Μανώλης Κωστίδης
Βαπτίζονται χριστιανοὶ στὴν Τουρκία
https://www.kathimerini.gr/
6.4.2026
Στοὺς ναοὺς τῆς Πόλης συναντάει κανεὶς ὁλοένα καὶ περισσότερους νεοφώτιστους. Ἡ «Κ» μίλησε μὲ ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν στὴν Τουρκία καὶ πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ βαπτισθοῦν. Πῶς ἀντιδρᾶ ἡ ὁμογένεια

Οἱ ὁμογενεῖς τοὺς λένε «νεοφώτιστους». Δὲν εἶναι ἕνας ἢ δύο. Εἶναι δεκάδες καὶ τὰ τελευταῖα χρόνια ὁλοένα καὶ αὐξάνονται. Εἶναι τὰ νέα πρόσωπα ποὺ ἐμφανίζονται στοὺς ναοὺς τῆς Πόλης. Ἄνθρωποι ποὺ ζοῦν στὴν Τουρκία, ἀπὸ διαφορετικὸ θρησκευτικὸ καὶ πολιτισμικὸ ὑπόβαθρο, ἀποφάσισαν νὰ ἀλλάξουν θρησκεία καὶ νὰ βαπτισθοῦν χριστιανοί.
Αἴτηση καὶ κατήχηση
Ἡ ὅλη διαδικασία ξεκινάει μὲ τὴν ὑποβολὴ αἰτήσεως. Οἱ αἰτήσεις ἐξετάζονται ἀπὸ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀξιολογεῖ τὴν εἰλικρίνεια, τὴν ὡριμότητα, ἀλλὰ καὶ τὰ κίνητρα τῶν ὑποψηφίων. Ἡ ποιμαντικὴ αὐτὴ μέριμνα ἀποσκοπεῖ στὴ διασφάλιση ὅτι ἡ ἀπόφαση γιὰ ἔνταξη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελεῖ συνειδητὴ καὶ ἐλεύθερη ἐπιλογὴ πίστεως.
Μετὰ τὴν ἔγκριση, οἱ ὑποψήφιοι ἐντάσσονται σὲ πρόγραμμα κατήχησης, τὸ ὁποῖο πραγματοποιεῖται ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ κατήχηση διαρκεῖ ἀπὸ ἕξι ἕως δώδεκα μῆνες, ἀνάλογα μὲ τὴν προσωπικὴ πορεία καὶ τὴν πνευματικὴ ἑτοιμότητα κάθε κατηχουμένου. Κατὰ τὴ διάρκειά της, οἱ ὑποψήφιοι διδάσκονται τὶς βασικὲς ἀλήθειες τῆς ὀρθόδοξης πίστης, τὴ λειτουργικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Ἡ κορύφωση αὐτῆς τῆς πορείας εἶναι τὸ Ἅγιο Βάπτισμα.
Ὁ 45χρονος Σάββας μᾶς ἐξηγεῖ τὴ δική του πορεία: «Μέχρι πρὶν ἀπὸ ὀκτὼ χρόνια ἤμουν μουσουλμᾶνος, ὅμως δὲν εἶχα καμία σχέση μὲ τὴ θρησκεία, οὔτε καὶ ἰδιαίτερη ἐπαφὴ μὲ τὴ χριστιανικὴ πίστη. Μιὰ Παρασκευὴ βράδυ εἶδα ἕνα ὄνειρο. Ξύπνησα γεμᾶτος ἀγωνία καὶ τὸ ἀνέφερα στὴ σύζυγό μου. Τότε ἐκείνη μοῦ εἶπε πὼς ὑπάρχει μιὰ ἐκκλησία στὸ Νεοχώρι, στὸν Βόσπορο, καὶ νὰ πάω νὰ ἀνάψω ἕνα κερί. Ἐκεῖ γνώρισα τὸν κύριο Λάκη Βίγκα, ποὺ ἦταν ὑπεύθυνος τῆς κοινότητας.
Ἀργότερα ἀποφάσισα νὰ κάνω τὸ ἑπόμενο βῆμα. Ὑπῆρξε μιὰ περίοδος διαδικασίας περίπου ἑνὸς ἔτους γιὰ κατηχητικό. Ἀφοῦ ἔγιναν ὅλα ὅπως πρέπει καὶ ἤμουν ἕτοιμος, βαπτίστηκα. Τὸ ὄνομά μου ἦταν Ἐρκάν. Ἔγινα Σάββας.
Ἡ σύζυγός μου δὲν ἔκανε τὸ ἴδιο βῆμα μαζί μου. Τὰ παιδιά μου, ὁ Θεόδωρος καὶ ὁ Ἄρης, βαπτίστηκαν. Χαίρομαι ἰδιαίτερα ποὺ μεγαλώνω τὰ παιδιά μου μὲ αὐτὸν τὸν πολιτισμὸ καὶ τὴ θρησκεία. Ὅταν ὁ γιός μου, ὁ Ἄρης, 4,5 ἐτῶν, μοῦ λέει "καλὴ Σαρακοστή", χαίρομαι πολύ. Ὁ Θεόδωρος εἶναι 7 ἐτῶν καὶ πηγαίνουν στὸ σχολεῖο στὸ Ζάππειο. Ὑπῆρξαν δυσκολίες στὴν ἐγγραφή τους, ἀλλὰ τὰ καταφέραμε. Ἐγὼ θὰ ζήσω καὶ θὰ πεθάνω ἐδῶ. Νομίζω πὼς ὅλα ἔγιναν ἐπειδὴ ἡ Παναγία ἦρθε, μὲ ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ ἔφερε ἐδῶ. Ἐμεῖς εἴμαστε μιὰ οἰκογένεια».
Λίγη ὥρα μετὰ τὴ βάπτισή του συναντήσαμε τὸν Νικόλαο: «Τὸ ὄνομά μου τώρα πιὰ εἶναι αὐτό. Πρὶν μὲ ἔλεγαν Σαχάμπ. Κάποιοι ἀπὸ τὸ σόϊ τῆς γιαγιᾶς μου εἶχαν ρίζες ἀπὸ Ρωμιούς, ἀλλὰ δὲν πήγαιναν συχνὰ στὴν ἐκκλησία. Ὅταν μεγάλωσα, τὸ ἤθελα καὶ ἀποφάσισα νὰ προχωρήσω γιὰ νὰ γίνω χριστιανός. Ἤμουν μουσουλμᾶνος, ἀλλὰ στὰ χαρτιά. Τώρα εἶμαι χαρούμενος. Γιὰ νὰ πάρω τὴν ἀπόφαση ἔπρεπε νὰ σταθῶ στὰ πόδια μου, νὰ μὴν ἐξαρτῶμαι ἀπὸ κάποιους καὶ νὰ ζήσω ὅπως θέλω. Τότε πῆγα μὲ δική μου βούληση στὴν ἐκκλησία καὶ ζήτησα νὰ μὲ βοηθήσουν. Ἔκανα δύο χρόνια κατηχητικό. Ἔχω μαζί μου φίλους ἀπὸ ὅλη τὴν Τουρκία. Πέντε ἡμέρες δὲν κοιμόμουν ἀπὸ τὴν ἀγωνία μου καὶ τώρα ἡ χαρά μου εἶναι μεγάλη».
Νονὰ ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα
Ἡ νονὰ τοῦ Νικολάου εἶναι ἡ Χαρούλα Παρουτιάδη, ποὺ ἦρθε ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα. Μᾶς ἐξηγεῖ πὼς τὸν Νικόλαο τὸν εἶχαν γνωρίσει ὅταν ἦταν μικρὸς μέσῳ τοῦ θείου του: «Ἀποφάσισε νὰ βαπτιστεῖ καὶ ἦρθα νὰ γίνω νονά».
Μετὰ τὸ βάπτισμα, οἱ νεοφώτιστοι συμμετέχουν ἐνεργὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ στὶς ἑλληνορθόδοξες παραδόσεις. Ἐκκλησιάζονται τακτικὰ καὶ ἐντάσσονται στὴν ἐνοριακὴ κοινότητα. Ὁρισμένοι ἔχουν ἐπιλέξει μάλιστα νὰ ἀφιερωθοῦν πλήρως στὸν μοναχικὸ βίο, μεταβαίνοντας στὸ Ἅγιον Ὅρος ὡς δόκιμοι μοναχοί. Παράλληλα, νέοι ἄνθρωποι ἔχουν ἀποφασίσει νὰ σπουδάσουν θεολογία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ἐπιθυμῶντας νὰ ἐμβαθύνουν στὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία καὶ νὰ ὑπηρετήσουν τὴν Ἐκκλησία.
Συναντήσαμε τὸν Δανιήλ, τοῦ ὁποίου τὸ προηγούμενο ὄνομα ἦταν Ἀκίφ. Στὰ παιδικά του χρόνια, ὅπως λέει, τοὺς δίδασκαν διάφορες θρησκεῖες, ἀλλὰ ὅταν μεγάλωσε θέλησε νὰ ἀκολουθήσει αὐτὸν τὸν δρόμο. Ὅπως καὶ ὁ Μεχμέτ, ποὺ ἔγινε Μᾶρκος καὶ εἶναι μηχανολόγος μηχανικός: «Ἤμουν ἄθεος καὶ ἔψαχνα τὸν δρόμο μου. Μετὰ ἄρχισα νὰ ἀναζητῶ τί νὰ κάνω. Ἡ σύντροφός μου μὲ βοήθησε νὰ βρῶ τὸν δρόμο καί, ἀφοῦ διάβασα πολλά, διάβασα καὶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ διαπίστωσα πὼς ὁ πατέρας μου, ἄθελά του, μὲ εἶχε μεγαλώσει μὲ τοὺς ὅρους τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἀρχικὰ δὲν μποροῦσα νὰ πάω σὲ ἐκκλησία. Μετὰ ἔκανα αἴτηση, τὸ ζήτησα ἐγώ. Πέρασα μιὰ δοκιμασία. Ἀφοῦ ἔγινα χριστιανός, ἔγινα πιὸ ἤρεμος. Ἡ οἰκογένειά μου ξέρει τὴν ἀπόφασή μου καὶ δὲν ἀντέδρασε».
Συναντήσαμε καὶ μιὰ οἰκογένεια ἀπὸ τὸ Ἰράν. Ὁ Μοχαμὰντ εἶναι ὁ πατέρας, ὁ ὁποῖος βαπτίστηκε μὲ τὸ νέο του ὄνομα, Χριστόφορος. Ἡ κόρη του, ἡ Ἀνθοῦσα, μᾶς ἀναφέρει: «Εἶχα μεγάλο ἄγχος, ἀλλὰ τώρα εἶμαι ἰδιαίτερα χαρούμενη καὶ νιώθω μεγάλη ἱκανοποίηση ποὺ ἔκανα αὐτὸ τὸ βῆμα. Ὁ πατέρας μου εἶχε ἔρθει ἐδῶ ἀπὸ τὸ Ἰρὰν διασχίζοντας τὰ βουνά, καθὼς τὸν εἶχαν συλλάβει καὶ διέφυγε ἐπειδὴ ἀπὸ μουσουλμᾶνος εἶχε γίνει προτεστάντης. Τώρα, μετὰ ὀκτὼ χρόνια στὴν Τουρκία, ἀποφασίσαμε ὅλη ἡ οἰκογένεια νὰ βαπτιστοῦμε ὀρθόδοξοι. Εἶναι μιὰ ἱστορία μαρτυρίου ποὺ περάσαμε στὸ Ἰράν, ὅμως τώρα ζοῦμε μὲ χαρὰ τὸ ὄνειρό μας. Ζοῦμε ἐλεύθεροι καὶ πραγματοποιοῦμε τὴν ἐπιθυμία μας».
Ρεβέκκα ἀπὸ τὴ Σμύρνη – «Εἶχα ἕνα κενὸ μέσα μου. Ἔμαθα νὰ ἀγαπῶ τὸν Θεὸ καὶ ἄρχισα νὰ ἀγαπῶ τὸν ἑαυτό μου. Εἶναι σὰν νὰ ἔφτασα στὸ σπίτι μου. Ἔχω ἠρεμήσει», λέει ἡ Τουγτσὲ ἀπὸ τὴ Σμύρνη, ποὺ σύντομα θὰ λάβει τὸ ὄνομα Ρεβέκκα.
Ἡ Τουγτσὲ εἶναι προγραμματίστρια ὑπολογιστῶν. Τὴ συναντήσαμε στὴ Σμύρνη. Μᾶς ἐξηγεῖ πῶς ἀποφάσισε νὰ γίνει χριστιανή. Τώρα παρακολουθεῖ μαθήματα κατήχησης καί, ὅταν ὁλοκληρώσει τὴ διαδικασία, θὰ βαπτιστεῖ καὶ θὰ λάβει τὸ ὄνομα Ρεβέκκα. «Στὰ 13 μου διάβασα τὸ Εὐαγγέλιο. Οἱ γονεῖς μου δὲν ἦταν θρησκευόμενοι. Ἐκεῖ γνώρισα τὴν ἀγάπη. Στὰ 15-16 μου εἶχα δεῖ σὲ ἐκκλησία διάφορους παπᾶδες καὶ ἔλεγα πὼς θὰ γίνω χριστιανή. Ὁ Θεός, ὁ Χριστός, ἦταν πάντα στὴ ζωή μου. Εἶχα προβλήματα. Ἔχασα τὸν σύζυγό μου τὸ 2022, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀντιρρησίας συνείδησης. Τὸ 2023, ὅταν πέθανε καὶ ἡ μητέρα μου, ἔχασα τὴν ἐλπίδα μου. Κάποια στιγμὴ ἤμουν σὲ πολὺ ἄσχημη κατάσταση καὶ σκέφτηκα νὰ πάω στὴν ἐκκλησία, κάτι ἄλλαξε μέσα μου. Πρὶν εἶχα ἕνα κενὸ μέσα μου. Ἔμαθα νὰ ἀγαπῶ τὸν Θεὸ καὶ ἄρχισα νὰ ἀγαπῶ τὸν ἑαυτό μου. Εἶναι σὰν νὰ ἔφτασα στὸ σπίτι μου. Ἔχω ἠρεμήσει. Ὁ ἀρραβωνιαστικὸς μοῦ εἶπε ὅτι στὴν καρδιά μου ἔχω τὸν Χριστὸ καὶ πὼς τὸ σέβεται. Ἡ οἰκογένειά του μοῦ ἔκανε δῶρο ἕνα σταυρό. Στὴν ἐργασία μου ἦταν πολὺ ὑποστηρικτικοί. Πέρυσι μοῦ ἔδωσαν ἄδεια τὸ Πάσχα καὶ πῆγα νὰ ἐργαστῶ στὸ μπαϊράμι τῶν μουσουλμάνων. Σεβάστηκαν τὴν ἐπιθυμία μου».
Οἱ φόβοι γιὰ τὴ γλῶσσα καὶ τὴν ταυτότητα τῆς μειονότητας
Ὁ τέως πρόεδρος τῆς Κοινότητας Νεοχωρίου, Λάκης Βίγκας, ἀναφέρει ὅτι ἡ δική του μαρτυρία ἀνάγεται στὴν περίοδο γύρω στὸ 2007, ὅταν πρωτογνώρισε ἕνα ἄγνωστο στὴν κοινότητα ζευγάρι, τὸ ὁποῖο συμμετεῖχε στὴν κυριακάτικη λειτουργία στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Παναγίας Κουμαριώτισσας στὸ Νιχώρι καὶ συνεχίζει μέχρι σήμερα συστηματικά, παραμένοντας ἐνεργὸ στὴν κοινοτικὴ ζωή. Ἀργότερα προστέθηκαν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι μὲ σεβασμὸ καὶ ἀγάπη ἀκολουθοῦν τὶς παραδόσεις καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή.
Ἡ πλειονότητα τῶν βαπτισθέντων ποὺ γνώρισε εἶναι ἄνθρωποι σοβαροί, μὲ παιδεία, καὶ ἡ ἐπιλογή τους ἀποτελεῖ συνειδητὴ στάση ζωῆς. Πολλὲς φορές, ὅσοι θεωροῦνται γηγενεῖς ἐκπλήσσονται ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὸ ἐπίπεδο τῶν γνώσεών τους, καθὼς ἐργάζονται μὲ ὑπομονὴ καὶ μελετοῦν μὲ ζῆλο, ἐμβαθύνοντας στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, καθὼς καὶ στὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ κ. Βίγκας ἀναφέρει ὅτι τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο στὴ λειτουργικὴ καὶ κοινοτικὴ ζωὴ παραμένει ἡ γλῶσσα. «Ἐπιβάλλεται νὰ βροῦμε λύσεις γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ἡ ἑλληνοφωνία στοὺς ναούς μας. Γιὰ ἐμᾶς ἡ διατήρηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, εἰδικὰ μέσα στὶς ἐκκλησίες μας, εἶναι ἐν τῶν ὧν οὐκ ἄνευ γιὰ τὴ συνέχιση τῆς ὕπαρξης τῆς Ρωμιοσύνης».
Ἡ ὁμογενειακὴ ἐφημερίδα «Ἀπογευματινή», μὲ κύριο ἄρθρο της, ἐκφράζει διαφορετικὴ ἄποψη, τονίζοντας ὅτι: «Σήμερα, ποὺ ὁ πληθυσμός μας βαίνει μειούμενος, παρατηρεῖται τὸ ἑξῆς φαινόμενο: Τοῦρκοι μουσουλμᾶνοι ποὺ βαπτίζονται ἐγγράφονται στὰ ἑλληνορθόδοξα μειονοτικὰ σχολεῖα. Στὸν νοῦ τοῦ κάθε καλοπροαίρετου παρατηρητῆ γεννᾶται τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: "Μήπως τελικὰ εἶναι αὐτὴ ἡ λύση στὸ δημογραφικό;". Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὄχι.
Ὅπως ἔχει ξαναειπωθεῖ, ἡ ἀλλαγὴ πίστης εἶναι θεμελιῶδες δικαίωμα καὶ οἱ θρησκευτικοὶ λειτουργοὶ ἔχουν τὴν ὑποχρέωση νὰ τὴν ἐπικυρώνουν. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὅμως, ἡ ἀλλαγὴ πίστης ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν καταγωγὴ ἀπὸ τὴ μειονότητά μας νὰ συνεπάγεται τὴν ἄμεση καὶ αὐτόματη ἔνταξή τους σὲ αὐτήν. Ὅλοι οἱ ὁμογενειακοὶ θεσμοί, ὡς θεματοφύλακες τοῦ ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ, ἔχουμε τὴν ὕψιστη εὐθύνη διαφύλαξης τῆς μητρικῆς μας γλώσσας, τῶν ἠθῶν, ἐθίμων καὶ παραδόσεών μας. Ὀφείλουμε ἐπίσης νὰ προστατεύουμε τὴν κοινοτική μας περιουσία, τὴν ὁποία οἱ πρόγονοί μας –τὴν ὥρα τῆς φυγῆς τους– μεταβίβασαν σὲ φίλια χέρια "ἆρον ἆρον", ὥστε νὰ μὴν ὑφαρπαχθεῖ ὁ ἱδρῶτας τους, νὰ μὴ χαθοῦν οἱ ἀναμνήσεις τους καὶ νὰ μὴ διαστρεβλωθεῖ ἡ ἱστορία τους».