸ στοιχεῖο τοῦ ἀπείρου σ' αὐτὴ τὴν ταπείνωση. Ἐν αὐτῇ ψηλαφοῦμε τὸ θεῖον. Ταπείνωση καὶ γλυκύτητα πᾶνε μαζί. Λένε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι πάνω ἀπ' τὴν ταπείνωση: στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει ἀγάπη χωρὶς ταπείνωση θὰ ἦταν πλαστή. Ἡ ἀληθινὴ ταπείνωση εἶναι ἡ συνείδηση ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη»[78].

«Ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ἐλευθερίας. ‘Εἶναι ἡ ἀπώλεια τοῦ νοήματος τῆς ὕπαρξης: μιὰ ζωὴ καθαρὰ ἐπιπόλαιη, ὑλιστική, μιὰ ζωὴ ἡδονῆς, ἐγωιστική, μιὰ ζωὴ σύγκρουσης μὲ τοὺς ἄλλους καὶ λήθης τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ἀδιαφορία εἶναι μιὰ ἐπιπολαιότητα· ἡ ἐχθρότητα πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ ἡ ἀνευθυνότητα προέρχονται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχουμε διακόψει τὶς σχέσεις μας μὲ τὸ ὑπέρτατο νόημα ποὺ εἶναι ὁ Θεός, ἡ ἀπόλυτη λεπτότης»[79].

«Ὑπὸ τὸν ζυγὸ τοῦ ἐγωισμοῦ, πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε ἐλεύθεροι νὰ κάνουμε ὅ,τι θέλουμε· δὲν εἶναι ὅμως αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία μας, εἶναι ἡ ἰδιοτροπία μας»[80].

«Ἡ προσευχὴ τῶν ἁγίων γιὰ ὅλο τὸν κόσμο θὰ τὸν συνοδεύει μέχρι τὴν κοινὴ ἀνάσταση. Πάντοτε θὰ ὑπάρχουν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἀπαντοῦν στὸ κάλεσμα τῆς ἁγιότητας καὶ θὰ εἶναι πρόθυμοι νὰ μετάσχουν διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς τηρήσεως τοῦ θελήματος τοῦ Πατρὸς στὴ σωτηρία καὶ τὴ μεταμόρφωση κάθε κτίσματος»[81].

«Δὲν διδάσκουμε τοὺς ἄλλους νὰ ἄρουν τὸν Σταυρό, ἀλλὰ τὸν αἴρουμε βοηθώντας τους»[82].

«Πολλοὶ λένε: ὑπάρχει ἕνας Θεός, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀγαθός, γιατὶ ἀφήνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ πάσχουν. Εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητο γιὰ τὸν κόσμο. Μέσα στὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ φανερώνεται ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Δὲν τιμωρεῖ, δὲν ἀντιδρᾶ, δέχεται τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ τὴν ὀδύνη, ἀκόμη καὶ τὸν θάνατο τοῦ Υἱοῦ Του, γιὰ τὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται, εἶναι ἐπειδὴ παραμένει ἀδιάφορος πρὸς αὐτό»[83].

«Μόνο ὁ Σταυρὸς γκρεμίζει τείχη. Εἰσερχόμαστε στὴ ζωὴ διὰ τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς ἄλλους. Εἰσερχόμαστε στὴ μετοχὴ τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Σταυροῦ καὶ λαμβάνουμε ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὴ δύναμη νὰ Τὸν συνοδεύουμε»[84].

«Ὁ σταυρὸς ποὺ μὲ σώζει δὲν εἶναι τὰ δικά μου βάσανα, ἀλλὰ τὰ βάσαν τῶν ἄλλων: πάσχει γιὰ μένα, πάσχω γιὰ ἐκεῖνον. Ὁ Χριστὸς πάνω στὸν Σταυρὸ πάσχει γιὰ τοὺς ἄλλους, ὄχι γιὰ τὸν Ἑαυτό Του, ἢ γιὰ μιὰ ὁμάδα εἰς βάρος κάποιας ἄλλης ὁμάδας»[85].

«εἴμαστε ὑπεύθυνοι ἔναντι τοῦ ἄλλου, ὅτι ἔχουμε εὐθύνη γι’ αὐτὸν ἔναντι τοῦ Θεοῦ»[86].

«Ὁ Θεὸς παραμένει παρὼν στὴν προσευχή μου, ὅταν σκέπτομαι τὸν ἄλλον ποὺ βρίσκεται σὲ δυσκολία, ὅταν νιώθω ὑπεύθυνος γι’ αὐτόν»[87].

«Τὸ ζήτημα τῆς θεώσεως εἶναι στὴν πραγματικότητα ζήτημα ἐξανθρωπίσεως τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς θείας ἀγάπης»[88].

«Ὅλοι ὅσοι μεταστράφηκαν τὸ ἔκαναν ἐπειδὴ συνάντησαν ἕναν ἀληθινὸ χριστιανό»[89].

«Γιὰ νὰ δώσουμε τὴ μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου μέσα στὸν κόσμο, μέσα στὴν κοινωνία, ἀρκεῖ νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι. ‘Μόνο ἔτσι θὰ ἑλκύσουμε τὴν προσοχὴ τῶν ἀνθρώπων καὶ ὄχι μόνο μὲ τὸ κήρυγμα’»[90].

«Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι πάντα μεταξὺ τριῶν, ὄχι μόνο μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ»[91].

«Ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται καθίσταται μιὰ πηγὴ ἀκτινοβολίας μέσα στὴν ὁποία παρίσταται ὁ Θεός. Μπορεῖ νὰ ἐπιδράσει πνευματικὰ στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ σωματικά. Ὁ Θεὸς ἐργάζεται στὸ σῶμα μας διὰ τοῦ πνεύματός μας καὶ τὸ καθετὶ εἶναι δυνατὸν γι’ Αὐτόν, διὰ τῆς προσευχῆς ἑνὸς πιστοῦ ποὺ εἶναι γεμᾶτος βεβαιότητα»[92].

«Καὶ πρέπει νὰ ἔχω τὸ θάρρος νὰ πῶ τὶς ἁμαρτίες μου, νὰ ξεπεράσω αὐτὴ τὴ ντροπή, αὐτὸν τὸν ἐγωισμό: διότι κάτω ἀπὸ τὴ ντροπὺ κρύβεται ὁ ἐγωισμός. Δὲν ντρέπομαι νὰ διαπράξω τὰ λάθη, ἀλλὰ ντρέπομαι νὰ τὰ ὁμολογήσω»[93].

«Σκοπὸς τῆς προσευχῆς εἶναι νὰ γίνουμε ἅγιοι, ἑνωμένοι μὲ τὸν Θεό»[94].

«εἶναι ἀδύνατον νὰ περιορίσουμε τὴν ἔννοια τοῦ ἀνθρώπου μόνο στὸ κακό. Ὑπάρχει πάντα κάτι καλὸ μέσα του»[95].

«Νὰ λοιπὸν ὁ ὁρισμὸς τῆς ἁμαρτίας: εἶναι ὁ ἀποπροσανατολισμὸς καὶ ἡ ὕπνωση τῆς καρδιᾶς»[96].

«Στὴν ἀγάπη ὅμως δὲν φθάνει κανεὶς χωρὶς ἄσκηση, χωρὶς ἕναν αὐτοπεριορισμὸ διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζουμε τὰ δικαιώματα τοῦ ἄλλου. Μποροῦμε νὰ ἐπιβάλουμε στὸν ἑαυτό μας ὅρια ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ πρὸς τὸν Θεό. Πρέπει νὰ ἐξασκηθοῦμε νὰ σκεπτόμαστε τὸν Θεό· διὰ τῶν περιορισμῶν αὐτῶν βάζουμε ἕνα φρένο στὶς ὀρέξεις μας»[97].

«Ἀποκτώντας τὴν ὑπομονὴ ποὺ συνίσταται στὸ νὰ ἀνεχόμαστε τοὺς ἄλλους καὶ τὶς καταστάσεις ποὺ προκύπτουν, βρίσκουμε μεγάλη δύναμη: μποροῦμε νὰ ἀκτινοβολοῦμε τὴν εἰρήνη γύρω μας διὰ τῆς ὑπομονῆς»[98].

«Ἡ λύπη, ἡ ἀπόγνωση, ὁ ἐγωισμὸς δὲν ἀφήνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ προσευχηθεῖ. Οἱ μέριμνες τοῦ βίου εἶναι καὶ αὐτὲς ἐμπόδια. Προσεύχομαι γιὰ τοὺς ἄλλους ὅταν νιώθω ὅτι ἐπικοινωνῶ καλὰ μὲ τὸν Θεό»[99].

«Τὸ θέλημά μας περιορίζεται διὰ τῆς ὑπακοῆς»[100].

«Ἡ κοινωνία μεταξὺ τῶν προσώπων γεννιέται ἀπὸ μιὰ ὑποταγὴ τὴν ὁποία ἐλεύθερα ἀποδέχθηκαν. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἑνότητα χωρὶς αὐτὴ τὴν παραίτηση ἀπὸ τὴν ἀτομική μας ἐλευθερία, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος χωρίζεται ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του. Τὸ κεντρικὸ θέλημα ποὺ εὐκολότερα μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὸ ἀπὸ ὅλους εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ»[101].

«Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἔχει ἕνα θησαυρὸ | ἐσωτερικὸ ποὺ τὸν ἀποζημιώνει καὶ ξεπερνᾶ ὅλες τὶς χαρὲς ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι διὰ τῶν ἡδονῶν. Ἔχει πουλήσει ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ ἀγαθά του, ἐπειδὴ βρῆκε αὐτὸ τὸν θησαυρό: νὰ εἶναι ὁ Θεὸς μέσα του»[102].

«Σὲ κάθε περίσταση τῆς ζωῆς μπορῶ νὰ διακρίνω τὶς ἐνέργειες ποὺ ὁ Θεὸς κάνει γιὰ χάρη μου»[103].

«Εἶναι καλύτερα νὰ προσευχόμαστε ὅταν εἴμαστε | συγκεντρωμένοι καὶ νὰ ἀφήνουμε τὴν προσευχή, ὅταν διασπᾶται ὁ νοῦς μας, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε λίγο ἀργότερα. Ἡ συγκέντρωση δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιμηκυνθεῖ γιὰ πολύ. Μὲ τὸν καιρὸ ἀποκτοῦμε τὴ δύναμη νὰ παραμένουμε συγκεντρωμένοι ἐπὶ μακρότερον. Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ εἶναι μεγάλη δύναμη καὶ αὐτὸ ὑπονοεῖ ὅτι ὅποιος τὴν ἀσκεῖ εἶναι πάντα συγκεντρωμένος. Εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα νὰ μπορεῖς νὰ παραμένεις συγκεντρωμένος στὴν προσευχὴ συνεχῶς. Ἴσως, γιὰ τοὺς περισσοτέρους, αὐτὸ νὰ εἶναι πιὸ εὔκολο σὲ μιὰ σύντομη προσευχή»[104].

«Μέσα στὴν ἀγάπη ὁ ἄνθρωπος εἶναι καλός· μέσα στὴν ἀγάπη ὁ ἄνθρωπος ἀποκαλύπτεται, ἀνοίγεται, ἡσυχάζει, γαληνεύει. Ὑπάρχει τώρα κάποιος ποὺ τὸν ἀγαπᾶ, ποὺ τὸ βλέμμα του τὸν κοιτάζει μὲ προσοχή· ἠρεμεῖ καὶ ἀνακαλύπτει ποιὸς πραγματικὰ εἶναι, ποιὸ εἶναι τὸ ἀληθινό του θεμέλιο. Διὰ τῆς ἀγάπης λοιπὸν γνωρίζω τὸν ἄνθρωπο»[105].

 



[1] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 12-13.

[2] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 18.

[3] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 18.

[4] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 19.

[5] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 21.

[6] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 22.

[7] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 24.

[8] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 36.

[9] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 39.

[10] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 42.

[11] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 43.

[12] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 46.

[13] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 53.

[14] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 54.

[15] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 56.

[16] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 59.

[17] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 60.

[18] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 60.

[19] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 64.

[20] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 65.

[21] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 67.

[22] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 71.

[23] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 74-75.

[24] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 75.

[25] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 77.

[26] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 78.

[27] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 79.

[28] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 79.

[29] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 81.

[30] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 82.

[31] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 85.

[32] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 86.

[33] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 93.

[34] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 94.

[35] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 99.

[36] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 103.

[37] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 106-107.

[38] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 107.

[39] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 116.

[40] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 124.

[41] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 130.

[42] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 133.

[43] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 134.

[44] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 135.

[45] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 135-136.

[46] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 139.

[47] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 140.

[48] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 146.

[49] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 147.

[50] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 151.

[51] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 153.

[52] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 156.

[53] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 158.

[54] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 162.

[55] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 167.

[56] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 168.

[57] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 182.

[58] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 183.

[59] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 188.

[60] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 194.

[61] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 199.

[62] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 201-202.

[63] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 210.

[64] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 210.

[65] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 218.

[66] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 219.

[67] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 225.

[68] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 229.

[69] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 229.

[70] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 229.

[71] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 230.

[72] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 233.

[73] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 239.

[74] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 247.

[75] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 253.

[76] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 257.

[77] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 262.

[79] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 267.

[80] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 271.

[81] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 275.

[82] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 279.

[83] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 281.

[84] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 283.

[85] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 284.

[86] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 285.

[87] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 286.

[88] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 287.

[89] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 287.

[90] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 288.

[91] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 289.

[92] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 293.

[93] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 295.

[94] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 302.

[95] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 305.

[96] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 305.

[97] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 307.

[98] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 307.

[99] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 307.

[100] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 308.

[101] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 308.

[102] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 310-311.

[103] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 312.

[104] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 312-313.

[105] Μαρκου Αντωνιου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καὶ Σταυρός. Συζητήσεις μὲ τὸν π. Δημήτριο Στανιλοάε (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2014), σ. 316.