Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Στεργίου Σάκκου, Προτύπωση τοῦ Σταυροῦ τὸ σημεῖον ΤΑΥ

 

Προτύπωση τοῦ Σταυροῦ: Τὸ σημεῖον Ταῦ (Τ) (Ἰεζ. 9, 4)

Στεργίου Σάκκου, Ὁ Σταυρὸς εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην (Ἀθῆναι: Σταυρός, 1969), σσ. 114-117

 

Ἕνας ἀπὸ τοὺς κυριωτέρους τύπους τοῦ σταυροῦ, καὶ ἴσως ὁ τελευταῖος, εἶνε ὁ δοθεὶς διὰ τοῦ προφήτου Ἰεζεκιήλ. Ἐνῶ ὁ Ἰεζεκιήλ εὑρίσκεται εἰς τὴν Βαβυλῶνα μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους αἰχμαλώτους Ἑβραίους, μία δύναμις τὸν ἁρπάζει, τὸν ὑψώνει μετέωρον εἰς τὰ νέφη, καὶ τὸν μεταφέρει εἰς Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ βλέπει ἐν ὁράματι ἕνα θέαμα, ποὺ τοῦ φέρει μεγάλην θλίψιν. Βλέπει ἕνα πλῆθος ἀποστατῶν καὶ ἀρνητῶν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ νὰ περιφρονοῦν τὸν ναὸν καὶ τὴν λατρείαν τοῦ Κυρίου, καὶ νὰ προσκυνοῦν πλῆθος εἰδώλων. Μεγάλη διαφθορὰ βασιλεύει, καὶ οἱ δίκαιοι ποὺ ἀπέμειναν εἶνε ἐλάχιστοι. Ὁ Θεὸς ὅμως τὸν ὁδηγεῖ ἐνώπιον τῆς θλιβερᾶς αὐτῆς εἰκόνος διὰ νὰ τοῦ δείξῃ τὴν τιμωρίαν τῶν ἀποστατῶν. Μία φωνὴ τοῦ δίδει νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ κοινωνία ἐκείνη διέρχεται τὰς τελευταίας στιγμάς της. «Ἤγγικεν ἡ ἐκδίκησις τῆς πόλεως», λέγει ἡ φωνή, καὶ εἰς τὸ ἄκουσμά της ἐμφανίζονται ἓξ ἄνδρες μὲ πελέκεις εἰς τὰς χεῖρας, ἕτοιμοι νὰ ἀρχίσουν τὴν καταστροφήν. Μεταξύ αὐτῶν προχωρεῖ καὶ ἕνας διακρινόμενος ἀπὸ τοὺς ἄλλους διὰ τὴν ὑπεροχήν, τὴν ὡραιότητα καὶ τὴν μεγαλοπρέπειάν του. Τὰ χαρακτηριστικά του ὁμοιάζουν μὲ τὰ χαρακτηριστικὰ ἐκείνου, ποὺ θὰ παρουσιασθῇ πολὺ ἀργότερον εἰς τὸν εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην ἐν Πάτμῳ καὶ θὰ τοῦ ὑπαγορεύσῃ τὰς ἑπτὰ ἐπιστολὰς τῆς ᾿Αποκαλύψεως (Ἀπ. 1, 18-20). Εἶνε «ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος», ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸν καλεῖ ὁ Θεὸς Πατήρ, καὶ τοῦ λέγει εἰς ἐπήκοον τοῦ Ἰεζεκιήλ· «Δίελθε μέσην τὴν Ἱερουσαλήμ καὶ δὸς τὸ σημεῖον ἐπὶ τὰ μέτωπα τῶν ἀνδρῶν τῶν καταστεναζόντων καὶ τῶν κατωδυνωμένων ἐπὶ πάσαις ταῖς ἀνομίαις ταῖς γινομέναις ἐν μέσῳ αὐτῆς» (Ἰεζ. 9, 4). Οἱ ὀλιγοστοὶ ἅγιοι πρέπει νὰ μείνουν ἀβλαβεῖς ἀπὸ τὸν θεόσταλτον ὄλεθρον, ποὺ ἀναμένει τοὺς ἀποστάτας, ὅπως ἔμειναν ἀβλαβῆ τὰ πρωτότοκα τῶν Ἑβραίων ὅταν ὁ ἄγγελος Κυρίου ἐφόνευσε τὰ πρωτότοκα τῶν Αἰγυπτίων (Ἐξ. 12, 21-30). Καὶ τότε μὲν σημεῖον σωτηρίας διὰ τοὺς Ἰσραηλίτας ἦτο τὸ αἷμα τοῦ ἀμνοῦ εἰς τὰ μέτωπα τῶν θυρῶν, τώρα δὲ εἶνε τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον σημειώνει εἰς τὰ μέτωπα τῶν πιστῶν ὁ φωτεινὸς ἀνήρ.

Τὸ σημεῖον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν εἶνε ὁ σταυρός. Τοῦτο προκύπτει ὄχι μόνον ἀπὸ μίαν ἀλληγορικὴν ἑρμηνείαν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴν. Εἰς τὸ ἑβραϊκὸν κείμενον τῆς Π. Διαθήκης ἀντὶ τῆς φράσεως «καὶ δὸς τὸ σημεῖον ἐπὶ τὰ μέτωπα», ἔχει «καὶ σημειώσεις Ταῦ ἐπὶ τὰ μέτωπα». Δηλαδὴ τὴν λέξιν Ταῦ οἱ Ἑβδομήκοντα τὴν μεταφράζουν «τὸ σημεῖον». Καθὼς δὲ ἡ λέξις ἐκφέρεται μὲ τὸ ἄρθρον, ἀμέσως μᾶς εἶδοποιεῖ ὅτι «τὸ σημεῖον» αὐτὸ εἶνε ἕνα σημεῖον συγκεκριμένον καὶ γνωστὸν εἰς τοὺς ἀκούοντας ἢ ἀναγινώσκοντας τὸν Ἰεζεκιήλ. ᾿Αναφέρεται ὡς μία ἔννοια, περὶ τῆς ὁποίας ἔγινε λόγος πολὺς καὶ ἄλλοτε κατὰ τὸ παρελθόν. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ Ἑβδομήκοντα ἑρμηνευταὶ τῆς Π. Διαθήκης μεταφράζουν ἔτσι τὴν λέξιν, καὶ τῆς δίδουν τοιοῦτον νόημα, εἶνε τὸ σχῆμα καὶ τὸ νόημα του γράμματος «Ταῦ», ποὺ ὑπάρχει ἀντ᾿ αὐτῆς εἰς τὸ ἑβραϊκὸν κείμενον. Τὸ γράμμα «Ταῦ» (ἢ Θαῦ) εἰς τὴν ἀρχαίαν ἑβραϊκὴν γραφὴν ἦτο τὸ τελευταῖον τῆς ἀλφαβήτου καὶ εἶχε τὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ (+). Αὐτὸ μαρτυροῦν ὁ συγγραφεὺς τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βαρνάβα, ὁ Τερτυλλιανὸς καὶ ὁ Ὠριγένης. ᾿Αλλὰ καὶ εἰς τὸ ἑλληνικὸν καὶ εἰς τὸ λατινικὸν ἀλφάβητον τὸ τ ἢ t ἔχει τὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ, αὐτὸ δὲ τὸ κοινὸν γνώρισμα τῶν τριῶν ἀλφαβήτων ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι καὶ τὰ τρία κατάγονται ἀπὸ τὸ φοινικικὸν ἀλφάβητον, ὅπου καὶ πάλιν τὸ Ταῦ εἶχε σχῆμα σταυροειδές.

Εἰς τὴν μετάφρασιν τῶν Ἑβδομήκοντα ἤδη ἀπὸ τὸ βιβλίον τῶν Ψαλμῶν ἡ λέξις σημεῖον φαίνεται νὰ ἔχῃ πολλάκις ἕνα βαθὺ καὶ μυστικὸν νόημα «σημεῖον τοῦ φυγεῖν ἢ «σημεῖον εἰς ἀγαθόν». Δὲν εἶνε λοιπὸν ἡ πρώτη καὶ ἡ μόνη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται ὑπ᾿ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἡ λέξις. Ὅσον δὲ διὰ τὸ γράμμα Ταῦ, προφανῶς ἀπὸ πολλοῦ ἤδη εἶχε καταστῆ ὅρος, οὕτως εἰπεῖν, θεολογικός, γνωστὸς εἰς τὸ κατάλοιπον τοῦ Θεοῦ ὡς προεικονίζων τὸ σημεῖον τοῦ ἀναμενομένου Μεσσίου. Βεβαίως δὲν ἐγνώριζον σαφῶς, οὔτε καὶ οἱ προφῆται ἴσως, ποία ἀκριβῶς θὰ ἦτο ἡ σχέσις τοῦ σημείου αὐτοῦ μὲ τὸ κεντρικὸν πρόσωπον τοῦ μέλλοντος χρόνου· ὅπως καὶ ἡμεῖς σήμερον γνωρίζομεν μὲν ὅτι ὁ ἀριθμὸς 666 ἔχει κάποιαν στενὴν σχέσιν μὲ τὸν ἀναμενόμενον ἀντίχριστον, ἀγνοοῦμεν ὅμως ποία ἀκριβῶς εἶνε αὕτη. Τὰ πράγματα γίνονται ἡλίου φαεινότερα, ὅταν ἔρχεται ὁ καιρὸς τῆς πραγματοποιήσεώς των. Οἱ Ἑβδομήκοντα λοιπόν, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ θέμα μας, ὡς μετάφρασιν ὡρισμένων λέξεων, διὰ τῶν ὁποίων ἀντελαμβάνοντο ὅτι ἐσημαίνετο τὸ μυστηριῶδες σημεῖον τοῦ ἐρχομένου Μεσσίου, καθιέρωσαν τὴν λέξιν «σημεῖον», μεταφέροντες εἰς αὐτὴν ὅλην τὴν μυστικότητα τοῦ πρωτοτύπου. Αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὸ προκείμενον χωρίον μὲ τὴν λέξιν Ταῦ. Τὴν συνήθειαν αὐτὴν διατηρεῖ καὶ ἡ Κ. Διαθήκη. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὀνομάζει τὸν σταυρόν του σημεῖον, λέγων περὶ τῆς προσεγγίσεως τῆς συντελείας ὅτι «τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ» (Ματθ. 24, 30). Καὶ οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ἐκληρονόμησαν τὴν λέξιν σημεῖον, ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ὀνόματα τοῦ τιμίου σταυροῦ. Βραδύτερον εἰς τὰ χριστιανικά γράμματα ἡ χρῆσις τῆς λέξεως αὐτῆς ὡς ὀνόματος τοῦ σταυροῦ ἐγενικεύθη καὶ ἐπεκράτησεν. Ἐντεῦθεν καὶ ἡ σημερινὴ ἔκφρασις «τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ», καθὼς καὶ ἡ ταυτόσημος πρὸς αὐτὴν «σφραγίς τοῦ σταυροῦ».

Τὸ σφράγισμα τῶν πιστῶν μὲ τὸ σημεῖον τοῦ Θεοῦ εἶνε γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν ἔγινε μόνον ἅπαξ. ᾿Ανεφέραμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου τὴν ἐπισήμανσιν τῶν Ἰσραηλιτικῶν θυρῶν τὴν νύκτα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐθανατώθησαν τὰ πρωτότοκα τῆς Αἰγύπτου. Εἴδομεν καὶ τὴν ἐπισήμανσιν τῶν ἐκλεκτῶν, ποὺ παρηκολούθησεν ὁ Ἰεζεκιήλ. Τοιοῦτον σημεῖον σημειώνεται εἰς τὰ μέτωπα τῶν ὀλίγων πιστῶν τοῦ Θεοῦ, ὁσάκις μέλλει νὰ ἐπέλθῃ ὄλεθρος εἰς μίαν ἀνιάτως νοσοῦσαν κοινωνίαν. Γίνεται δὲ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ βλάψῃ ὁ θεόσταλτος ὀλοθρευτὴς τοὺς οἰκείους τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἰς μὲν τὰς δύο περιπτώσεις ποὺ ἀνεφέραμεν, ἡ σημείωσις καὶ ἡ ἀναγνώρισις ἔγιναν κατὰ τρόπον σχετικῶς ἁπλοῦν. Ὑπῆρξαν ὅμως καὶ περιπτώσεις ποὺ ἔγιναν κατὰ τρόπον ἔτι μυστικώτερον. Εἶνε γνωστόν, ὅτι τὸ 70 μ.Χ.κατεστράφη ἡ Ἱερουσαλήμ ἀπὸ τὸν Τίτον, κατά τὴν πρόρρησιν τοῦ Κυρίου. Ἡ καταστροφή αὐτή, πρωτάκουστος εἰς ἀγριότητα, ἦτο ἡ τιμωρία τῶν Ἑβραίων, διότι λίαν ἀχαρίστως ἀπεποιήθησαν καὶ ἐξύβρισαν τὴν ἀπὸ πολλῶν αἰώνων ἐπηγγελμένην σωτηρίαν. Μεταξὺ ὅμως αὐτῶν ἔζων καὶ τὰ ἐκλεκτότερα σκεύη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Τίτος, ἐφ’ ὅσον ἠγνόει τὸν ρόλον τὸν ὁποῖον ὑπεδύετο ὡς ὄργανον τῆς τιμωρητικῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, πῶς θὰ διέκρινε ποίους ἔπρεπε νὰ παραδώση εἰς τὸν ὄλεθρον καὶ ποίους νὰ μὴ πειράξη; Πρὸς τοῦτο ὁ Θεὸς ἐσημείωσε τὸ σημεῖόν του εἰς τὰ μέτωπα τῶν Χριστιανῶν. Δὲν ἦτο βεβαίως σημεῖον ὁρατόν, οὔτε ἐνδιέφερε τὸν Τίτον, διότι αὐτὸς ὡς εἰδωλολάτρης δὲν θὰ ἔκαμνε διάκρισιν μεταξύ Χριστιανῶν καὶ Ἰουδαίων. Ἡ ἐπισήμανσις ὅμως ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ σώσῃ τοὺς Χριστιανούς, χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν οὔτε οἱ ἴδιοι, οὔτε ὁ Τίτος, οὔτε οἱ Ἰουδαῖοι. Πρὸ τῆς πολιορκίας τῆς Ἱερουσαλὴμ ἕνας ἄγριος διωγμὸς ἠνάγκασε τοὺς Χριστιανοὺς νὰ φύγουν ὅλοι ἐκ τῆς Ἱερουσαλήμ εἰς τὰ περίχωρα. Αὐτὸ ἦτο δι’ αὐτοὺς μία πολὺ ὀδυνηρὰ περίστασις· ἦτο ἕνας σταυρός. ᾿Αλλ’ αὐτὸ ἀκριβῶς τοὺς διεφύλαξε σώους, διότι χάριν τοῦ διωγμοῦ δὲν ἀπεκλείσθησαν ἐντὸς τῆς πολιορκηθείσης Ἱερουσαλήμ, οὔτε ἐξωντώθησαν ἐν συνεχείᾳ, ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι.

Τὸ παρελθόν μᾶς διδάσκει, ὅτι τοιούτου τύπου περιστάσεις μέλλομεν νὰ διέλθωμεν καὶ πάλιν. Δὲν γνωρίζομεν ποία θὰ εἶνε ἡ ἐπερχομένη ὀργή, πῶς θὰ σημειωθῇ τὸ σημεῖον τοῦ Θεοῦ εἰς τὰ μέτωπα τῶν οἰκείων του, ποία θὰ εἶνε ἡ σωτηρία αὐτῶν. Πιθανὸν νὰ εἶνέ τι, τὸ ὁποῖον ἀνθρωπίνως θὰ φαίνεται ὡς συμφορά. Πάντως ἕνα εἶνε βέβαιον, ὅτι θὰ σωθοῦν οἱ πιστοὶ διὰ τοῦ σημείου τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν. Διὰ τοῦτο χρειάζεται τὸ φρόνημα καὶ ἡ ζωή μας νὰ προετοιμάζουν νὰ δεχθῶμεν τὴν εὐτυχῆ ἐπισήμανσιν, ἡ ὁποία δὲν φαίνεται ὅτι θὰ εἶνε ἀνθρωπίνως εὐχάριστος.