Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν, ἐκδόσεις Ἐν Πλῶ

Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν, (Ἀθήνα: Ἐν Πλῶ, 2017)

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ γιατὶ γίνεται: «Ἂν σπεύδω νὰ ὑπερασπιστῶ τὸν ἱστορικὸ χριστιανισμό, τὸ κάνω μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ διατυπώσω ἀντιρρήσεις ἀπέναντι σὲ συγκεκριμένες καὶ διαδεδομένες συκο|φαντίες ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἢ γιὰ νὰ ἐναντιωθῶ σὲ ἐκεῖνες τὶς μομφὲς πρὸς τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ ἱστορία ποὺ θεωρῶ ἀνειλικρινεῖς ἢ βλακώδεις· ἢ γιὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴ ἀπέναντι σὲ ἐπιτεύγματα καὶ ἀρετὲς ποὺ οἱ συγγραφεῖς μιᾶς ἔνθερμης ἀντιχριστιανικῆς τάσης τείνουν νὰ ἀγνοοῦν, νὰ ἀποκρύπτουν, ἢ νὰ παραθεωροῦν»[1].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ μία ἐπανάστασις γιὰ τὴν ἱστορία: «μόνο μία - ὁ θρίαμβος τοῦ χριστιανισμοῦ - ὑπῆρξε ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ διεκδικήσει γιὰ λογαριασμό της τὸν χαρακτηρισμὸ τῆς ‘ἐπανάστασης’, μὲ τὸ πληρέστερο νοηματικὸ βάρος τοῦ ὅρου: ἐπρόκειτο πραγματικὰ γιὰ μιὰ μαζικὴ καὶ κοσμοϊστορικὴ ἀναθεώρηση τῆς κυρίαρχης θέασης τῆς πραγματικότητας, τόσο διεισδυτικὴ ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἐπιρροή της καὶ τόσο ἐκτεταμένη στὶς συνέπειές της, ποὺ δημιούργησε κατ’ οὐσίαν μιὰ νέα σύλληψη γιὰ τὸν κόσμο, τὴν ἱστορία, τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὸν χρόνο καὶ τὸ ἠθικὸ ἀγαθό»[2].

ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΣ μεῖγμα δεισιδαιμονίας καὶ μηδενισμοῦ: «ἕνα ἀπὸ τὰ κυρίαρχα κατορθώματα τοῦ νεωτερικοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἡ μαζικὴ ὀπισθοχώρηση πρὸς τὴ δεισιδαιμονία καὶ τὴν καλλιέργεια κάποιων ἰδιαίτερα ἀνηλεῶν μορφῶν μηδενισμοῦ· καὶ ὅτι ἡ νεωτερικότητα, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴ χριστιανικὴ ἐπανάσταση, τὴν ὁποία διαδέχτηκε, δὲν εἶναι τίποτα παραπάνω ἀπὸ μιὰ καθυστερημένη ἀντανακλαστικὴ ἀντίδραση, ἢ ἀκόμα καὶ μιὰ ἀντεπανάσταση – μιὰ ἀντιδραστικὴ ὀπισθοχώρηση πρὸς μιὰ πιὸ βολική, ἀλλὰ ἀποκτηνωτική, διανοητικὴ καὶ ἠθικὴ ὑποδούλωση στὰ πιὸ στοιχειώδη γνωρίσματα τῆς φύσης»[3].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ γιατὶ ἀπαιτεῖται ἡ γνῶσις του: «Κι ἐξάλλου, ἀφοῦ ὅλοι μας κατοικοῦμε σὲ μιὰ πραγματικότητα ποὺ διαμορφώθηκε ἀπὸ τὴν τεράστια δύναμη αὐτῆς τῆς χριστιανικῆς παρεμβολῆς, εἶναι, τὸ λιγότερο, ὑποχρέωσή μας ἀπέναντι στὸ ἴδιο μας τὸ παρελθὸν νὰ προσπαθήσουμε νὰ συλλάβουμε τὴν ἀληθινή του φύση»[4].

ΑΘΕΪΣΜΟΣ ὡς μορφὴ φονταμενταλισμοῦ: «Ὅμως ὀ ἀθεϊσμὸς ποὺ ἐξολοκλήρου συνίσταται ἀπὸ κενὰ ἐπιχειρήματα, ποὺ ἐπιπλέουν πάνω σὲ ὠκεανοὺς ἱστορικῆς ἄγνοιας καὶ περιδινίζονται ἀπὸ καταιγίδες κραυγαλέας αὐτοδικαίωσης, εἶναι ἐξίσου ἀξιοκατάκριτος μὲ κάθε ἄλλη μορφὴ ἄχαρου φονταμενταλισμοῦ»[5].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ἐπέσυρε τὴν προσοχὴ εὐφυῶν ἐπικριτῶν: «Στοὺς πρώιμους αἰῶνες του, ὁ χριστιανισμὸς κέρδισε τὴν ἐχθρότητα κάποιων αὐθεντικὰ εὐφάνταστων καὶ πολιτισμένων ἐπικριτῶν, ὅπως ὁ Κέλσος καὶ ὁ Πορφύριος, ποὺ ἔκαναν ἂν μή τι ἄλλο μιὰ προσπάθεια νὰ ἐξοικειωθοῦν στοιχειωδῶς μὲ ὅ,τι ἔβαζαν στὸ στόχαστρό τους»[6].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ θεμελιώνεται σὲ ἕναν ἱστορικὸ ἰσχυρισμό: «ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ἡ μόνη μείζων πίστη ποὺ συγκροτήθηκε ἐξολοκλήρου γύρω ἀπὸ ἕναν καὶ μόνο ἱστορικὸ ἰσχυρισμό»[7].

ΦΟΝΟΣ καὶ πίστις: «Κάποιοι σκοτώνουν ἐπειδὴ τὸ ὑπαγορεύει ρητῶς ἡ πίστη τους, ἄλλοι σκοτώνουν μολονότι τοὺς τὸ ἀπαγορεύει ρητῶς ἡ πίστη τους, καὶ κάποιοι ἄλλοι σκοτώνουν ἐπειδὴ δὲν ἔχουν καμία πίστη κι ἑπομένως πιστεύουν ὅτι τοὺς ἐπιτρέπονται τὰ πάντα»[8].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ἀπαγορεύει ρητῶς ὅλες τὶς ἐκτροπὲς τῶν χριστιανῶν: «ὁ χριστιανισμὸς ἀπαγορεύει ρητὰ ὅλες τὶς μορφὲς κακίας ποὺ ἔχουν διαπραχθεῖ κατὰ καιροὺς ἀπὸ χριστιανούς»[9].

ΗΘΙΚΗ ἡ ἐνδοκοσμικὴ δὲν πείθει: «Ὡστόσο, ἂν κάποιος δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ πειστεῖ, ἕνα ἁπλὸ ‘διαφωνῶ’ ἢ ‘ἀρνοῦμαι’ εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ ἐξαντλήσει τὴν ὅποια πειστικότητα κάθε ἀμιγῶς ἐνδοκοσμικῆς ἠθικῆς»[10].

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ Χριστιανισμοῦ συνεχίζει νὰ στηρίζη ἑκατομμύρια ἀνθρώπους: «ἡ φιλανθρωπικὴ ἀρωγὴ ποὺ παρέχεται καὶ συντηρεῖται σήμερα στὸν κόσμο ἀπὸ τὶς χριστιανικὲς Ἐκκλησίες συνεχίζει νὰ εἶναι ἀφάνταστα ἐκτεταμένη. Σ’ ἕναν κόσμο ἀπ’ ὅπου θὰ ἐξοριζόταν τὸ Εὐαγγέλιο, σίγουρα ἑκατομμύρια περισσότεροι συνάνθρωποί μας θὰ παρέμεναν ἀτάιστοι, ἄστεγοι καὶ ἀπαίδευτοι»[11].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ νὰ δοῦμε τί προσέφερε στὴν Δύσι, πρὶν τὸν ἀποκηρύξωμε: «Εἶναι ἄνευ νοήματος βέβαια νὰ συζητᾶμε τί θὰ σήμαινε πραγματικὰ γιὰ τὸν δυτικὸ πολιτισμὸ ἡ ἀποκήρυξη τοῦ χριστιανισμοῦ, ἂν δὲν κατανοήσουμε πρῶτα τί σήμανε γιὰ τὸν δυτικὸ πολιτισμὸ ἡ υἱοθέτηση τοῦ χριστιανισμοῦ»[12].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ἡ δύναμις τοῦ Εὐαγγελίου μεταμορφώνει: «Σὲ ἕναν τέτοιο κόσμο, οἱ χριστιανοὶ δὲν ἔχουν ἄλλη ἐπιλογὴ ἀπὸ τὸ νὰ συνεχίσουν νὰ πιστεύουν στὴ δύναμη τοῦ Εὐαγγελίου νὰ μεταμορφώνει τὴν ἀνθρώπινη βούληση ἀπὸ μηχανισμὸ σκληρότητας, παρορμητισμοῦ καὶ ἐγωισμοῦ, σὲ δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἱκανὸ γιὰ ἕνωση μαζί Του καὶ γιὰ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον»[13].

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ χωρὶς τὸν Χριστιανισμὸ οἱ ἀξίες του εἶναι μετέωρες: «νὰ φαντάζονται ὅτι μιὰ κοινωνία ‘ἀπελευθερωμένη’ ἀπὸ τὸν Χριστὸ θὰ ἀγαπάει τὴ δικαιοσύνη, ἢ τὴν ἀλήθεια, ἢ τὴν ὀμορφιά, ἢ τὴ φιλευσπλαχνία, ἢ ἀκόμα καὶ τὴ ζωή»[14].

ΑΝΤΙΘΕΪΑ ὡς πίστις ἐχθρικὴ στὸν Χριστιανισμό: «Γιὰ νὰ καταλάβουμε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ σπρώχνει κάποιους ὄχι μόνο στὴν ἀπιστία, ἀλλὰ καὶ σὲ ἕνα παθιασμένο καὶ εὐκρινὲς μῖσος γιὰ τὴν πίστη στὸν Θεό (καὶ στὴν ἀφοσίωσή τους νὰ εὐαγγελιστοῦν εὐλαβικὰ τὸ ξερίζωμα αὐτῆς τῆς πίστης), θὰ πρέπει νὰ καταλάβουμε τί εἶναι αὐτὸ στὸ ὁποῖο πιστεύουν (ὑπὸ μία εὐρύτερη ἔννοια) καὶ γιατὶ αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἀπὸ μέρους τους νὰ ἀνατρέψουν τὴν πίστη – μιὰ πίστη ποὺ τὸ ἴδιο ζητᾶ νὰ τὴν ἀντικαταστήσει»[15].

ΗΘΙΚΗ ἡ ἐνδοκοσμικὴ στηρίζεται στὴν θέλησή μας ἀκόμη καὶ γιὰ τὸ μηδέν: «Μὲ ἄλλα λόγια, θέλουμε νὰ πιστεύουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὸ κριτήριο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ κρίνει τὶς ἐπιλογές μας, κριτήριο ποὺ νὰ στέκει ψηλότερα ἀπὸ τὸ ἀδιαμφισβήτητο ἀγαθὸ τῆς ἴδιας τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς μας· καὶ κατὰ συνέπεια, κάθε κρίση, ἀνθρώπινη καὶ θεία, ἀποτελεῖ ὑπὸ μία ἔννοια καταπάτηση τῆς ἐλευθερίας μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρωτογενής μας ἰδεολογία. Γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἀφτιασίδωτα (καὶ γιὰ νὰ ἀκριβολογοῦμε ἀπόλυτα) τὸ ἦθος τῆς σύγχρονης ἐποχῆς εἶναι ὁ μηδενισμός»[16].

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ἡ σύγχρονος ὡς ἐπιλογή, ὄχι ἡ ὀρθὴ ἐπιλογή: «Γιὰ μᾶς τὸ πρῶτο ἀγαθὸ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἐπιλογή, ὄχι τὸ τὶ ἐπιλέγουμε»[17].

ΗΘΙΚΗ ἡ ὑπερβατικὴ μᾶς θέτει φραγμούς: «Ἕνας Θεὸς ἀπὸ πάνω μας ἢ μιὰ σταθερὴ ἀνθρώπινη φύση μέσα μας θὰ περιόριζε τὶς ἀποφάσεις μας μέσα σὲ συγκεκριμένα ἀναπόδραστα κανάλια»[18].

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΣ τῆς νέας ἐποχῆς ὡς ἀξεσουὰρ τῆς ζωῆς μας: «Οἱ λαοὶ τῆς πρώιμης καὶ τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας πίστευαν, λάτρευαν καὶ φοβοῦνταν τοὺς θεούς τους. Κανεὶς δὲν πιστεύει πραγματικὰ στοὺς New Age θεούς. Δὲν εἶναι θεότητες τῆς ἄνω, οὐράνιας ἱεραρχίας, ἀλλὰ διακοσμητικὰ μπιμπελὸ στὴ γωνιακή μας ἐταζέρα - ἡ μόνη ‘θεία’ τους ἰδιότητα εἶναι νὰ παρέχουν συμβολικὴ ἔκφραση στὶς πιὸ ὀνειροπόλες πτυχὲς τῆς προσωπικότητας τῶν θιασωτῶν τους. Εἶναι ἀγοραῖοι θεοί, θεοὶ - ἀξεσουάρ, κι ἑπομένως ἀποτελοῦν ἁπλὰ τὰ διάφορα προσωπεῖα μὲ τὰ ὁποῖα ὁ ἕνας ἀληθινὸς θεὸς (ἡ θέληση) καλύπτει καὶ συνάμα ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό της»[19].

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ καρπὸς τῆς ὀρθῆς ἐπιλογῆς: «εἴμαστε ἐλεύθεροι ὄχι ἁπλὰ ἐπειδὴ μποροῦμε νὰ ἐπιλέγουμε, ἀλλὰ μόνο ὅταν ἐπιλέγουμε καλά»[20].

ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ἱδρύματα Μοναχισμοῦ: «Στὸν Μεσαίωνα, οἱ Βενεδικτῖνοι μοναχοὶ μόνο, εἶχαν στὴν εὐθύνη τους πάνω ἀπὸ δύο χιλιάδες νοσοκομεῖα στὴ δυτικὴ Εὐρώπη»[21].

ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΣ ὡς ἡ ἀποχριστιανικοποιημένη κοινωνία: «ἡ νεωτερικότητα εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀκολουθεῖ ‘μετὰ τὸν χριστιανισμό’, ὅταν ὁ χριστιανισμὸς ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ κέντρο ἑνὸς πολιτισμοῦ καὶ χάνει τὴ δύναμη τοῦ νὰ διαμορφώνει ρητὰ νόμους καὶ συνήθειες, παύει νὰ θεωρεῖται πηγὴ τῶν υψηλότερων ἀξιῶν μιᾶς κοινωνίας ἢ τῆς νομιμότητας τῆς κυβερνήσεως, καὶ παύει ἀκόμα νὰ διαθέτει διήκουσα ἐπιρροὴ στὸ συλλογικὸ φαντασιακὸ ἑνὸς λαοῦ. Καὶ στὸν ὅρο ‘μεταχριστιανική’ πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ ἐδῶ τὸ πλῆρες ἐννοιολογικό του βάρος: ἡ νεωτερικότητα δὲν εἶναι ἁπλὰ μιὰ ‘μεταθρησκευτική’ συνθήκη· εἶναι ἡ κατάσταση μιᾶς κοινωνίας ποὺ ἦταν συγκεκριμένα χριστιανική, ἀλλὰ ‘ἔχασε τὴν πίστη της’»[22].

ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΣ ὡς ἐκκοσμίκευσις καὶ ἀποχριστιανοποίησις: «ἡ ἱστορία τῆς νεωτερικότητας εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἐκκοσμίκευσης, τῆς ὀπισθοχώρησης τῆς χριστιανικῆς πίστης στὴν ἰδιωτικὴ σφαῖρα»[23].

ΓΝΩΣΙΣ ἀπαιτεῖ χρόνο καὶ μελέτη: «Ἀλλὰ τελικά, λίγοι ἔχουν τὸν χρόνο ἢ τὴν ἀνάγκη νὰ καταφύγουν σὲ ἀκαδημαϊκὰ περιοδικά, μονογραφίες καὶ ἀνιαρὲς πραγματεῖες πάνω σὲ δυσνόητα θέματα, προκειμένου νὰ ψιλοκοσκινίσουν τὴ γνώση καὶ νὰ ξεχωρίσουν τὴν ἤρα ἀπὸ τὸ σιτάρι»[24].

ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ τί συνέβη στὴν πραγματικότητα: «Ἡ ὅλη ὑπόθεση χρησιμεύει γιὰ κάποιους ὡς ἡ βολικὴ ἐπιτομὴ μιᾶς ὑποθετικὰ εὐρύτερης ἀλήθειας γιὰ τὸν ρωμαιοκαθολικισμὸ καὶ τὸν χριστιανισμό (ἔστω κι ἂν ἀποτελεῖ τὸ μόνο ἀξιοσημείωτο παράδειγμα τῆς ὑποτιθέμενης αὐτῆς ἀλήθειας). Καὶ τελικά, ἡ ὑπόθεση εἶναι ντροπιαστικὴ μᾶλλον γιατὶ τείνει νὰ συσκοτίζει τὴν οὐσιαστικὴ ἀλήθεια πὼς τὸν 16ο καὶ 17ο αἰῶνα, χριστιανοὶ ἐπιστήμονες, σπουδαγμένοι σὲ χριστιανικὰ πανεπιστήμια καὶ ἀκολουθῶντας μιὰ χριστιανικὴ παράδοση ἐπιστημονικῆς καὶ μαθηματικῆς θεωρίας, ἀνέτρεψαν μιὰ εἰδωλολατρικὴ κοσμολογία καὶ φυσική, καὶ κατέληξαν σὲ συμπεράσματα, ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ διανοηθεῖ μέσα στὰ ὅρια τῶν ἑλληνιστικῶν ἐπιστημονικῶν παραδόσεων»[25].

ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ διαφωνία του μὲ Ἐκκλησία ἐποχῆς του: «Καὶ ἡ εἰρωνεία εἶναι ὅτι ἦταν ἡ Ἐκκλησία ποὺ ζητοῦσε ἀποδείξεις καὶ ὁ Γαλιλαῖος ἐκεῖνος ποὺ ἀπαιτοῦσε τυφλὴ συγκατάθεση σὲ ἕνα λανθασμένο μοντέλο»[26].

ΚΕΠΛΕΡ ἐπιδίωξίς του νὰ ἀνακαλύψη τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ στὸ σύμπαν: «τοῦ Κέπλερ (ποὺ βασική του λαχτάρα ἦταν νὰ ἀνακαλύψει τὸν τρόπο ποὺ καθρεφτίζεται ἡ ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδας στὶς ὑπέροχες ἁρμονίες τῆς Δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα)»[27].

ΜΑΓΙΣΣΕΣ κατεδιώχθησαν ἀπὸ θιασῶτες τῆς κυριαρχίας τοῦ κράτους: «Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιθυμοῦσαν διακαῶς νὰ δοῦν τὸ κράτος νὰ ἐκφράζει τὴ δύναμή του μὲ τὴν ἀνελέητη πάταξη τῶν πιὸ ὕπουλων ἀνυπότακτων στοιχείων (τῶν μαγισσῶν), ἦταν αὐτοὶ ποὺ ἐχθρεύονταν τὴν ἐξουσία τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν τὴν ἤθελαν νὰ παρεμβαίνει στὶς κοσμικὲς ὑποθέσεις»[28].

ΜΑΓΙΣΣΕΣ ἀποχαρακτηρίσθηκαν ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Ἐξέτασι: «οἱ πρῶτες σημαντικὲς ἐνστάσεις γιὰ τὸ ἂν ὑπάρχει σατανιστικὴ μαγεία προέρχονταν ἀπὸ τοὺς Ἱσπανοὺς ἱεροεξεταστὲς κι ὄχι ἀπὸ ἐπιστήμονες»[29].

ΕΠΙΣΤΗΜΗ συνεπορεύετο μὲ τὴν μαγεία στὴν πρώιμη νεωτερικότητα: «Ἡ ἀλήθεια εἶναι λοιπὸν ὅτι ἡ ἀνάδυση τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ ἡ ἐμμονὴ τῆς πρώιμης νεωτερικότητας στὴ μαγεία, δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς δύο ταυτόχρονα ρεύματα τῆς δυτικῆς κοινωνίας, ἀλλὰ δύο στενὰ συνδεδεμένες φανερώσεις μιᾶς νέας μεταχριστιανικῆς συνείδησης κυριαρχίας τοῦ ἀνθρώπου πάνω στὸν κόσμο»[30].

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ποῦ ὁμοιάζει μὲ τὴν Μαγεία: «Μὲ ἄλλα λόγια, καταγίνονται ἀμφότερες μὲ τὴν κυριαρχία ἐπὶ τοῦ φυσικοῦ κόσμου, τὴν ἐργαλειακὴ ὑποταγὴ τῆς φύσης στὸν ἄνθρωπο καὶ τὴ διαρκῆ μεγέθυνση τῆς ἀνθρώπινης δύναμης»[31].

ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΙΣ ἀποκατάστασις τῆς ἱστορικῆς ἀκριβείας: «Διότι τέσσερις δεκαετίες ἐπιστημονικῆς ἔρευνας ἔχουν καταστήσει σαφὲς πὼς πολλὲς ἀπὸ τὶς εἰκόνες μας γιὰ τὴν Ἱερὰ Ἐξέταση, ἀποτελοῦν ἄγριες ὑπερβολὲς καὶ μακάβρια φαντασιοκοπήματα, καὶ πὼς στὴ διάρκεια τῶν τριῶν αἰώνων τῆς ὕπαρξής της, ἡ Ἱερὰ Ἐξέταση ἦταν πολὺ πιὸ ἐπιεικὴς καὶ πολὺ λιγότερο ἰσχυρὴ ἀπ’ ὅσο νομίζαμε κάποτε. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις μάλιστα, ἡ ἱσπανικὴ Ἱερὰ Ἐξέταση λειτουργοῦσε ὡς καλόπιστο ὄργανο ἐλέγχου τῶν βιαιοτήτων τῶν κοσμικῶν δικαστηρίων»[32].

ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΙΣ ὡς ὑπηρεσία τοῦ κράτους καὶ ὄχι τῆς Ἐκκλησίας: «ἡ ἱσπανικὴ Ἱερὰ Ἐξέταση ἦταν κατὰ βάση μιὰ ὑπόθεση τῆς πολιτικῆς τοῦ Στέμματος καὶ μιὰ ὑπηρεσία τοῦ κράτους»[33].

ΚΡΑΤΟΣ καὶ Ἐκκλησία: «ἡ βία εἶναι ἐγγενὴς στὸ κράτος· καὶ ἡ θεσμικὴ Ἐκκλησία ζεῖ συνεχῶς τὴν τραγωδία νὰ βρίσκεται ἐμπλεκόμενη σὲ ἐφήμερες πολιτικὲς καταστάσεις, ἢ νὰ ἐπιφορτίζεται τὴν εὐθύνη τῆς διατήρησης τῆς κοινωνικῆς εὐταξίας ἢ τῆς ἑνότητας, ἐθνικῆς ἢ αὐτοκρατορικῆς»[34].

ΚΡΑΤΟΣ αὔξανε τὴν βία ὅταν ἐπικρατοῦσε ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας: «αὐτὸ ποὺ βλέπουμε εἶναι ὅτι ἡ βία αὐξανόταν, ὅποτε τὸ κράτος ἀξίωνε νὰ εἶναι ἀπολύτως κυρίαρχο, καὶ ὅτι κάθε φορὰ ποὺ ἡ μεσαιωνικὴ Ἐκκλησία παραχωροῦσε ἠθικὴ αὐθεντία στὸ κοσμικὸ κράτος, ἡ ἀδικία καὶ ἡ βιαιότητα ἄκμαζαν»[35].

ΚΡΑΤΟΣ κατήντησε τὴν Ἐκκλησία ἁπλῆ ὑπηρεσία του: «Αὐτὸ σήμαινε πὼς ἡ Ἐκκλησία - ἡ μόνη οἰκουμενικὰ ἀναγνωρισμένη ὑπερεθνικὴ αὐθεντία, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ συναγωνισθεῖ ἢ καὶ νὰ ἀνατρέψει τὴ δύναμη τοῦ μονάρχη - ἔπρεπε νὰ περιοριστεῖ σὲ ἕναν ἐθνικὸ θεσμό, μιὰ ὑπηρεσία τοῦ κράτους, ἢ ἕνα ἁπλὸ κοινωνικὸ καθίδρυμα. Αὐτὸς ἦταν ἐξάλλου καὶ ὁ βασικὸς λόγος γιὰ τὴν ἐπιτυχία τῆς Μεταρρύθμισης, ἡ ὁποία ἄνθισε μονάχα ἐκεῖ ποὺ ἐξυπηρετοῦνταν τὰ συμφέροντα τοῦ κοσμικοῦ κράτους, στὴν προσπάθεία του νὰ ἐναντιωθεῖ στὰ ἤθη καὶ τοὺς νόμους τοῦ χριστιανισμοῦ, καὶ νὰ περιορίσει τὴν αὐτονομία τῆς Ἐκκλησίας»[36].

ΠΟΛΕΜΟΙ δὲν ἔγιναν μόνον γιὰ λόγους πίστεως: «Καὶ κανεὶς ἡγεμόνας τῆς ἐποχῆς δὲν κήρυξε πόλεμο ἐναντίον κάποιου ἄλλου ἁπλὰ καὶ μόνο γιὰ λόγους πίστεως»[37].

ΠΟΛΕΜΟΙ οἱ λεγόμενοι θρησκευτικοὶ ἀφοροῦσαν τὴν διεκδίκησι τοῦ γαλλικοῦ Στέμματος: «Ὅσο γιὰ τοὺς ἐπονομαζόμενους θρησκευτικοὺς πολέμους στὴ Γαλλία, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ δεύτερου μισοῦ τοῦ 16ου αἰώνα, ἦταν κατὰ βάση συγκρούσεις μεταξὺ τῶν οἴκων εὐγενείας γιὰ τὴ διεκδίκηση τοῦ γαλλικοῦ Στέμματος»[38].

ΚΡΑΤΟΣ καὶ Ἐκκλησία στὸν Μεσαίωνα: «ἡ μεγάλη σύγκρουση τῆς ἐποχῆς ἦταν μεταξὺ τῆς παλαιᾶς αὐτοκρατορικῆς τάξης τῶν Ἀψβούργων ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τῆς νέας ‘Εὐρώπης τῶν ἐθνῶν’. Γιὰ τοὺς Ἀψβούργους αὐτοκράτορες, ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία ἦταν ἕνα ἀναπόσπαστο ὄργανο τῆς κρατικῆς ἑνότητας. Γιὰ τὸ παπικὸ κράτος, ἡ ἰδανικὴ κατάσταση ἦταν αὐτὴ τῆς ἑνωμένης Ἐκκλησίας μέσα σὲ μιὰ κατακερματισμένη αὐτοκρατορία. Καὶ γιὰ τοὺς ἡγεμόνες, ποὺ γύρευαν νὰ ἐπεκτείνουν τὴ δική τους κυριαρχία, ἦταν ἀπαραίτητο εἴτε νὰ κόψουν τοὺς δεσμούς τους μὲ τὴ Ρώμη, διὰ τῆς μεταρρύθμισης, εἴτε νὰ ἀπομειώσουν τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία στὸ ἐπίπεδο μιᾶς κρατικῆς λειτουργίας ἐντὸς τῶν ἐδαφῶν τους»[39].

ΚΡΑΤΟΣ καὶ ἐπιλογὴ Ἐκκλησίας: «ἢ λὲς καὶ τὸ ζήτημα ἦταν ὅτι κάποιες γερμανικὲς ἡγεμονίες ἤθελαν ἀνεξαρτησία ἀπὸ τὴν αὐτοκρατορία, ἐπειδὴ ἦταν προτεστάντες, κι ὄχι ὅτι ἔγιναν προτεστάντες, ἐπειδὴ ἤθελαν ἀνεξαρτησία»[40].

ΚΡΑΤΟΣ καὶ Ἐκκλησία στὴν νεωτέρα ἐποχή: «Μὲ τὶς Συνθῆκες τῆς Βεστφαλίας, μιὰ ἀρχαία καὶ εὐγενὴς σύλληψη … ποὺ κυριάρχησε στὴν Εὐρώπη τῶν Μέσων Χρόνων, παραιτήθηκε ἐν τέλει ἀπὸ τὴν πολιτική. Ἦταν ἡ σύλληψη πὼς ὑπῆρχε στοὺς βαπτισμένους λαοὺς τῆς Εὐρώπης ἕνας δεσμὸς ἰσχυρότερος ἀπ’ ὅ,τι τοὺς ἔκανε νὰ φιλονικοῦν, ἕνας πνευματικὸς δεσμός: ἡ σύλληψη τῆς ἔννοιας τῆς χριστιανοσύνης. Ἀπὸ τὸν 14ο αἰώνα καὶ ἑξῆς, καὶ ἰδιαίτερα κατὰ τὸν 15ο, αὐτὴ ἡ σύλληψη ἀποσυντίθετο σταθερά … Ὁ Τριακονταετὴς Πόλεμος ἀπέδειξε πέραν πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι οἱ τελευταῖες ἡγεμονίες ποὺ ἦταν πρόθυμες νὰ ὑπερασπιστοῦν τὸ ἰδανικὸ τῆς ἑνωμένης χριστιανικῆς Εὐρώπης, ἐπικαλοῦνταν ἁπλὰ τὸ ἰδανικὸ αὐτό, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα στόχο τους εἶχαν τὴ διατήρηση ἢ τὴν ἐπιβολὴ τῆς δικῆς τους ὑπεροχῆς»[41].

ΚΡΑΤΟΣ μετὰ τὴν ἐκκοσμίκευσί του ὡδηγήθηκε στὸν ὁλοκληρωτισμό: «Ἡ ἰδιαίτερη (ἡ μοναδικὴ ὄντως) συνεισφορὰ τῆς νεοχειραφετημένης ἐκκοσμικευμένης τάξης πραγμάτων στὴν πολιτικὴ συγκρότηση τῆς δυτικῆς κοινωνίας, ἦτων ὁλωσδιόλου διαφορετικῆς τάξεως· μπορεῖ νὰ συνοψιστεῖ σὲ δύο ὁλότελα νεωτερικές, ὁλότελα μετα-χριστιανικὲς καὶ ὁλότελα ‘διαφωτισμένες’ ἀρχές: ἀπόλυτο κράτος καὶ ὁλοκληρωτικὸς πόλεμος»[42].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ δημιουργικὴ καὶ καταστρεπτικὴ δύναμις: «Ὁ χριστιανισμὸς εἶναι σίγουρα ἡ πιὸ δημιουργικὴ πολιτιστική, ἠθική, αἰσθητική, κοινωνική, πολιτικὴ ἢ πνευματικὴ δύναμη στὴν ἱστορία τῆς Δύσης. Ἀλλὰ ὑπῆρξε καὶ βαθιὰ καταστροφικὴ δύναμη. Κι ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν ἐπαινεῖ κανεὶς γ’ αὐτό, διότι ὑπάρχουν πάμπολλα πράγματα ποὺ τοὺς ἀξίζει νὰ καταστραφοῦν»[43].

ΛΟΓΙΚΗ στὴν νεωτερικότητα προκαλεῖ τερατογενέσεις: «Αὐτὸ ποὺ διακρίνει τὴ νεωτερικότητα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ χριστιανισμοῦ δὲν εἶναι ὅτι ἡ πρώτη εἶναι περισσότερο ἀφοσιωμένη στὴ λογικότητα ἀπ’ ὅσο ἡ δεύτερη, ἀλλὰ τὸ ὅτι ἡ λογικότητά της ἐξυπηρετεῖ διαφορετικὲς πρωτογενεῖς δεσμεύσεις, κάποιες ἀπὸ τὶς ὁποῖες (βλέπε ‘αἷμα καὶ γῆ’, ‘ἀρία φυλή’, ‘σοσιαλιστικὴ οὐτοπία’) παράγουν τερατογενέσεις στὸν βαθμὸ ἀκριβῶς ποὺ ἐπιδιώκονται μὲ τρόπο ‘ὀρθολογικό’»[44].

ΥΛΙΣΜΟΣ ὡς μεταφυσικὴ προκατάληψις: «Ὁ ὑλισμὸς δὲν εἶναι ἕνα ἐμπειρικὸ δεδομένο ἢ μιὰ ἀφοσίωση στὴ λογική. Εἶναι μιὰ μεταφυσικὴ προκατάληψη, τίποτα περισσότερο, καὶ μάλιστα μιὰ προκατάληψη ποὺ εἶναι ὁμολογουμένως πιὸ παράλογη ἀπὸ κάθε ἄλλη σχεδόν»[45].

ΑΘΕΪΣΜΟΣ χωρὶς βαθύνοια σκέψεως: «ὁ κάθε ‘πρωτόγονος’ ποὺ ἀντικρίζει τὸν κόσμο καὶ ἀναρωτιέται τί λογῆς θεὸς τὸν ἔπλασε, εἶναι πιὸ βαθύνους στοχαστὴς ἀπὸ τὸν ἀμετάπειστο ἀθεϊστή, ποὺ ἀπορρίπτει ἕνα τέτοιο ἐρώτημα ὡς νηπιῶδες»[46].

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ἡ σημερινὴ περισσότερο ὁμοιάζει μὲ ὑποδούλωσι: «Δὲν εἴμαστε ἀσφαλῶς ἀναγκασμένοι νὰ μοιραζόμαστε μὲ τοὺς μακρινούς μας προγόνους τὴν ἴδια ἀντίληψη περὶ ἐλευθερίας. Καλὸ εἶναι ὅμως νὰ εἴμαστε ἐνήμεροι περὶ τῆς διαφορᾶς. Εἶναι διδακτικό, ἂν μὴ τὶ ἄλλο, νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἡ ἐλευθερία μας ἐνδέχεται νὰ μοιάζει (μέσα ἀπὸ κάποια παλαιότερα πρίσματα) ὡς ἕνα εἶδος ὑποδούλωσης - ὑποδούλωσης σὲ ἀκαθοδήγητες παρορμήσεις, σὲ κενὲς ἰδιοτροπίες, σὲ ἀσημαντότητες, σὲ ἀπάνθρωπες ἀξίες. Καὶ δὲν βλάπτει νὰ διερωτόμαστε κάθε τόσο, ποῦ μᾶς ὁδηγεῖ τελικὰ μιὰ τέτοια σύλληψη ἐλευθερίας, πού ‘χει γιὰ ὁρίζοντα (συγκεκριμένα καὶ ἀναγκαστικά) τὸ τίποτα· μιὰ σύλληψη, πού, ὅπως ἔχω πεῖ, εἶναι μηδενιστικὴ μὲ τὴν πιὸ ἀκριβολόγο ἔννοια τοῦ ὅρου»[47].

ΚΟΣΜΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ἐποχὴ σκότους καὶ βίας: «Ζοῦμε σήμερα στὸν ἀπόηχο ἑνὸς αἰώνα ποὺ ἐπέδειξε τὴν πιὸ τερατώδη βία στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Στὴ διάρκειά του, ἡ κοσμικὴ τάξη (τόσο στὰ δεξιὰ τοῦ πολιτικοῦ συστήματος ὅσο καὶ στὰ ἀριστερά), ἀπελευθερωμένη ἀπὸ τὴν αὐθεντία τῆς θρησκείας, ἐπέδειξε προθυμία νὰ δολοφονεῖ σὲ ἀνεπανάληπτη κλίμακα καὶ μὲ μιὰ συνειδησιακὴ εὐκολία, ἀνεξήγητη ἀκόμα καὶ μὲ βάση τὰ κριτήρια τῆς διαστροφῆς. Ἂν θ’ ἄξιζε ποτὲ νὰ διδάσκουμε κάποια ἐποχὴ ὡς τὴν ἐποχὴ τοῦ σκοταδιοῦ, τότε σίγουρα αὐτὴ εἶναι ἡ δική μας. Μπαίνει σχεδὸν κανεὶς στὸν πειρασμὸ νὰ συμπεράνει πὼς ἡ κοσμικὴ διακυβέρνηση παραεῖναι βίαιη, ἰδιότροπη καὶ ἀναρχικὴ γιὰ ν’ ἀξίζει τὴν ἐμπιστοσύνη μας»[48].

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ χωρὶς ἠθικοὺς φραγμοὺς καταντᾶ τυραννία καὶ σκληρότης: «Ἂν ἡ πεμπτουσία τοῦ νεωτερικοῦ μύθου ἔγκειται στὸ ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία εἶναι ἡ δύναμη τῆς θέλησης καταπάνω στὴ φύση (ἀνθρώπινη ἢ κοσμολογική) καὶ ὅτι εἴμαστε ἐλεύθεροι νὰ κάνουμε τὸν ἑαυτό μας ὅ,τι θέλουμε, τότε δὲν εἶναι καθόλου αὐτονόητο πὼς ἡ βούληση τοῦ ἀτόμου πρέπει νὰ χαίρει προνομίων ἔναντι τῆς | ‘βούλησης τῶν εἰδῶν’. Ἂν δὲν ὑπάρχει καθορισμένη ἀνθρώπινη φύση καὶ θεῖο κριτήριο ποὺ νὰ περιορίζουν τὶς χρήσεις τῆς ἐλευθερίας, εἶναι ἀπόλυτα λογικὸ νὰ σκεφτοῦν κάποιοι πὼς εἶναι εὐκταῖα καὶ εὐγενὴς ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους, προκειμένου νὰ ἐπιτευχθεῖ κάτι ἰσχυρότερο, λογικότερο, ἀποτελεσματικότερο, τελειότερο. Ἡ φιλοδοξία τῆς ἀνάπλασης τῆς ἀνθρωπότητας στὴν ἴδια τὴν οὐσία της (κοινωνική, πολιτική, οἰκονομική, ἠθική, ψυχολογική) ἦταν ἀδιανόητη τότε ποὺ οἱ ἄνθρωποι λογάριαζαν τοὺς ἑαυτούς τους γιὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ μὲ τὴν ἐξάλειψη τοῦ ὑπερβατικοῦ καὶ τῆς ἕλξης καὶ αὐθεντίας ποὺ ἀσκοῦσε, κατέστη δυνατὸ νὰ θέλουμε ἕνα ἀνθρώπινο μέλλον κομμένο καὶ ραμμένο στὰ μέτρα τῶν ὁποιωνδήποτε ἰδανικῶν διαλέγουμε νὰ ἐνστερνιστοῦμε. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀστοχοῦμε λέγοντας πὼς ἡ ἀπόλυτη σκληρότητα μεγάλου μέρους τοῦ μεταχριστιανικοῦ κοινωνικοῦ ἰδεαλισμοῦ, προκύπτει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ σύλληψη τῆς ἐλευθερίας ποὺ βρίσκεται στὴν καρδιὰ τῶν πιὸ πολυφίλητων σύγχρονων ἀξιῶν»[49].

ΑΠΙΣΤΙΑ μεταχριστιανικὴ κατάστασις: «Ἕνας μεταχριστιανὸς ἄπιστος παραμένει σίγουρα, εἴτε τοῦ ἀρέσει εἴτε ὄχι, μετα-χριστιανός. Ζοῦμε σ’ ἕναν κόσμο, ποὺ μεταμορφώθηκε ἀπὸ μιὰ ἀρχαία ἐπανάσταση, μιὰ ἐπανάσταση στὴν κοινωνία, τὴ μεταφυσική, τὴν ἠθική, τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή· μιὰ ἐπανάσταση τέτοιας ἐκτάσεως, ποὺ μόνο ὁριακὰ κατορθώνουμε συνήθως νὰ συλλάβουμε»[50].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ἡ ἔνταξις σὲ αὐτὸν ὑποδήλωνε ὑπαρξιακὴ ἐπανάστασι: «Ἡ μεταστροφὴ στὸν χριστιανισμὸ σήμαινε ἀποκήρυξη ἑνὸς τεράστιου τμήματος ὅσων ἤξερες καὶ ἤσουν, προκειμένου νὰ συμμετάσχεις σὲ μιὰ νέα πραγματικότητα, τῆς ὁποίας οἱ ἀπαιτήσεις ἦταν ἀπόλυτες. Ἐπρόκειτο γιὰ τὴν τελεσίδικη καὶ ἀμετάκλητη ἀναχώρηση ἀπὸ ἕναν κόσμο, προκειμένου νὰ εἰσέλθεις σὲ ἕναν ἄλλο»[51].

ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ἀναγνωρίζουν τὴν ἐπικινδυνότητα τοῦ αὐθεντικοῦ Χριστιανισμοῦ: «Ὁ Κέλσος δὲν θὰ ἔδινε σημασία στοὺς χριστιανούς, ἂν δὲν εἶχε ἀναγνωρίσει πὼς στὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰρήνης ὑποκρύπτεται κάτι ἐξόχως ἐπικίνδυνο»[52].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ δομικὸ στοιχεῖο του ἡ χαρά: «Ἀλλὰ τὸ ‘καινοφανές’ στοιχεῖο ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο εἰσήγαγε στὸν κόσμο, τὴνν ἐποχὴ ποὺ γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε, ἦταν κάτι ποὺ ἡ εἰδωλολατρικὴ θρησκεία μποροῦσε μόνο κατὰ περίσταση νὰ τὸ σκιαγραφήσει, ἀλλὰ ποτὲ νὰ τὸ ὑποστηρίζει πραγματικά. Κάτι ποὺ ἡ προβολή του θὰ ἦταν πράγμα ἐπονείδιστο στὶς περισσότερες περιπτώσεις γιὰ τὴν εἰδωλολατρικὴ φιλοσοφία: ἦταν μιὰ βαθιὰ καὶ ἀκύμαντη χαρά»[53].

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ἡ ἀναγνώρισίς του ὡς προσώπου στὸ ρωμαϊκὸ δίκαιο: «Ἑπομένως, κατ’ ἐπέκταση, τὸ νὰ ἔχεις μιὰ persona, ἕνα ταφικὸ ἐκμαγεῖο τῶν προγόνων σου, σήμαινε νὰ ἔχεις πρόσωπο ἀπέναντι στὸν νόμο, νὰ ἀναγνωρίζεσαι δηλαδὴ ὡς κάποιος μὲ δικαιώματα καὶ προνόμια ἐνώπιον ἑνὸς δικαστηρίου, ἢ νὰ ἔχει ἐγκυρότητα ὁ λόγος τῆς τιμῆς σου, ἢ νὰ διαθέτεις ἁπλὰ ἀξιοσέβαστη κοινωνικὴ ταυτότητα, γιὰ τὴν ὁποία θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἐνήμεροι οἱ θεράποντες τῆς δικαιοσύνης»[54].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ὡς ἐσωτερικὴ ἐπανάστασις: «Οἱ ἐπαναστάσεις ποὺ ἀλλάζουν ὄντως τὴν ἀνθρώπινη πραγματικότητα στὰ πιὸ μύχια ἐπίπεδά της (δηλαδὴ οἱ μόνες πραγματικὲς ἐπαναστάσεις) εἶναι ἐκεῖνες ποὺ προσηλυτίζουν τὸν νοῦ καὶ τὴ βούληση, ποὺ ἀναμορφώνουν τὴ φαντασία καὶ ἀναπροσανατολίζουν τὴν ἐπιθυμία, ἐκεῖνες ποὺ ἀνατρέπουν καθετὶ τυραννικὸ μέσα στὶς ψυχές. Ἡ ἐπανάσταση τοῦ χριστιανισμοῦ, στοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες της, ἦταν μιὰ τέτοια ἐπανάσταση: ξετυλίχθηκε βαθμιαία, μὲ λεπτότητα, φαντάζοντας ὑπερβολικὰ μικρὴ καὶ κάπως ἀνοργάνωτη ἀρχικά. Φανέρωσε σιγὰ - σιγὰ τὸν δικό της τρόπο θέασης τῆς θείας πραγματικότητας, τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὸν εἰσήγαγε σταδιακὰ στὴν περιρρέουσα κουλτούρα, συχνότερα μὲ ἔργα παρὰ μὲ λόγια καὶ διαβαίνοντας καρτερικὰ ἀπὸ τὸν ἕναν αἰώνα στὸν ἄλλο»[55].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ἐπεβλήθη λόγῳ τῆς σημαντικότητός του: «Ἕνα κίνημα, γιὰ νὰ ἑλκύσει τὴν προσοχή, νὰ ἐμπνεύσει ἐμπιστοσύνη στὰ μέλη του καὶ τρόμο στοὺς ἐχθρούς του, δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι μεγάλο· ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ εἶναι σημαντικό»[56].

ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΣ πέρασμα ἀπὸ τὴν κρατικὴ θρησκεία στὴν θρησκεία τοῦ κράτους: «Καὶ μόνο κατὰ τὴν πρώιμη νεωτερικότητα ἔμελλε νὰ κριθεῖ ἡ μάχη, ὅταν πιὰ ἡ Ἐκκλησία συρρικνώθηκε στὸ ἐπίπεδο τῆς κρατικῆς θρησκείας, ὡς τμῆμα τῆς μετάβασης τῆς Δύσης στὴν ὑστερονεωτερικὴ ἀναγωγὴ τοῦ κράτους σὲ θρησκεία»[57].

ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΣ ἀνέτρεπε τὸ χριστιανικὸ ἀφήγημα τῆς ἀπολυτρώσεως: «Ἐν τέλει ὅμως, ἡ ἀρειανικὴ ἄποψη ἦταν ἀστήρικτη, ἐπειδὴ ἁπλὰ καθιστοῦσε ἀσυνάρτητο τὸ χριστιανικὸ ἀφήγημα τῆς ἀπολύτρωσης, ὅπως κατανοοῦνταν, διακηρυσσόταν καὶ βιωνόταν γιὰ γενιὲς ὁλόκληρες στὴν προσευχὴ καὶ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας»[58].

ΑΝΘΡΩΠΟΣ θὰ συνεχίσει νὰ ὑπάρχει στὴν νεωτερικότητα; «Ἂν ἡ ‘ἀνθρωπιά’, ὅπως τὴν καταλαβαίνουμε σήμερα, ἀποτελεῖ θετικὴ ἀνακάλυψη τοῦ χριστιανισμοῦ, καταπῶς ἰσχυρίστηκα στὶς προηγούμενες σελίδες, τί κατάληξη μέλλεται σ’ ἕναν πολιτισμὸ πού ‘χει γίνει πραγματικὰ μετα-χριστιανικός; Θὰ γίνει τάχα καὶ μετα-ἀνθρώπινος;»[59].

ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΜΟΣ ὑπερέχει τοῦ νοήματος σήμερα: «αὐτὸ ποὺ προκαλεῖ ἐντυπωσιασμὸ πουλάει καλύτερα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ βγάζει νόημα»[60].

ΘΡΗΣΚΕΙΑ διαχρονικὸ φαινόμενο τῶν ἀνθρώπων: «Ἀκόμα καὶ μὲ καθαρὰ πρακτικοὺς ὅρους, τὸ νὰ ἀπεχθάνεσαι τὴ θρησκεία ἔτσι γενικὰ κι ἀόριστα, συνιστᾶ ἔπαρση ἄνευ νοήματος. Τὸ φαινόμενο τῆς θρησκείας, ὡς ἱστορικὴ δύναμη, δὲν ὑπῆρξε οὔτε ἁπλῶς καλὸ οὔτε ἁπλῶς κακό, ἀλλὰ ἀντικατόπτριζε πάντα τὴν ἀνθρώπινη φύση σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις της»[61].

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ἡ ὀρθὴ ὄχι μόνον ὡς ἐπιλογή, ἀλλὰ ὡς σκοπὸς τῆς ἐπιλογῆς: «πρόκειται δηλαδὴ γιὰ τὴν τάση τῆς σύγχρονης σκέψης νὰ βλέπει κατ’ ἀρχὴν τὸν τόπο τῆς ἐλευθερίας στὴν πηγαία δύναμη ἐπιλογῆς τοῦ ὑποκειμένου, παρὰ στοὺς σκοποὺς ποὺ τὸ ὑποκείμενο αὐτὸ ἐπιλέγει. Ἔτσι κατανοούμενη, ἡ ἐλευθερία συνίσταται ἀπο|κλειστικὰ ἀπὸ τὴ δύναμη τῆς ἐπιλογῆς καθαυτή. Συνεπῶς, δὲν εἶναι οὔτε ὁ Θεός, οὔτε ἡ φύση, οὔτε ὁ λόγος, αὐτοὶ ποὺ προσδίδουν σὲ μιὰ πράξη τὸ μέτρο τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας, καθότι μιὰ πράξη εἶναι ἐλεύθερη μόνο ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ διαπραχθεῖ ἀψηφῶντας τοὺς τρεῖς αὐτοὺς παράγοντες»[62].

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ἡ ἀπόρριψίς του ὁδηγεῖ στὸν μηδενισμό: «Εἶναι ἀλήθεια μᾶλλον πὼς ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ἡ μαῖα τοῦ μηδενισμοῦ, ἀκριβῶς ἐπειδή, ὅταν τὸν ἀπορρίπτει ἕνας λαός, ἀπορρίπτει ἀναγκαστικὰ τὰ πάντα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν γυμνὸ ὁρίζοντα τῆς ἀκαθόριστης θέλησης. Κάθε ἄλλος θεὸς εἶναι πλέον ἀνύπαρκτος. Ἡ ἱστορία τοῦ σταυρωμένου Θεοῦ ἀνέλαβε τὰ πάντα πάνω της, ὁπότε φεύγοντας, παίρνει καὶ τὰ πάντα μαζί της: ἐθισμοὺς εὐλάβειας καὶ συγκράτησης, τὸ δέος, τὴν προσταγὴ τοῦ Καλοῦ μέσα μας»[63].

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ἡ ἔκπτωσίς του στὸ ἐπίπεδο τοῦ ζώου εἶναι ἔκπτωσις: «Ὅταν ὁ φιλόδοξος πίθηκος παύει νὰ σκέφτεται τὸν ἑαυτό του ὡς πεπτωκότα ἄγγελο, ἀναπόφευκτα τὸ παίρνει ἀπόφαση πὼς εἶναι πίθηκος, ἔπειτα βρίσκει ἱκανοποίηση μὲ τὴ συνομοταξία του, καὶ στὸ τέλος χαίρεται κιόλας ποὺ τὸ σύμπαν δὲν τοῦ ζητᾶ τίποτα περισσότερο ἀπὸ μιὰ πιθηκίσια ἱκανοποίηση. Ἂν μὴ τὶ ἄλλο, μοιάζει βέβαιο πὼς θὰ λείπουν πάντα ἀπὸ τὸν μεταχριστιανικὸ πολιτισμὸ οἱ ἀπαραίτητοι πνευματικοὶ πόροι, ἢ ὁ ἀναγκαῖος ὀργανωτικὸς μῦθος, προκειμένου νὰ παραχθεῖ ὁτιδήποτε ἀνάλογο πρὸς τὰ πολιτιστικὰ θαύματα, ποὺ ξεπήδησαν κάτω ἀπὸ τὸν προστα|τευτικὸ θόλο τῆς θρησκείας τοῦ Θεανθρώπου»[64].

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ἀντιλήψεις νὰ ζοῦν μόνον οἱ ὑγιεῖς: «Ὁ ἀείμνηστος Joseph Fletcher γιὰ παράδειγμα, ποὺ δὲν εἶναι ἀφανὴς ἢ ἀσήμαντος φιλόσοφος, παραπονιόταν ἀνοιχτὰ πὼς ἡ σύγχρονη ἰατρικὴ συνεχίζει νὰ μολύνει τὴ γενετική μας δεξαμενή, διὰ τῆς συντηρήσεως κατώτερων γενετικῶν τύπων, καὶ ὑποστήριζε τὴ χρήση νομικῶν ἐξαναγκασμῶν (συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἀναγκαστικῆς ἔκτρωσης), προκειμένου νὰ βελτιωθεῖ ἡ ποιότητα τοῦ εἴδους. Εἶναι ἀπαραίτητο, ὑποστήριζε, νὰ κάνουμε ὅ,τι περνάει ἀπὸ τὸ χέρι μας, προκειμένου νὰ ἀπαλλάξουμε τὴν κοινωνία ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ‘ἡλίθιων’ καὶ τῶν ‘ἀσθενῶν’ ἐκπροσώπων τοῦ εἴδους, καὶ νὰ ἀποθαρρύνουμε ἢ νὰ ἐμποδίζουμε τοὺς γενετικὰ κατώτερους ἀπὸ τὸ νὰ ἀναπαράγονται. Ἰσχυριζόταν πὼς ἡ ἀναπαραγωγὴ δὲν εἶναι δικαίωμα, καὶ ὁ νόμος πρέπει νὰ ὁρίζει ἕνα μίνιμουμ κριτήριο ὑγείας, ποὺ θὰ πρέπει κάθε παιδὶ νὰ πληροῖ, προκειμένου νὰ τοῦ παρέχεται | ἄδεια εἰσόδου στὸν κόσμο μας»[65].

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ἡ ζωὴ τῶν ἀναπήρων δὲν εἶναι βάρος τῶν ἄλλων: «οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν, ποὺ ἔχουμε γνωρίσει ἀνθρώπους  μὲ σύνδρομο Down, γνωρίζουμε ἐπίσης ὅτι πάρα πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς μοιάζουν πιὸ κεφᾶτοι ἀπὸ τὸν μέσο ὅρο τῶν ἀνθρώπων καὶ μοιάζουν νὰ ἔχουν ἕνα πηγαῖο χάρισμα εὐγένειας, ὑπομονῆς καὶ ἐλπίδας, ποὺ εἶναι ζηλευτό. Ἡ ζωή τους δὲν μοιάζει πιὸ ἐλλιπὴς σὲ πλούτη καὶ νόημα ἀπὸ κείνη τῶν ἀκαδημαϊκῶν τῆς βιοηθικῆς· οὔτε δείχνει νὰ εἶναι βάρος στὴ ζωὴ κάποιων διπλανῶν τους περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἐμπλουτίζει τὴ ζωὴ κάποιων ἄλλων»[66].

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ἡ γνῶσις τῆς οὐσίας του ὑπερβαίνει τὸ γονιδίωμά του: «τὸ νὰ ξέρεις πῶς δουλεύουν τὰ γονίδια εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα μὲ τὸ νὰ ἐξουσιοδοτεῖσαι νὰ λὲς τί εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ἢ τί πρέπει νὰ εἶναι. Αὐτὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς πολλὲς αἰτίες ποὺ μὲ κάνουν νὰ ὑποψιάζομαι ὅτι ἡ σύγχρονη ‘ἐποχὴ τοῦ λόγου’ εἶναι μὲ πολλοὺς τρόπους μιὰ ἐποχὴ σχεδὸν ἀπόλυτου παραλόγου, μιὰ ἐποχὴ ποὺ συνεχῶς ἰσορροπεῖ ἀβέβαια στὸ χεῖλος τῆς ἀμιγέστερης βαρβαρότητας (κι ἐνίοτε, γλιστράει καὶ μέσα της)»[67].   

ΓΝΩΣΙΣ ταπείνωσις νὰ δεχόμαστε ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη ποὺ ἀγνοοῦμε: «μιὰ λογικὴ ζωὴ περιλαμβάνει τουλάχιστον τὴν ἱκανότητα νὰ συλλαμβάνει κανεὶς τί εἶναι αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρει, καὶ νὰ ἀναγνωρίσει πὼς αὐτὸ ποὺ ξέρει, δὲν εἶναι ἴσως τὸ μόνο εἶδος αὐθεντικῆς γνώσης ποὺ ὑπάρχει»[68].

ΙΔΕΕΣ στηρίζονται καὶ διατηροῦνται σὲ γενικώτερα ἀφηγήματα – βιοθεωρίες: «οἱ ἰδέες σχετίζονται μεταξύ τους ὄχι μόνο γενετικά, ἀλλὰ καὶ δομικά. Ἂν παύουν νὰ εἶναι παροῦσες οἱ πεποιθήσεις ἢ τὰ ἀφηγήματα ἢ οἱ λογικὲς ἀρχὲς ποὺ δίνουν ζωὴ σὲ μιὰ ἰδέα, τότε ἡ ἰδέα χάνει τὸ ὀργανικό της περιβάλλον καὶ καταστρέφεται, ἐκτὸς κι ἂν βρεθεῖ ἄλλος ἰδεολογικὸς ὀργανισμὸς ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τὴν ἀφομοιώσει μὲ ἐπιτυχία»[69].

ΠΙΣΤΙΣ σὲ Θεό· ὁδηγεῖ σὲ ἠθικὴ συμπεριφορά: «Ἂν ὑπάρχει ἕνας Θεὸς ἀπέραντης ἀγάπης καὶ καλοσύνης, τοῦ ὁποίου εἰκόνα εἶναι κάθε ἄνθρωπος, τότε προκύπτουν ἀναπόδραστα ἠθικὰ συμπεράσματα· ἂν δὲν ὑπάρχει, τότε αὐτὰ τὰ συμπεράσματα δὲν ἔχουν νόημα»[70].



[1] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 10-11.

[2] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 12.

[3] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 14.

[4] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 15.

[5] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 23.

[6] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 24.

[7] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 33.

[8] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 36.

[9] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 38.

[10] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 40.

[11] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 41.

[12] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 42.

[13] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 44.

[14] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 44.

[15] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 49.

[16] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 50.

[17] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 51.

[18] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 52.

[19] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 55.

[20] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 56.

[21] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 63.

[22] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 66.

[23] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 67.

[24] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 71.

[25] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 115.

[26] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 121.

[27] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 127.

[28] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 144.

[29] Rodney Stark, παρά: Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 145.

[30] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 146.

[31] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 146.

[32] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 148.

[33] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 149.

[34] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 151.

[35] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 153.

[36] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 158.

[37] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 160.

[38] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 161.

[39] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 166.

[40] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 167.

[41] Henri Daniel Rops, παρά: Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 168.

[42] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 171.

[43] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 174.

[44] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 177.

[45] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 179.

[46] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 181.

[47] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 183.

[48] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 184.

[49] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 185-186.

[50] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 188.

[51] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 191.

[52] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 197.

[53] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 244.

[54] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 280.

[55] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 305.

[56] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 307.

[57] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 326.

[58] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 341.

[59] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 356.

[60] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 361.

[61] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 362.

[62] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 368.

[63] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 376.

[64] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 377-378.

[65] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 383-384.

[66] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 385.

[67] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 386.

[68] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 387.

[69] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 389.

[70] Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χάρτ, Οἱ αὐταπάτες τῶν ἀθεϊστῶν (Ἀθήνα: Ἐν Πλῷ, 2017), σ. 389.