Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο 

τοῦ Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε

«Μεγάλωσα σὲ μιὰ οἰκογένεια ποὺ ἦταν ἐξίσου δυσλειτουργικὴ μὲ ὅλες τὶς ἄλλες καὶ μολονότι ἔβλεπα πόση ἀγάπη ἔπαιρνα, δὲ συνειδητοποίησα παρὰ μόνο ἀργότερα πόση σοφία ἔπαιρνα ἐπίσης»[1].

«Στὶς ταινίες βλέπω τὶς ἴδιες τάσεις ποὺ βλέπω καὶ στὸ γραφεῖο μου: ἄτομα ποὺ φοβοῦνται νὰ ὡριμάσουν καὶ νὰ μποῦν στὴ γενιὰ τῶν ἐνηλίκων καὶ νὰ ἀναλάβουν τὶς εὐθῦνες μιᾶς πραγματικῆς ζωῆς»[2].

«Μερικοὶ εἶναι κολλημένοι σὲ μιὰ αἰώνια ἐφηβεία καὶ βλέπουν τὸν ἑαυτό τους ἀνήμπορο μέσα σὲ ἕναν κόσμο γεμᾶτο πανίσχυρους ἐνήλικες, σὰν ἄτομο ποὺ δὲν ἔχει τὴν ἀπαραίτητη αὐτοπεποίθηση γιὰ νὰ ἀγωνιστεῖ καὶ νὰ πετύχει τὶς ἀνταμοιβὲς ποὺ λαχταράει ἡ παραφουσκωμένη αὐτοεκτίμησή τους. Βλέπουν τοὺς ἄλλους ὄχι τόσο σὰν συνανθρώπους τους, ἀλλὰ περισσότερο σὰν ἐμπόδια ποὺ δὲν τοὺς ἀφήνουν νὰ φτάσουν στὴ μεγάλη ρόγα τῆς ζωῆς ποὺ θέλουν νὰ πιπιλίσουν. Καὶ ἐνῶ μᾶς ἐξαντλοῦν μὲ τὴν ἀσταμάτητη αὐτοενασχόλησή τους, γίνονται ἔξω φρενῶν ὅταν κάποιος περιμένει νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τοὺς ἴδιους κανόνες ποὺ συμμορφώνονται καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι»[3].

«Μερικοὶ εἶναι ἐνήλικα παιδιά, ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν | κάποιο πόνο ἢ ἀπογοήτευση στὴ ζωή τους καὶ τώρα περιμένουν νὰ ἔλθει κάποιος καὶ νὰ τοὺς φιλήσει ἐκεῖ ποὺ πονοῦν γιὰ νὰ τοὺς περάσει. Τὰ ἐνήλικα παιδιὰ δὲ δίνουν τίποτα στοὺς ἄλλους, γιατὶ πιστεύουν ὅτι οἱ ἄλλοι δὲν τοὺς ἔχουν δώσει ἀρκετὰ ἐξ ἀρχῆς. Δὲ χρωστοῦν πίστη στοὺς ἄλλους, περιμένουν ὅμως ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς φροντίζουν καὶ θυμώνουν ὅταν δὲ γίνεται αὐτό»[4].

«Μέσα σὲ διάστημα δύο γενεῶν, ἀντὶ ἡ κοινωνία μας νὰ διορθώσει τὸ πρόβλημα, οὐσιαστικὰ κατέστρεψε τὴν οἰκογενειακὴ ζωὴ καὶ τὴ χαρακτήρισε μὴ ἐπιδιορθώσιμη. Κάναμε τὸ σπίτι ἕνα μέρος ὅπου δὲν ἤθελε νὰ βρίσκεται κανεὶς καὶ μεγαλώσαμε μιὰ γενιὰ ἀντρῶν καὶ γυναικῶν ποὺ συχνὰ εἶναι ἀκατάλληλοι γιὰ οἰκογενειακὴ ζωή. Τὸ πρόβλημα τώρα εἶναι ὄχι μόνο ὅτι ἔχουμε βρεθεῖ φορτωμένοι μὲ μιὰ γενιὰ γκρινιάρηδων γεροντο-εφήβων ποὺ ἀπαιτοῦν τὰ πάντα καὶ δίνουν ἐλάχιστα σὲ ἀνταπόδο|ση, ἀλλὰ καὶ ὅτι κάθε γενιὰ ποὺ ἀποφεύγει τὴν ἐνηλικίωση, τὸ γάμο καὶ τὴν ἀνατροφὴ παιδιῶν σημαίνει ὅτι μία γενιὰ ἀκόμη θὰ μεγαλώσει χωρὶς ἐνήλικες γονεῖς»[5].

«Οὐσιαστικά, ὁ κόσμος μας μοιάζει νὰ εἶναι στὸ μεγαλύτερο μέρος του φτιαγμένος γιὰ ἀλλοτριωμένους ὑπερκινητικοὺς ἐφήβους, ἕνας κόσμος ποὺ ἐνισχύει πολιτισμικοὺς μῦθους καὶ ἐντείνει τοὺς ρυθμοὺς ποὺ εἴτε τοὺς καταπραΰνουν εἴτε τοὺς διεγείρουν. Ὅμως, ἡ αὐτοεπιείκεια σίγουρα δὲν κάνει εὐτυχισμένους τοὺς ἀνθρώπους»[6].

«Σὲ μερικοὺς κύκλους νοητικῆς ὑγείας, τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς ἄλλους θεωρεῖται ‘συνεξάρτηση’, ἡ ἀγένεια θεωρεῖται ‘αὐτοέκφραση’ καὶ ὁ ἐγωισμὸς θεωρεῖται ‘αὐτοπραγμάτωση’. Ἡ θεραπεία ὅλο καὶ περισσότερο τρέφει τὸ ἐσωτερικὸ παιδὶ καὶ ἀφήνει τὸν ἐσωτερικὸ ἐνήλικα νὰ λιμοκτονεῖ. Ἡ θέση τοῦ θύματος θεωρεῖται πολύτιμη»[7].

«Ἡ ἐποχή μας εἶναι ἐρωτευμένη μὲ τὰ νιᾶτα. Προσπαθοῦμε νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴ σύγχυση τῆς κοινωνικῆς ἀλλαγῆς, γιορτάζοντας παθιασμένα τὴν ἐλευθερία τῆς ἐφηβείας, ἐνῶ τρέμουμε τὴν ἤρεμη, γαλήνια ἱκανοποίηση τῆς ὡριμότητας καὶ τῶν γηρατειῶν. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἀποτελματωμένοι στὴν ἐφηβεία δὲν μποροῦν νὰ ξέρουν ὅτι τὸ καλύτερο θὰ ἔλθει στὸ μέλλον - ἕνα καλύτερο ποὺ βρίσκεται ἀκριβῶς μετὰ τὸ σημεῖο ὅπου ἀναλαμβάνεις τὴν εὐθύνη γιὰ τὸν ἑαυτό σου καὶ τὶς σχέσεις σου καὶ ἀφήνεις πίσω σου τὴν αὐτολύπηση. Ἡ ἐνήλικη ζωὴ εἶναι σὲ τεράστιο βαθμὸ ὑποτιμημένη. Ἔχω ζήσει ὡς ἐνήλικας καὶ ἔχω δεῖ ἄλλους νὰ κάνουν τὸ ἴδιο μὲ ἀκόμη μεγαλύτερη ὑπομονὴ καὶ φινέτσα»[8].

«ἐπειδὴ θέλουν νὰ εἶναι εὐτυχισμένοι, προκαλοῦν δυστυχία στὸν ἑαυτό τους καὶ σὲ ὅλους ὅσους νοιάζονται γι’ αὐτούς, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀρκετὰ εὐτυχισμένοι»[9].

«Ἡ εὐτυχία εἶναι μιὰ συμπεριφορὰ ποὺ προκύπτει ὡς ἀποτέλεσμα μάθησης. Ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴ δραστηριότητα, τὴν ἐπικοινωνία, τὴν ἐξερεύνηση καὶ τὸ ἄνοιγμα σὲ αἰσθήσεις καὶ ἐμπειρίες, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν τιμή, τὴν ἀκεραιότητα, τὴν ὑπευθυνότητα καὶ τὴν ἀνησυχία γιὰ τὴ δύναμη ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε τοὺς ἄλλους νὰ νιώθουν καλὰ ἢ κακά»[10].

«Οἱ εὐτυχισμένοι ἄνθρωποι μαθαίνουν ὅτι ἡ εὐτυχία, ὅπως καὶ ὁ ἱδρώτας, εἶναι προϊὸν τῆς δραστηριότητας. Μπορεῖς νὰ ἀποκτήσεις τὴν εὐτυχία μόνο ἂν εἶσαι τόσο ἀπασχολημένος ζῶντας τὴ ζωή σου, ὥστε νὰ μὴν προσέχεις ἂν εἶσαι εὐτυχισμένος ἢ ὄχι»[11].

«Τὰ παιδιά, ὅπως καὶ οἱ μεγάλοι, εἶναι εὐτυχισμένα ὅταν νιώθουν ὅτι ἀνήκουν κάπου, ὅμως μετὰ ἀπὸ μιὰ ὁρισμένη ἡλικία τὰ παιδιὰ θέλουν νὰ ἀνήκουν στὴ γενιά τους, ἐνῶ οἱ μεγάλοι θέλουν νὰ ἀνήκουν στὴν οἰκογένειά τους μὲ ὅλες τὶς γενιές της»[12].

«Ἡ εὐτυχία δὲν εἶναι τόσο φευγαλέα καὶ ρηχὴ ὅσο ἡ ἀπόλαυση»[13].

«Εἶναι ὡραῖο νὰ νικᾶς, ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ χάνεις εἶναι κι αὐτὸ ἕνα ἀπαραίτητο μέρος τῆς εὐτυχισμένης ζωῆς»[14].

«Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἢ τουλάχιστον ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ θέλαμε νὰ ἔχουμε σχέσεις μαζί τους, ἔχουν ἕνα κοινὸ στοιχεῖο: εἶναι ἐξοικειωμένοι μὲ τὴν ταπείνωση τῆς ἥττας καὶ τὸν πόνο τῆς ἀπώλειας»[15].

«οἱ ἄνθρωποι ποὺ θυμώ|νουν ὅταν τοὺς ἐπισημαίνεις τὰ λάθη τους, εἶναι ἄνθρωποι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἀλλάξουν, οὔτε νὰ μάθουν ἀπὸ τὶς ἐμπειρίες τους. Τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι θὰ συνεχίσουν νὰ κάνουν τὰ ἴδια λάθη, θὰ συνεχίσουν νὰ κάνουν ὅλο καὶ περισσότερα λάθη καὶ θὰ θυμώνουν ὅλο καὶ πιὸ πολὺ κάθε φορά. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ βρίσκονται στὸ ἔλεος τῆς ντροπῆς τους μπορεῖ νὰ δυσκολεύονται νὰ νιώσουν ἀληθινὴ ἐνοχὴ καὶ ἐπιπλέον δὲν ἀντιλαμβάνονται τὴ σημασία τους γιὰ τοὺς ἄλλους, οὔτε συνειδητοποιοῦν τὶς ἐπιδράσεις ποὺ ἔχουν οἱ πράξεις τους στοὺς ἄλλους»[16].

«Ἡ κατάθλιψη ποὺ αἰσθανόμαστε μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ σωστὴ προσπάθεια νὰ ἐπιβραδύνουμε τὴ ζωή μας καὶ νὰ ἐξετάσουμε ποιοὶ εἴμαστε καὶ ποῦ πηγαίνουμε»[17].

«Οἱ δημοσκοπήσεις δείχνουν γενικὰ ὅτι οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι πιὸ εὐτυχισμένοι ἢ ἴσως ὅτι οἱ εὐτυχισμένοι ἄνθρωποι εἶναι πιὸ θρῆσκοι. Σίγουρα ἔχω προσέξει κι ἐγὼ τὸ ἴδιο πράγμα. Οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι ἔχουν μιὰ αἴσθηση ὅτι ἀνήκουν κάπου καὶ μιὰ αἴσθηση σκοποῦ, σημαντικὰ στοιχεῖα τῆς εὐτυχίας, καὶ ἔχουν ἕνα σύνολο ἀπὸ κανόνες ποὺ τοὺς ἐπιτρέπουν νὰ συμπεραίνουν ποιὸ εἶναι τὸ σωστὸ σὲ κάθε περίπτωση. Καὶ κάτι ποὺ εἶναι ἴσως ἀκόμη πιὸ σημαντικό, ἡ θρησκεία τοὺς ἐνθαρρύνει νὰ πιστεύουν ὅτι μποροῦν νὰ σωθοῦν μέσα ἀπὸ τὴ δική τους προσπάθεια. Μπορεῖ ἡ θρησκεία νὰ εἶναι θεραπευτική, ἐπειδὴ προσφέρει τὴν ἀποδοχὴ τῆς ἀνθρώπινης οὐσίας καὶ ἔτσι σβήνει τὴν ντροπή, ἐνῶ παράλληλα προσφέρει ἕναν κώδικα συμπεριφορᾶς ποὺ ἐνθαρρύνει τὴν ἐνοχή, ὅταν κάποιος δὲν κάνει τὸ σωστό»[18].

«Τὸ διαζύγιο τῶν γονιῶν εἶναι πιὸ τραυματικὸ ἀπὸ τὸ θάνατο ἑνὸς γονιοῦ»[19].

«Οἱ πλούσιοι καὶ οἱ διάσημοι δὲν τὰ καταφέρνουν καλύτερα στὸν τομέα τῆς εὐτυχίας ἀπὸ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς παραμελημένους»[20].

«Ὁ Ἄντι πέθανε γαλήνια τὴ νύχτα ποὺ τελείωσε τὸ βιβλίο [Πόλεμος καὶ Εἰρήνη τοῦ Τολστόι], ἴσως γελῶντας ἀκόμη γιὰ τὸν τυχαῖο καὶ ἀπρόσωπο χαρακτῆρα τῆς κωμωδίας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Δὲν ἔνιωθε πιὰ ὅτι κάποιος σκληρὸς ἢ ἰδιότροπος θεὸς τὸν ξεχώρισε γιὰ νὰ τὸν καταδικάσει σὲ θάνατο. Ἀντίθετα, ἔνιωθε ὅτι μοιραζόταν μὲ ὅλους τὴν ἀνθρώπινη κατάσταση - ἕνα μέρος τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης ποὺ δὲν ἦταν αὐτὸ ποὺ περίμενε νὰ βιώσει σὲ αὐτὴ τὴν ἡλικία, ἀλλὰ ἦταν παρόλα αὐτὰ ἀναπόφευκτο μέρος τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας»[21].

«Ὅταν κλαίω, ἀνοίγω τὸν ἑαυτό μου στὰ συναισθήματα καὶ τὶς σκέψεις ποὺ μπαίνουν μέσα μου»[22].

«Ὅταν κάποιοι θέλουν νὰ δικαιολογήσουν τὴ δυστυχία τους, δὲ θὰ τοὺς σταματήσουν ἐμπόδια ὅπως ἡ λογική»[23].

«Οἱ μεγάλοι δὲ θέλουν νὰ γίνεται πάντα τὸ δικό τους. Μποροῦν νὰ περιμένουν τὴ σειρά τους. Μποροῦν ἀκόμη καὶ νὰ ἐπιβραδύνουν τὸ ρυθμό τους, νὰ νιώσουν τὸ σφυγμὸ τῆς ζωῆς καὶ νὰ συνδεθοῦν μὲ τὴ ροή της, ἀντὶ νὰ κωπηλατοῦν μανιασμένα γιὰ νὰ κινηθοῦν κόντρα στὸ ρεῦμα της»[24].

«Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος, δέξου τὴν ἀνθρώπινη κατάσταση, φέρσου ὅπως ἁρμόζει στὴν ἡλικία σου, κάνε τὴ δουλειά σου καὶ ἐνηλικιώσου»[25].

«Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, ἐνηλικότητα σημαίνει νὰ μὴ λὲς ποτὲ ‘δὲ φταίω ἐγώ’»[26].

«ὅταν πιὰ θὰ φτάσουν στὴν ἐφηβεία. Τότε ὅμως πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ σκληρότερο ἀγῶνα ἀπ’ ὅλους: τὸ νὰ βροῦν ποιοί εἶναι καὶ νὰ προσδιορίσουν τὸν ἑαυτό τους»[27].

«Ἡ ταυτότητα εἶναι ὁ ἀγώνας ποὺ μᾶς κρατᾶ σὲ ἀναταραχὴ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐφηβείας μέχρι ποὺ πεθαίνουμε, προσπαθῶντας ἀκόμη νὰ καταλάβουμε ποιοί εἴμαστε καὶ ποιοί θέλουμε νὰ εἴμαστε»[28].

«Δὲν μποροῦμε νὰ περιμένουμε μέχρι νὰ γίνουμε τέλειοι. Ἢ θὰ ζήσουμε, θὰ ἀγαπήσουμε, θὰ νοιαστοῦμε καὶ θὰ παραγάγουμε ἢ θὰ χάσουμε τὴ ζωή μας»[29].

«ἕνας ἐνήλικας ζεῖ τὴ ζωή του μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀποκτήσει σοφία καὶ ἀκεραιότητα στὸ τέλος μιᾶς ζωῆς ποὺ τὴν ἔζησε καλὰ καὶ μιᾶς δουλειᾶς ποὺ τὴν ἔκανε καλά»[30].

«Εἶναι ἐνήλικη ἀντίληψη νὰ καταλάβεις ὅτι ὁ κόσμος ἀνήκει κυρίως στοὺς νεκροὺς καὶ ὅτι ἐμεῖς ἁπλῶς τὸν νοικιάζουμε ἀπὸ αὐτοὺς γιὰ λίγο. Αὐτοὶ τὸν δημιούργησαν, αὐτοὶ ἔγραψαν τὴ λογοτεχνία καὶ τὰ τραγούδια του καὶ αὐτοὶ ἐνδιαφέρονται βαθιὰ γιὰ τὴ μεταχείριση ποὺ ἔχουν τὰ παιδιά, γιατὶ τὰ παιδιὰ θὰ συνεχίσουν τὸν κόσμο. Ἡ ἰδέα ὅτι ὁ καθένας μας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀλλάξει τὰ πάντα εἶναι μιὰ βαριὰ προσβολὴ σὲ βάρος τους»[31].

«Ἡ ἐφηβεία ἐπινοήθηκε μετὰ τὸ Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πιὸ πρίν, τὰ παιδιὰ ἔκαναν ὅ,τι τοὺς ἔλεγαν καὶ μάθαιναν ὅ,τι τοὺς δίδασκαν. Μετά, ἀφοῦ περνοῦσαν τὶς ὅποιες ἐφηβικὲς τελετουργίες ἦταν τῆς μόδας στὴν ἐποχή τους, ἔπαιρναν τὸν τίτλο τοῦ ἐνήλικα καὶ ἀναλάμβαναν κάθε εἴδους ἐνήλικες ὑποχρεώσεις»[32].

«ὁ Ντὶν παραμένει τὸ ὑπόδειγμα τῆς βασανισμένης ἐφηβείας. Ἡ ἰδέα ἐδῶ εἶναι νὰ κάνεις μεγάλη φασαρία καὶ νὰ ξεφύγεις ἐντελῶς ἀπὸ τὶς γονικὲς προσδοκίες, γιὰ νὰ ἀποφύγεις ἔτσι νὰ ἐνηλικιωθεῖς»[33].

«Ἡ λατρεία τῆς ἐφηβείας ὁδηγεῖ στὸ ναρκισσισμό – τὴν πεποίθηση ὅτι ὁ κόσμος ὑπάρχει γιὰ νὰ σὲ ὑπηρετεῖ ἢ νὰ σὲ λατρεύει, ἀντὶ ὅτι ἐσὺ ὑπάρχεις γιὰ τὴν ἀξία ποὺ ἔχεις γιὰ τοὺς ἄλλους»[34].

«Ἡ ψυχοθεραπεία σὲ μιὰ ἀγορὰ μὲ βασικὸ σύνθημα ‘τὸ χρωστάς στὸν ἑαυτό σου’ ἔχει συνεισφέρει σημαντικὰ στὸν προσωπικὸ ναρκισσισμό. Ἂν καὶ ο ναρκισσισμὸς θεωρεῖται νοητικὴ πάθηση στὰ ψυχιατρικὰ ἐγχειρίδια, στὴν πραγματικότητα ἐνθαρρύνεται ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν κουλτούρα καὶ τὴν οἰκονομία, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ βιομηχανία τῆς αὐτοβοήθειας. Τὰ σλόγκαν αὐτοβοήθειας ὠθοῦν τοὺς ανθρώπους μὲ συνθήματα ὅπως ‘πάρε ὅλη τὴν ἀγάπη ποὺ ἀξίζεις’, ‘ἀπόκτησέ τα ὅλα’, ‘νὰ εἶσαι ὁ καλύτερος φίλος τοῦ ἑαυτοῦ σου’, καὶ ‘πέτα ψηλὰ ὅπως ὁ Γλάρος Ἰωνάθαν’. Τὴν τελευταία δεκαετία περίπου, ἡ πὸπ ψυχολογία ἔγινε μιὰ μέθοδος γιὰ ‘νὰ παραχαϊδεύετε τὸ ἐσωτερικὸ παιδί σας’»[35].

«Ὅ,τι λάθος κάνει ὁ ἄντρας εἶναι ἀπόδειξη ὅτι οἱ ἄντρες εἶναι κακοὶ καὶ ὅ,τι λάθος κάνει ἡ ἴδια ὀφείλεται σὲ κάποιο λάθος ποὺ ἔχει κάνει κάποιος ἄντρας»[36].

«Περιττὸ νὰ ποῦμε, βέβαια, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ναρκισσιστὲς τὰ βρίσκουν μπαστούνια ὅταν παντρευτοῦν ἢ ἀρχίσουν νὰ μεγαλώνουν παιδιά, ἀφοῦ αὐτὲς εἶναι κυρίως οἱ δραστηριότητες ποὺ ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν ὡριμότητα νὰ θεωρεῖ τὰ συναισθήματα τῶν ἄλλων ἐξίσου σημαντικὰ μὲ τὰ δικά του. Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ σταματήσεις τὸν ναρκισσισμὸ ξαφνικὰ καὶ ὁλοκληρωτικά. Ὅσο πιὸ νωρὶς μάθουν τὰ παιδιὰ νὰ κάνουν κάτι χρήσιμο καὶ νὰ δίνουν κάτι σὲ ἀνταπόδοση, τόσο πιὸ πιθανὸ εἶναι ὅτι μεγαλώνοντας θὰ γίνουν ἐνήλικες»[37].

«Πέρα ἀπὸ τὸ ρόλο της στὴ δικαιολόγηση τοῦ ναρκισσισμοῦ, ἡ ψυχοθεραπεία τῆς μόδας ἐπικυρώνει ἐπίσης ἐπισήμως τὴν ἀνευθυνότητα. Τὰ θύματα παίρνουν ψυχαναλυτικὴ σφραγίδα ἔγκρισης τῆς συμπεριφορᾶς τους. Δὲ φταῖνε οἱ ἴδιοι γι’ αὐτὰ ποὺ κάνουν, φταίει ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων ἢ ἡ δύναμη τῶν δικῶν τους συναισθημάτων»[38].

«Ἔχουν καταπιεῖ τόσο ὁλοκληρωτικὰ τὴν ψυχολογία τοῦ θύματος, ποὺ πιστεύουν ὅτι ὁ χαρακτήρας τους εἶναι εὐθύνη τῶν γονιῶν τους, τῆς κοινωνίας ἢ καὶ τῶν γειτόνων τους ἀκόμη»[39].

«Μπορεῖ νὰ πιστεύουν πὼς ὅταν ἕνας ἄντρας κάνει λάθος, αὐτὸ εἶναι ἐπειδὴ ὅλοι οἱ ἄντρες εἶναι βλάκες. Ὅταν κάνουν οἱ ἴδιες [γυναῖκες] κάποιο λάθος, αὐτὸ εἶναι ἐπίσης ἐπειδὴ ὅλοι οἱ ἄντρες εἶναι βλάκες»[40].

«Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ δὲ θέλουν νὰ μεγαλώσουν, δὲν μποροῦν νὰ διατηρήσουν μιὰ σχέση, δὲν τὰ καταφέρνουν στὴν οἰκογενειακὴ ζωὴ καὶ οὔτε θέλουν πραγματικὰ νὰ τὰ καταφέρουν. Ἔχουν τρομερὸ ναρκισσισμό, ἀλλὰ δηλώνουν θύματα καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δικό τους τὸ φταίξιμο. Ἀντιστέκονται στὴν ἐνήλικη ζωὴ καὶ θέλουν νὰ παραμείνουν ἀσφαλεῖς στὴν ἐφηβεία, μὲ ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προνόμια τῶν ἐνηλίκων, ἀλλὰ χωρὶς καμία ἀπὸ τὶς εὐθῦνες τους»[41].

«Ἔχουν χάσει τὴν ἱκανότητά τους νὰ ἀναθρέψουν παιδιὰ ἱκανὰ νὰ ἀναθρέψουν παιδιά. Ἀνατρέφουν παιδιὰ ποὺ τὰ πηγαίνουν σχετικὰ καλὰ μέχρι τὸ τέλος τῆς ἐφηβείας καὶ μετὰ ἁπλούστατα παύουν νὰ ὡριμάζουν. Μένουν κολλημένα σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο ἀνάπτυξης καὶ καταρρέουν ἢ μουτρώνουν, ἂν κάποιος | προσπαθήσει νὰ τοὺς σπρώξει πρὸς τὴν ἐνηλικίωση. Βλέπουμε πάνω τους ἕναν συνδυασμὸ ἀπὸ μεταπατριαρχικὴ σύγχυση, λατρεία τῆς ἐφηβείας, τοξικὸ ναρκισσισμὸ καὶ κλαψιάρικη νοοτροπία θύματος»[42].

«Ὅλο καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων, ὅλων τῶν | οἰκονομικῶν ἐπιπέδων, ἀποφεύγουν τὴν οἰκογενειακὴ ζωή, ἐπανέρχονται στὴν ἐφηβεία, καθιστοῦν τὰ συναισθήματά τους ἐπίκεντρο τῆς ζωῆς τους καὶ τῆς ζωῆς τῶν ἀγαπημένων τους προσώπων καὶ ταυτόχρονα καταφέρνουν νὰ βροῦν ἕναν τρόπο γιὰ νὰ ρίξουν ὅλο τὸ φταίξιμο στοὺς γονεῖς τους»[43].

«Ὁ ἄντρας - κι αὐτὸ εἶναι τὸ κρίσιμο στοιχεῖο στὸ γάμο - πρέπει νὰ μάθει νὰ κάνει τὸ σὲξ τόσο προσωπικὸ ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ τὸ κάνει μόνο μὲ μία γυναῖκα»[44].

«Ἕνα ἀγόρι ποὺ θέλει νὰ γίνει ἄντρας ἀνάμεσα σὲ ἄντρες πρέπει πρῶτα νὰ εἶναι ἀγόρι ἀνάμεσα σὲ ἀγόρια καὶ μετὰ νὰ τὸ ἀφήσει ἐκεῖ τὸ πρᾶγμα»[45].

«Τὰ παιχνίδια τῆς παιδικῆς ἡλικίας διδάσκουν τὰ ἀγόρια νὰ ἀκολουθοῦν τοὺς κανόνες. Τὰ ἄλλα παιδιὰ θὰ διδάξουν εὐχαρίστως στὸ ἀγόρι τοὺς κανόνες, ἂν δὲν τοὺς ἔχει μάθει ἀπὸ τοὺς γονεῖς του. Σὲ αὐτὰ τὰ παιχνίδια, τὰ ἀγόρια μαθαίνουν νὰ ἀνταγωνίζονται καὶ νὰ συνεργάζονται. Καὶ μαθαίνουν ἐπίσης νὰ κερδίζουν καὶ νὰ χάνουν»[46].

«Δείχνει ταπεινοφροσύνη καὶ φιλικὴ διάθεση τὸ νὰ πεῖ κανεὶς στοὺς φίλους του γιὰ τὶς ἐπιτυχίες του - μία φορὰ ὅμως»[47].

«Ὁποιοσδήποτε βλάκας μὲ πουλὶ μπορεῖ νὰ κάνει ἕνα μωρό, ἀλλὰ πρέπει κανεὶς νὰ εἶναι πραγματικὸς ἄντρας γιὰ νὰ μεγαλώσει τὰ παιδιά του»[48].

«Μέσα στὴ φυσικὴ πορεία τῶν πραγμάτων, ὁ ἀνδρισμὸς μεταβιβάζεται ἀπὸ τὸν πατέρα στὸ γιό. Οἱ γυναῖκες, ὅσο ὑπέροχες κι ἂν εἶναι, ὅση ἀγάπη κι ἂν δίνουν, ὅσο ἡρωικὲς ἂν εἶναι, δὲν μποροῦν νὰ μᾶς τὸν διδάξουν. Ἂν δὲν ἔχουμε πατέρα, θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε παπποῦδες, θείους ἢ ἴσως, κάτω ἀπὸ τὶς σωστὲς συνθῆκες, ἕναν καλὸ πατριὸ ποὺ νὰ μᾶς μεγαλώσει καὶ ἀπὸ ἀγόρια νὰ μᾶς κάνει ἄντρες. Τὰ ἀγόρια ἀπορροφοῦν τὸν ἀνδρισμὸ ἀπὸ ἕναν ἄντρα ποὺ ἔχει ἐπενδύσει συναισθηματικὰ στὴ μαθητεία τοῦ ἀγοριοῦ, μιὰ μαθητεία ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ τὸ νὰ στέκει τὸ ἀγόρι δίπλα στὸν ἄντρα, καθὼς ἐκεῖνος ζεῖ τὴ ζωή του καὶ κάνει ὅ,τι κάνει ἕνας ἄντρας (ποὺ συνήθως δὲν εἶναι πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ κάνει μιὰ γυναῖκα, ἂν καὶ μπορεῖ νὰ φαίνονται διαφορετικὰ ἢ καὶ νὰ μυρίζουν διαφορετικά, ὅταν τὸ κάνει ἕνας ἄντρας) καὶ μὲ τὸ νὰ βλέπει, νὰ ἀκούει, νὰ μυρίζει καὶ νὰ νιώθει αὐτὰ ποὺ βλέπει, ἀκούει, μυρίζει καὶ νιώθει ὁ ἄντρας»[49].

«Τὸ πρόβλημα μὲ τοὺς ἄντρες ποὺ δὲν μποροῦν νὰ μεγαλώσουν δὲν εἶναι ποτὲ ἡ πολὺ μεγάλη δόση μητέρας·  εἶναι πάντα ἡ πολὺ μικρὴ δόση πατέρα»[50].

«Ὅταν μιὰ μητέρα ἀνατρέφει ἕνα γιό, ξέρει ὅτι τὸ παιδὶ προορίζεται νὰ μεγαλώσει καὶ νὰ τὴν ἀφήσει. Μπορεῖ νὰ τοῦ μάθει τρία πράγματα γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει στὴ ζωή του σὰν ἄντρα. Νὰ τὸν κρατήσει μακριὰ ἀπὸ φασαρίες, διδάσκοντάς του νὰ ἀκολουθεῖ τοὺς κανόνες, πάντα μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι μὲ τὸν καιρὸ θὰ μπορεῖ νὰ διαμορφώνει καὶ νὰ ἐπιβάλλει ὁ ἴδιος τοὺς κανόνες. Νὰ τὸν προετοιμάσει γιὰ κάποιο βαθμὸ ἐπιτυχίας στὴ ζωή, μαθαίνοντάς του νὰ ἀνταγωνίζεται ἀποτελεσματικὰ μὲ τὰ ἄλλα παιδιά, χρησιμοποιῶντας ὅποια ταλέντα ἔχει. Καὶ νὰ τὸν προετοιμάσει γιὰ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἐμφανιστεῖ κάποια ἄλλη γυναῖκα καὶ θὰ | τὸν διαμορφώσει σύμφωνα μὲ τὶς δικές της ἀνάγκες, διδάσκοντάς του πῶς νὰ κατακτᾶ γυναῖκες. Ἂν τὸ ἀγόρι μπορέσει νὰ μάθει αὐτὰ τὰ τρία πράγματα, μπορεῖ νὰ τὰ πάει μιὰ χαρὰ καὶ χωρὶς τὴ μητέρα του. Ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα ποὺ πρέπει νὰ μάθει, τὰ περισσότερα πρέπει νὰ τὰ μάθει ἀπὸ τὸν πατέρα του»[51].

«Ἂν τὸ ἀγόρι δὲ μάθει ἀπὸ τὸν πατέρα πῶς νὰ ἀγαπᾶ μιὰ γυναῖκα, μπορεῖ νὰ μεγαλώσει ξέροντας μόνο πῶς νὰ ἀποπλανεῖ γυναῖκες»[52].

«Ἂν ἕνας ἄντρας θέλει νὰ εἶναι εὐτυχισμένος σὲ ὅλη του τὴ ζωή, πρέπει νὰ μάθει νὰ ἐρεθίζεται ἀπὸ τὶς ρυτίδες, τὶς κηλίδες τοῦ δέρματος καὶ τὴν κυτταρίδιτα»[53].

«Τὸ ἀγόρι ποὺ θέλει νὰ εἶναι ἄντρας χρειάζεται ἥρωες ποὺ ἀγαποῦν τὴ ζωὴ καὶ ἐξερευνοῦν τὰ μυστήριά της, ποὺ βρίσκουν ὀμορφιὰ στὸν κόσμο καὶ τὴ φέρνουν στὰ ἀγαπημένα τους πρόσωπα καὶ ποὺ ξέρουν ὅτι ἡ ἀγάπη τους ἐκτιμᾶται καὶ θὰ ἀνταποδοθεῖ»[54].

«Τὸ ἀγόρι ποὺ θέλει νὰ γίνει ἄντρας πρέπει νὰ ἀναζητήσει δασκάλους καὶ μέντορες ποὺ νὰ τοῦ ξεδιπλώσουν τὰ μυστήρια τῆς ζωῆς καὶ νὰ μοιραστοῦν τὴ χαρά τους στὴ διαδικασία τῆς μάθησης»[55].

«Ὁ ἄντρας πρέπει νὰ εἶναι ταυτόχρονα μαθητὴς καὶ δάσκαλος, πρέπει νὰ ἀγαπᾶ τὴ γνώση»[56].

«Ἡ γονιμότητα δὲν ἐκτιμᾶται σὲ ἕναν κόσμο ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ὑπερπληθυσμὸ καὶ ὁ πατέρας δὲν ἐκτιμᾶται ἐπειδὴ δημιουργεῖ μωρά, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀνατρέφει καὶ φροντίζει τὰ παιδιὰ ποὺ δημιουργεῖ καὶ ὅποια ἄλλα παιδιὰ βρίσκει στὸ δρόμο του»[57].

«Τὰ ἀγόρια ποὺ δὲν ἔχουν τὸ χρῖσμα τοῦ πατέρα τους, στὴν προσπάθειά τους νὰ γίνουν ἄντρες, ἔχουν μεγάλες πιθανότητες νὰ ὠθήσουν τοὺς ἄθλους τοῦ παραδοσιακοῦ ἀνδρισμοῦ μέχρι τὸ τελικὸ σημεῖο τῆς αὐτοκτονίας ἢ τῆς ἀνθρωποκτονίας, ἐνῶ τὰ κορίτσια ποὺ δὲν ἔχουν τὸ χρῖσμα τοῦ πατέρα τους εἶναι πιθανὸ νὰ πουληθοῦν σὲ διάφορες μορφὲς δουλείας γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴν ὑπερτιμημένη καὶ ὑπερεκτιμημένη προσοχὴ καὶ ἐπιδοκιμασία ἑνὸς ἄντρα»[58].

«Ἂν θέλει ὁ ἄντρας νὰ κάνει τὸ σπίτι ἀσφαλὲς γιὰ τὴν οἰκογένειά του, πρέπει νὰ τὸ κάνει ἐλέγχοντας τὸν ἑαυτό του, ὄχι τοὺς ἄλλους»[59].

«Ἀφηγήθηκε τὴν ἱστορία τοῦ πατέρα της, ποὺ σηκωνόταν νωρὶς ὅταν χιόνιζε, φτυάριζε τὸ χιόνι καὶ μετὰ μάζευε ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς γιὰ νὰ τὰ πάει σχολεῖο. Δὲν ἔβγαλε ποτὲ πολλὰ λεφτά, κρατοῦσε ὅμως πάντα πάνω του μερικὰ ψιλὰ γιὰ νὰ κερνᾶ τὰ παιδιὰ κάτι»[60].

«Ὁ θάνατος, ὁ πόλεμος καὶ τὸ ράγκμπι εἶναι παιχνίδια γιὰ ἀγόρια. Ὁ θυμὸς μιᾶς γυναίκας εἶναι σοβαρὴ | δουλειὰ καὶ ἀπαιτεῖ ἕναν ἄντρα»[61].

«Ὁ λειτουργικὸς ἀνδρισμὸς βιώνεται στὴ συντροφιὰ ἄλλων ἀντρῶν καὶ ὄχι μυστικά, κρυμμένος πίσω ἀπὸ τὴ φροντίδα καὶ τὴν προστασία τῶν γυναικῶν»[62].

«Κάποια ἀρχέγονα ἀντρικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ ὁρμές: τὴν ἀφοσίωση νὰ τελειώσει τὴ δουλειὰ ποὺ ἔχει ἀκόμη καὶ ἂν τὸν πονάει· ἕνα πνεῦμα περιπέτειας ἀκόμη καὶ ἂν ἡ περιπέτεια εἶναι ἐπικίνδυνη· μιὰ λαχτάρα νὰ δεῖ τί ὑπάρχει πίσω ἀπὸ τὸν ἑπόμενο λόφο· μιὰ ἀγάπη γιὰ τὴ φύση καὶ ὅλα τὰ γήινα, τραχιὰ καὶ ἄγρια πράγματα· μιὰ ἐπιθυμία γιὰ σωματικὴ δραστηριότητα καὶ γιὰ μετατροπὴ σκέψεων καὶ συναισθημάτων σὲ δράση· μιὰ ἀγαλλίαση μὲ τὴ μυρωδιὰ τοῦ ἱδρώτα καὶ τοῦ αἵματος· μιὰ ἀγάπη γιὰ τὰ παιχνίδια· μιὰ τάση νὰ ταξινομεῖ τὰ πράγματα καὶ νὰ τὰ κάνει προβλέψιμα καὶ τακτικά. Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ φαίνονται μέρος τῆς φύσης τοῦ ἄντρα εἶναι ἀπόλυτα συμβατὰ μὲ τὴν ἐνήλικη ζωή, τὴν οἰκογενειακὴ ζωὴ καὶ τὸν πολιτισμό»[63].

«Ἐκτὸς ἀπὸ πατέρα, χρειάζεστε ἐπίσης πρεσβύτερους καὶ μέντορες»[64].

«Εἶναι λάθος νὰ ἔχετε πάντα δίκιο. Αὐτὸ ὑποβιβάζει τοὺς ἄλλους καὶ δὲν ἀφήνει ἐσᾶς νὰ μάθετε τίποτα καινούργιο. Ἐξασκηθεῖτε λέγοντας στοὺς ἄλλους ὅτι μπορεῖ νὰ κάνετε λάθος σχετικὰ μὲ τὸ θέμα ποὺ συζητᾶτε. Ἐξασκηθεῖτε στὸ νὰ λέτε ‘Δὲν ξέρω. Ἐσὺ τί λές;’ στὰ ἀγαπημένα σας πρόσωπα. Οἱ ἀνταμοιβὲς θὰ σᾶς καταπλήξουν»[65].

«Ἂν κάνετε τὸν κόσμο πιὸ ὄμορφο, θὰ νιώσετε πλούσιοι»[66].

«Ἀπὸ ὅλες τὶς περιπέτειες τῆς ζωῆς, ἡ πιὸ μαγική, καὶ ἐκείνη ποὺ θὰ σᾶς διδάξει τὰ περισσότερα πράγματα γιὰ τὸν ἑαυτό σας καὶ τοὺς συνανθρώπους σας, εἶναι ἡ ἀνατροφὴ παιδιῶν. Δὲν εἶναι τὸ μόνο πρᾶγμα ποὺ μπορεῖτε νὰ κάνετε στὴ ζωή σας καὶ δὲν ἐμποδίζει ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ ἀξίζει τὸν κόπο νὰ κάνετε, ἀλλὰ τὸ συνιστῶ ἀνεπιφύλακτα»[67].

«Ζῆστε τὴ ζωή σας σὰν ὑπόδειγμα γιὰ τὰ ἐγγόνια σας, μὲ τὸ νὰ φαντάζεστε τὸν κόσμο ποὺ ἐλπίζετε νὰ κληρονομήσει ὁ ἐγγονὸς καὶ ἡ ἐγγονή σας. Ἀλλάξτε τὸν κόσμο γι’ αὐτούς»[68].

«Ἂν εἶστε ἀφεντικὸ στὴ δουλειά σας γιὰ τόσο πολὺ καιρὸ ὥστε νὰ χάνετε τὴν ταπεινοφροφύνη σας, προσφερθεῖτε νὰ κάνετε κάποια δουλειὰ στὴν ὁποία σαφῶς δὲν εἶστε τὸ ἀφεντικό. Ξέρω γενικοὺς διευθυντὲς ἐπιχειρήσεων ποὺ τὰ σαββατοκύριακα κάνους τοὺς μαραγκοὺς μαζὶ μὲ τὸν Τζίμι Κάρτερ στὸ Habitat for Humanity, χτίζοντας σπίτια γιὰ τοὺς φτωχούς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἂν δὲν ἤσαστε ποτὲ ἀφεντικὸ στὴ δουλειά σας, βρεῖτε κάποιο ἐγχείρημα στὸ ὁποῖο μπορεῖτε νὰ εἶστε. Τὰ ἄσυλα γιὰ ἀστέγους δὲν ἔχουν ποτὲ ἀρκετὰ ἄτομα ποὺ νὰ εἶναι διατεθειμένα νὰ ἀναλαβουν κάποιες εὐθῦνες»[69].

«Τὸ πρόβλημα ἐμφανίστηκε μὲ τὰ ἀγόρια ποὺ ἀρνοῦνταν νὰ μεγαλώσουν, γρήγορα ὅμως καὶ οἱ ἐνήλικες ἄντρες ἄρχισαν νὰ ἐπανέρχονται στὴν ἐφηβεία, ἐπινοῶντας μιὰ νέα περίοδο ἀνευθυνότητας, τὴν κρίση τῆς μέσης ἡλικίας, στὴν ὁποία οἱ ἄντρες παρατᾶνε τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά τους μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀνακαλύψουν καὶ πάλι τὰ νιᾶτα μὲ μιὰ γυναῖκα ποὺ εἶναι νεότερη, λεπτότερη, πιὸ κουτή, πιὸ φτωχὴ καὶ περικυκλωμένη ἀπὸ περισσότερα προβλήματα. Αὐτὸ εἶναι τρελό, φυσικά, ἀλλὰ βασίζεται στὴν κρυφὴ ἐλπίδα ὅτι ἕνας ἄντρας ποὺ γερνᾶ, ἂν συνδεθεῖ μὲ μιὰ γυναίκα τὴν ὁποία δὲν ἔχει πληγώσει ἀκόμη, μπορεῖ ἀκόμη νὰ γίνει ἥρωας στὰ μάτια της»[70].

«Οἱ ἄντρες πήγαιναν σὲ μπάρ, σὲ γήπεδα γκόλφ, σὲ γραφεῖα ἢ καὶ πάνω σὲ δέντρα ἀκόμη γιὰ νὰ περιμένουν τὰ ἐλάφια καὶ ὅλα αὐτὰ γιὰ νὰ μὴ βρεθοῦν κάτω ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τῆς συζύγου - μητέρας στὸ σπίτι. Τὰ παιδιὰ κοιμοῦνταν ὅλη μέρα καὶ ἔμεναν ξύπνια ὅλη νύχτα σὲ αὐτοκίνητα, στὶς γωνίες τῶν δρόμων ἢ σὲ πλήθη, ὥστε νὰ μὴν εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ μητέρα καὶ νὰ πάρουν μαθήματα ἐνηλικίωσης. Οἱ ἄντρες καὶ τὰ παιδιά, παλεύοντας νὰ ἀποφύγουν τὴν ἐνήλικη ζωή, ἔτρεμαν τὴ μητέρα τους καὶ τὴν ἱκανότητά της, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ὡριμότητά της, ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ νιώθουν ἔνοχοι γιατὶ δὲν εἶχαν καμία πρόθεση νὰ τὴν ἀνταποδώσουν»[71].

«Μέσα σὲ δύο γενιὲς οὐσιαστικὰ καταστρέψαμε τὴν ἀνθρώπινη οἰκογένεια, κάναμε τὸ σπίτι ἕνα μέρος ὅπου δὲ θέλει νὰ βρίσκεται κανεὶς καὶ μεγαλώσαμε μιὰ γενιὰ ἀντρῶν καὶ γυναικῶν ποὺ εἶναι ἀκατάλληλοι γιὰ | οἰκογενειακὴ ζωή. Τώρα ἔχουμε φορτωθεῖ μιὰ γενιὰ γκρινιάρηδων γεροντο-εφήβων ποὺ ἀπαιτοῦν τὰ πάντα καὶ δίνουν ἐλάχιστα σὲ ἀνταπόδοση. Κάθε γενιὰ ποὺ ἀποφεύγει τὴν ἐνήλικη ζωὴ σημαίνει ὅτι θὰ ὑπάρξει μία γενιὰ ποὺ θὰ μεγαλώσει χωρὶς ἐνήλικη γονεῖς καὶ ποὺ θὰ βλέπει τὴν ἐνήλικη ζωὴ ἀπὸ ὅλο καὶ μεγαλύτερη ἀπόσταση»[72].

«Μιὰ γυναῖκα δὲν ξεφεύγει ποτὲ ἀπὸ τὴ μητέρα της, γι’ αὐτὸ τὸ καλύτερο ποὺ ἔχει νὰ κάνει εἶναι νὰ τὴ δεῖ στὴ σωστή της προοπτική»[73].

«Ἂν οἱ πατέρες ἤξεραν πόσο σημαντικοὶ εἶναι γιὰ τὶς κόρες τους, θὰ φέρονταν διαφορετικά. Ὅμως, ὁ φόβος τῶν ἀντρῶν γιὰ τὶς γυναῖκες ἐπηρεάζει τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετωπίζουν ὄχι μόνο τὴ μητέρα καὶ τὴ σύζυγό τους, ἀλλὰ καὶ τὴν κόρη τους»[74].

«Οἱ ἄντρες ἔχουν τὶς πιὸ βρεφικὲς καὶ ναρκισσιστὲς ἐκδηλώσεις τους στὶς σεξουαλικὲς σχέσεις»[75].

«Εἶναι ἐπικίνδυνο γιὰ μιὰ γυναῖκα νὰ περιμένει ὅτι ἡ σχέση της μὲ ἕναν ἄντρα θὰ τῆς δώσει ὅλη τὴν ἀνθρώπινη συντροφικότητα καὶ ἐπικοινωνία ποὺ χρειάζεται στὴ ζωή. Κανένας ἄντρας, ὅπως μοῦ λένε ἀσταμάτητα οἱ κόρες μου, οἱ ἀνιψιές μου καὶ ἄλλοι κριτικοί, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει πλήρως πῶς εἶναι νὰ εἶσαι γυναῖκα. Καὶ κανείς μας δὲν μπορεῖ νὰ διατηρήσει τὴν ψυχική του ὑγεία στὴ ζωὴ ἂν δὲν ξέρει ὅτι τὸν καταλαβαίνουν»[76].

«Ὁ θυμὸς ἐξαντλεῖ, ἐξασθενεῖ καὶ ‘βρεφοποιεῖ’. Κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ νιώθουν ἀνήμποροι. Καὶ εἶναι ἕνας σίγουρος δρόμος πρὸς τὴ δυστυχία»[77].

«Οἱ γυναῖκες ποὺ μποροῦν νὰ λειτουργήσουν μόνο ὅταν τοὺς φέρονται ἀκριβῶς ὅπως θέλουν εἶναι πολὺ ντελικάτες γιὰ νὰ φτάσουν στὴν ἐνηλικότητα ἢ στὴν εὐτυχία»[78].

«Στὴν πραγματικότητα, μιὰ ἀπόλυτα ἀνιδιοτελὴς μητέρα προκαλεῖ τρομερὲς ἐνοχὲς καὶ δένει τὰ παιδιά της, γιατὶ δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο στὴ ζωή της. Δὲν εἶναι οἱ δυνατὲς μητέρες ἀλλὰ οἱ ἀδύναμες ποὺ κρατοῦν αἰχμάλωτα τὰ παιδιά τους. Μιὰ ἀδύναμη μητέρα, ποὺ δὲν ἔχει τίποτα νὰ περιμένει ἀπὸ τὴ ζωὴ πέρα ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις τῶν παιδιῶν της, κάνει τὰ παιδιὰ νὰ νιώθουν ὑπεύθυνα γι’ αὐτὴν καὶ τὰ δένει κοντά της. Μιὰ μητέρα δὲν ἀποτελεῖ κίνδυνο γιὰ τὰ παιδιά της ποὺ προσπαθοῦν νὰ ἐνηλικιωθοῦν, ὅταν εἶναι τόσο ἀπασχολημένη μὲ τὴ δική της ζωή, ὥστε νὰ μὴν τὴν ἐνδιαφέρει νὰ κουμαντάρει τὴ ζωὴ τῶν παιδιῶν της»[79].

«Ἡ μητέρα ποὺ δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο στὴ ζωή της ἐκτὸς ἀπὸ μᾶς εἶναι ἰδιαίτερα ἐπικίνδυνη»[80].

«Οἱ ἄντρες φοβοῦνται τὶς γυναῖκες, ἐπειδὴ οἱ γυναῖκες τοὺς καταλαβαίνουν»[81].

«Ἡ εὐτυχία εἶναι πιὸ πιθανὸ νὰ ἔλθει ἀπὸ τὸ νὰ ἀγαπᾶς παρὰ ἀπὸ τὸ νὰ σὲ ἀγαποῦν»[82].

«Εἶμαι | εὐτυχισμένη μὲ τὴν πολυάσχολη ζωή μου»[83].

«Ἡ τέχνη τῆς θηλυκότητας εἶναι τὸ νὰ ἔχεις τὴν ἱκανότητα καὶ τὴ χάρη νὰ κάνεις αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ γίνει χωρὶς νὰ χαλάσεις τὶς σχέσεις σου»[84].

«Ἡ συζήτηση γιὰ τὶς ἐμπειρίες τῆς ζωῆς σηκώνει τὸ πέπλο τοῦ μυστηρίου καὶ ἀποτοξινώνει τὴ σχέση»[85].

«Οἱ ἄντρες καὶ οἱ γυναῖκες μποροῦν νὰ ζήσουν μαζὶ εὐτυχισμένοι καὶ ἰσότιμοι μόνο ἂν συζητᾶνε»[86].

«Ἀγαπᾶτε τὰ παιδιά σας ὑπερβολικά. Δὲ θὰ τὰ βλάψει αὐτό. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ τὰ βλάψει εἶναι τὸ νὰ περιμένετε νὰ σᾶς ἀγαποῦν κι αὐτὰ ὑπερβολικὰ σὰν ἀνταπόδοση»[87].

«Μὴν περιμένετε ἀπὸ τοὺς ἄντρες νὰ διαβάζουν τὴ σκέψη σας: καλὰ καλὰ δὲν τοὺς ἔχουν μάθει νὰ διαβάζουν τὴ δική τους»[88].

«Δὲν μπορεῖτε νὰ φανταστεῖτε πόσο τρομοκρατοῦνται οἱ ἄντρες ἀπὸ τὸ θυμό σας. Ἂν σᾶς φέρονται ἄσχημα, εἶναι ἐπειδὴ φοβοῦνται τὴ δύναμή σας καὶ ὄχι ἐπειδὴ δὲν τὴ βλέπουν. Τὴ βλέπουν, τὴ μυρίζουν, τὴν ἀκοῦν, τὴ νιώθουν. Ἀλλὰ μὴν ἀνησυχεῖτε γιὰ τὸν ἄντρα ποὺ σᾶς φοβᾶται, ἐκτὸς ἂν εἶναι ἀφεντικό σας, γιός σας, ἄντρας σας, φίλος ἢ κάποιος στὸν ὁποῖο προσπαθεῖτε νὰ πουλήσετε κάτι»[89].

«Ἡ σεξουαλικότητα μπορεῖ νὰ συγκρατήσει μιὰ σχέση ἢ μπορεῖ νὰ τὴν τινάξει στὸν ἀέρα»[90].

«Κανείς μας ὅσο δυνατὸς καὶ ἐπιτυχημένος κι ἂν εἶναι, δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργήσει σὰν ἐνήλικος ἂν οἱ γονεῖς του δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι μαζί του. Μπροστὰ σὲ ἕνα θυμωμένο γονιό, ἀκόμη καὶ οἱ καλύτεροι ἀπὸ μᾶς γινόμαστε πάλι μικρὰ παιδιά»[91].

«Ἐν μέρει τουλάχιστον παραμένουμε παιδιὰ σὲ ὅλη μας τὴ ζωή, ἀλλὰ ποτὲ τόσο φανερὰ ὅσο ὅταν βρισκόμαστε μπροστὰ στοὺς γονεῖς μας»[92].

«Τὸ παιδὶ ὁποιασδήποτε ἡλικίας, ποὺ ἔχει τρομοκρατηθεῖ ἀπὸ τὸ γονιό του, δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ ἀπὸ μόνο του τί εἶναι ἐπικίνδυνο καὶ τί ὄχι. Ἀπορροφᾶ τοὺς φόβους τῶν γονιῶν του ἀντὶ νὰ ἀνοίξει τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὶς δύο γενιές»[93].

«Εἶναι παιδιάστικη συμπεριφορὰ νὰ φοβόμαστε καὶ νὰ θυμώνουμε μὲ τοὺς γονεῖς μας γιὰ τοὺς πολιτισμικοὺς περιορισμοὺς τῶν καλοπροαίρετων συμβουλῶν τους»[94].

«Πολλοὶ μοῦ ἔχουν ἀφηγηθεῖ ἕνα περιστατικὸ ποὺ νόμιζα ὅτι εἶχε συμβεῖ μόνο σὲ μένα: νὰ φέρνεις στὸ σπίτι ἕναν ἔλεγχο ὅπου ἔχεις πάρει σὲ ὅλα τὰ μαθήματα Α καὶ σὲ ἕνα μάθημα Β καὶ ὁ γονιὸς νὰ σὲ ρωτᾶ μόνο γιὰ τὸ Β. ‘Μπράβο, ἀλλὰ γιατὶ δὲν τὰ πῆγες καλὰ στὰ μαθηματικά;’»[95].

«Εἶναι δύσκολο νὰ δείχνουμε ἐνήλικες, καὶ πολὺ περισσότερο νὰ νιώθουμε ἐνήλικες, ὅταν προσπαθοῦμε νὰ τὸ σκάσουμε ἀπὸ τὸ σπίτι μας. Ὅμως, ἔχουμε μιὰ κοινωνία στὴν ὁποία ἡ ἐφηβεία, γιὰ κάποιο τρελὸ λόγο, θεωρεῖται τὸ πιὸ ἐπιθυμητὸ στάδιο τῆς ζωῆς. Ἔχουμε ἕναν κόσμο γεμᾶτο ἀνθρώπους ποὺ φτάνουν στὴ μέση τοῦ ποταμοῦ τῆς ζωῆς κι ἐκεῖ ἀρχίζουν νὰ κωπηλατοῦν σὰν τρελοί, προσπαθῶντας νὰ παραμείνουν στὸ ἴδιο σημεῖο, ἐνῶ ὁ κύκλος τῆς ζωῆς καὶ ὁ κόσμος κυλάει δίπλα τους καὶ τοὺς προσπερνάει, ἀφήνοντάς τους νὰ ἰσαπέχουν ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία καὶ τὴν ἐνήλικη ζωή. Τὸ νὰ κατηγοροῦμε τὸν τρόπο ποὺ μᾶς ἀνέθρεψαν οἱ γονεῖς μας γιὰ τὶς ἐπιλογὲς ποὺ κάνουμε ἐμεῖς τώρα εἶναι ἕνας σίγουρος τρόπος γιὰ νὰ μείνουμε κολλημένοι στὴ μέση τοῦ ποταμοῦ, ἐνῶ μᾶς προσπερνᾶ ἡ ζωὴ καὶ οἱ εὐκαιρίες της γιὰ ὡρίμανση»[96].

«Ἂν ὅμως ἡ ταυτότητά σου ἀπορρέει ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα τῶν γονιῶν σου, τότε παραμένεις γιὰ πάντα μέλος τῆς παιδικῆς γενιᾶς καὶ δὲν μπορεῖς νὰ προχωρήσεις στὴν ἐνήλικη ζωή, στὴν ὁποία ὁρίζεις τὸν ἑαυτό σου μὲ βάση αὐτὰ ποὺ κάνεις καὶ ὄχι αὐτὰ ποὺ σοῦ ἔχουν κάνει»[97].

«Ξέρω ὅτι οἱ γονεῖς σας ἔκαναν πολλὰ λάθη, κάτι ποὺ συμβαίνει μὲ τοὺς περισσότερους γονεῖς - συνέβη καὶ μὲ τοὺς δικούς μου καὶ συνέβη καὶ μὲ μένα. Αὐτὰ ἔγιναν στὸ παρελθόν. Τώρα εἴμαστε στὸ παρόν. Πολλοὶ γονεῖς ἐνηλικιώθηκαν καθὼς μεγάλωναν τὰ παιδιά τους καὶ σήμερα εἶναι καλύτεροι ἄνθρωποι ἀπὸ ὅ,τι ἦταν τότε»[98].

«Ὁ ἀνελέητος θυμὸς κατὰ τῶν γονιῶν εἶναι ἕνα ἀναπτυξιακὸ ἀδιέξοδο»[99].

«Τὰ παιδιὰ τῶν ἀτελῶν γονιῶν μπορεῖ νὰ νιώθουν εὐγνωμοσύνη γιατὶ οἱ γονεῖς τοὺς ἔδωσαν εὐκαιρίες νὰ ἀναπτύξουν ἀπρόσμενες ἱκανότητες»[100].

«Οἱ βιολογικοὶ γονεῖς σας ὑπάρχουν σὲ κάθε χρωμόσωμα τοῦ σώματός σας. Οἱ γονεῖς ποὺ σᾶς μεγάλωσαν ὑπάρχουν σὲ κάθε λέξη ποὺ λέτε, σὲ κάθε πράξη ποὺ κάνετε. Ἡ δουλειά σας δὲν εἶναι νὰ ἱκανοποιήσετε τοὺς γονεῖς σας, οὔτε νὰ τοὺς ‘διορθώσετε’, ἀλλὰ νὰ τοὺς καταλάβετε. Μόνο κατανοῶντας τους θὰ μπορέσετε τελικὰ νὰ κατανοήσετε τὸν ἑαυτό σας»[101].

«Δὲν ὑπάρχει τίποτα τόσο θεραπευτικὸ στὴ ζωὴ ὅσο τὸ νὰ συμφιλιωθεῖτε μὲ τοὺς γονεῖς σας»[102].

«Γιὰ νὰ περάσετε σὲ θέση ἐνήλικου μὲ τοὺς γονεῖς σας, πρέπει νὰ κάνετε ἀρκετὰ πράγματα, πράγματα ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κάνουν οἱ γονεῖς σας στὴ θέση σας. Δὲν μποροῦν νὰ σᾶς δώσουν τὴν ἐνηλικότητά σας. Πρέπει νὰ τὴ διεκδικήσετε μόνοι σας»[103].

«Τὸ παιδὶ ποὺ θέλει νὰ γίνει ἐνήλικος πρέπει νὰ ἀναλάβει τὴν εὐθύνη γιὰ τὴ ζωή του. Ὄχι ἀναγκαστικὰ νὰ κάνει τὰ πάντα τέλεια, ἀλλὰ νὰ δέχεται τὴν εὐθύνη γιὰ τὰ ὀλισθήματα»[104].

«Ἡ φροντίδα τῶν γονιῶν σας μέχρι τὸ τέλος τους σᾶς ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὴν ἐνοχὴ καὶ ἐνδυναμώνει τὴν ἐνηλικότητά σας»[105].

«Γιὰ τὸν ἰσοσκελισμὸ τοῦ χρέους σας, πρέπει νὰ ξέρετε ὅτι τὸ μεγαλύτερο δῶρο ποὺ ἔχετε κάνει στοὺς γονεῖς σας εἶναι τὸ ὅτι τοὺς δώσατε τὴν εὐκαιρία νὰ σᾶς μεγαλώσουν. Αὐτὰ ποὺ παίρνει ἕνα παιδὶ ἀπὸ τοὺς γονεῖς δὲν συγκρίνονται μὲ αὐτὰ ποὺ παίρνουν οἱ γονεῖς ἀπὸ τὴν ἀνατροφὴ τοῦ παιδιοῦ. Μόνο ὅταν βιώσετε τὴν ἴδια ἐμπειρία θὰ καταλάβετε τὸ βαθμὸ στὸν ὁποῖο τὰ παιδιὰ δίνουν νόημα στὴ ζωὴ τῶν γονιῶν τους»[106].

«Τὸ τελικὸ προϊὸν τῆς ἀνατροφῆς δὲν εἶναι τὸ παιδὶ ἀλλὰ οἱ γονεῖς, ποὺ ἔχουν τὴν εὐκαιρία νὰ περάσουν κάθε στάδιο τῆς ἀνθρώπινης ἀνάπτυξης ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, νὰ ξαναζήσουν τὶς ἐμπειρίες ποὺ τοὺς διαμόρφωσαν καὶ νὰ ξανασκεφτοῦν ὅλα ὅσα τοὺς δίδαξαν οἱ γονεῖς τους. Οὐσιαστικά, ἔχουν τὴν εὐκαιρία νὰ ξανααναθρέψουν τὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ γίνουν αὐτεξούσιοι»[107].

«Ὁ γάμος εἶναι ἡ ὑπόσχεση - δὲν εἶναι τὰ συναισθήματα, δὲν εἶναι οὔτε κὰν ἡ σχέση, εἶναι ἡ δέσμευση»[108].

«Πρέπει νὰ ἀντέχει [ὁ γάμος] στὴ σκληρότητα, τὴν ἀδιαφορία καὶ στὶς ἀμέτρητες αδιόρατες μορφὲς κακοποίησης ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ τρομοκρατημένοι ἄνθρωποι γιὰ νὰ προστατεύονται απὸ τὴν ὑποχρέωση νὰ ἀναγνωρίσουν τὰ ἴσα δικαιώματα τῶν ἄλλων. Πρέπει νὰ ἀντέχει σὲ περιόδους χωρισμοῦ ποὺ μπορεῖ νὰ συμβοῦν ὅταν ἡ πραγματικότητα τοῦ πολέμου, τῆς δουλειᾶς, τῶν σπουδῶν, τῆς ἀρρώστιας, τῆς φυλακῆς, τοῦ καθήκοντος ἢ τῶν διακοπῶν χωρίζουν τοὺς ἀνθρώπους. Πρέπει νὰ ἀντέχει τὶς περιόδους ‘ἀποθέρμανσης’, ὅταν ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἑνὸς εἶναι τέτοια ὥστε ὁ ἄλλος νὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθεῖ γιὰ λόγους ἀσφάλειας ἢ ἄλλους.Πρέπει νὰ ἀντέχει στὴν ἀλλαγή, στὰ γηρατειά, στὴν ἀπώλεια τῆς νιότης, στὴν ἀπώλεια τῆς ὀμορφιᾶς, στὴν ἀπώλεια τῶν νεανικῶν ἐλπίδων καὶ σὲ μιὰ ζωὴ ἀπογοητεύσεων. Ἀλλὰ ἂν αὐτὴ ἡ ὑπόσχεση τηρηθεῖ, ὁ ἄνθρωπος δὲν ποτὲ μόνος, δὲν εἶναι ποτὲ ἀπελπισμένος, δὲ νιώθει ποτὲ χαμένος στὸ σύμπαν. Ἔχει ἕνα σπίτι»[109].

«Οἱ ἄνθρωποι ποὺ παντρεύονται ‘μέχρι νὰ τοὺς χωρίσει ὁ θάνατος’ ἔχουν ἕνα πολὺ διαφορετικὸ ἐπίπεδο ἀσφάλειας, ἐλευθερίας καὶ εὐτυχίας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ παντρεύονται ‘γιὰ ὅσο θὰ διαρκέσει ἡ ἀγάπη’»[110].

«Ὁ γάμος δὲν ἀφορᾶ στὸν ἔρωτα ἀνάμεσα στὸ ζευγάρι. Ἀφορᾶ στὴ συμφωνία νὰ ἀγαποῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ἡ λέξη ‘ἀγαπῶ’ εἶναι ἕνα ἐνεργητικό, μεταβατικὸ ρῆμα. Εἶναι κάτι ποὺ οἱ παντρεμένοι ἐνήλικες κάνουν ὅπως κι ἂν νιώθουν»[111].

«Ὁ γάμος δὲν ὑποτίθεται ὅτι πρέπει νὰ σᾶς κάνει εὐτυχισμένους. Ὑποτίθεται ὅτι πρέπει νὰ σᾶς κάνει παντρεμένους καὶ ἀφοῦ εἶστε ὁλοκληρωτικὰ παντρεμένοι, ἔχετε μιὰ δομὴ ἀσφάλειας καὶ ὑποστήριξης ἀπὸ τὴν ὁποία μπορεῖτε ἐλεύθερα νὰ κάνετε τὸν ἑαυτό σας εὐτυχισμένο, ἀντὶ νὰ σπαταλᾶτε τὰ ἐνήλικα χρόνια σας ἀναζητῶντας μιὰ τέτοια δομή»[112].

«‘Οἱ ἁλυσίδες δὲν κρατᾶνε ἕνα γάμο. Τὸν κρατᾶνε τὰ νήματα, τὰ ἑκατοντάδες μικροσκοπικὰ νήματα ποὺ ὑφαίνουν οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ χρόνια. Αὐτὸ εἶναι ποὺ κάνει ἕνα γάμο νὰ ἀντέχει, περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸ πάθος ἢ ἀκόμη καὶ τὸ σέξ’»[113].

«Ἡ καλοσύνη φαίνεται νὰ εἶναι ἡ καρδιὰ ἑνὸς εὐτυχισμένου γάμου. Αὐτὰ ποὺ χρειάζεται τὸ παντρεμένο ζευγάρι εἶναι λιγότερο ἡ ‘νοητικὴ ὑγεία’ σὲ στὺλ ὁμαδικῆς θεραπείας καὶ περισσότερο οἱ καλοὶ τρόποι. Εἶναι ἐλάχιστα τὰ πράγματα στὴ ζωὴ ποὺ πρέπει νὰ εἰπωθοῦν - ἀπὸ τὸ ‘Βρομάει τὸ στόμα σου’ μέχρι τὸ ‘Ἔτσι καὶ τὸ ξανακάνεις αὐτὸ θὰ σὲ σκοτώσω στὰ σίγουρα’ - καὶ νὰ μὴν μποροῦν νὰ εἰπωθοῦν μὲ εὐγένεια ἢ καὶ μὲ ἀγάπη ἀκόμη»[114].

«Ἕνα βῆμα γιὰ τὴν ἐξασφάλιση ἰσότητας σὲ ἕνα γάμο εἶναι νὰ ἀποκλειστεῖ ἡ δυνατότητα διαζυγίου. Ἕνα ἄλλο βῆμα εἶναι νὰ ὑπάρχει ἴση πρόσβαση στὰ χρήματα καὶ στὶς ἀποφάσεις ποὺ ἀφοροῦν χρήματα. Ἕνα ἄλλο ἀπαραίτητο βῆμα εἶναι νὰ κατανέμεται δίκαια ἡ δουλειά, πρᾶγμα ποὺ ἀπαιτεῖ μιὰ συνεχῆ διαπραγμάτευση γύρω ἀπὸ δουλειές, καθήκοντα καὶ εὐθῦνες. Ἀκόμη καὶ ἂν οἱ δουλειὲς δὲν εἶναι ἴσες ἀπὸ κάποια ἄποψη, οἱ φωνὲς πρέπει νὰ εἶναι»[115].

«Ὁ τρόπος γιὰ νὰ ἐξισορροπήσετε μιὰ βίαιη σχέση εἶναι νὰ καλεῖτε τὴν ἀστυνομία κάθε φόρα ποὺ ὑπάρχει ἐκδήλωση βίας»[116].

«Μπορεῖ νὰ ἔχουν παλιὲς ἀνεπίλυτες ἀδελφικὲς ἀντιζηλίες, ποὺ μετατρέπουν κάθε ἐπικοινωνία σὲ ἀνταγωνισμό»[117].

«Μπορεῖ νὰ θέλουν ἁπλῶς νὰ παραμείνουν βρέφη, ὁπότε προσπαθοῦν νὰ ὑποδουλώσουν κάποιον ἄντρα ἢ κάποια γυναῖκα γιὰ νὰ τοὺς φροντίζει»[118].

«Ἕνας παντρεμένος πρέπει νὰ σέβεται τὶς γνῶμες τοῦ συντρόφου του, τὶς συναισθηματικές του ἀντιδράσεις, τὶς προτιμήσεις καὶ τὶς ἀπόψεις του, χωρὶς νὰ τὶς ἐξετάζει μὲ κριτήρια σωστοῦ ἢ λάθους. Τὸ γεγονὸς ὅτι μιὰ γνώμη εἶναι λογική, σωστή, ἀληθινή, τυπικὴ ἢ διαδεδομένη δὲν πρέπει νὰ εἶναι τὸ τελικὸ καθοριστικὸ κριτήριο γιὰ ἕνα θέμα»[119].

«Δὲν τολμᾶμε νὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐρωτευτοῦμε γιὰ νὰ γίνουμε εὐτυχισμένοι. Γινόμαστε εὐτυχισμένοι καὶ μετὰ ἐρωτευόμαστε γιὰ νὰ τὸ μοιραστοῦμε»[120].

«Ὁ γάμος, γιὰ νὰ γίνει κάτι παραπάνω ἀπὸ μιὰ ἀμοιβαία ἐχθρικὴ ἐξάρτηση, πρέπει νὰ ἐπιτρέπει καὶ στὰ δύο ἄτομα νὰ εἶναι ὁλόκληρα»[121].

«Τὸ ρομάντζο καὶ ὁ γάμος εἶναι βασικὰ δύο πράγματα ἀσύμβατα μεταξύ τους. Τὸ ρομάντζο σημαίνει διαφυγὴ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, ἐνῶ ὁ γάμος εἶναι μιὰ φόρμα καὶ δομὴ γιὰ νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὸ δρόμο μετὰ τυχαίων ἐμποδίων τῆς ζωῆς»[122].

«Ἂν ἀνακαλύψετε ὅτι δὲν εἶστε ἐρωτευμένοι πιά, δεῖξτε περισσότερη ἀγάπη»[123].

«Δὲν ὑπάρχει τίποτα στὴ ζωὴ ποὺ νὰ κάνει ἕναν ἄντρα πιὸ εὐτυχισμένο, πιὸ συναισθηματικὰ ὁλοκληρωμένο ἢ πιὸ ἐνήλικο ἀπὸ τὴν ἐξ ἐπαφῆς ἀνατροφὴ παιδιῶν. Ὁ ἄντρας ποὺ τὸ ἀποφεύγει αὐτὸ προσπαθεῖ νὰ διαφυλάξει τὸ δικό του παιδιάστικο χαρακτῆρα. Εἶναι ἕνας ἀνόητος καὶ δυστυχῶς θὰ παραμείνει ἀνόητος, γιατὶ ἀποφεύγει τὴν ἐμπειρία ποὺ θὰ τοῦ ἔδινε τὴ σοφία τοῦ ἐνήλικου»[124].

«Ἂν ὁ πατέρας δὲ δίνει πατρικὴ φροντίδα, τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι ὅλοι στὴν οἰκογένεια θὰ καταλήξουν νὰ νιώθουν δυστυχισμένοι καὶ θυμωμένοι. Ἂν ἡ μητέρα δὲν κάνει τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ τὸ νὰ δίνει μητρικὴ φροντίδα, τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι ὅλοι στὴν οἰκογένεια θὰ καταλήξουν νὰ νιώθουν δυστυχισμένοι καὶ ἔνοχοι»[125].

«Τὸ σὲξ μὲ ἕνα γνωστὸ σύντροφο ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὰ δύο ἄτομα νὰ ἔχουν στενὴ σχέση, νὰ εἶναι εὐάλωτα καὶ τρυφερά, ἀνιδιοτελῆ καὶ νὰ δείχνουν ἐνεργὴ ἀγάπη καὶ μερικοὶ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ τὰ κάνουν ὅλα αὐτὰ πολὺ συχνά»[126].

«Ὁ σκοπὸς γιὰ κάποιον ποὺ ἀρνεῖται νὰ μεγαλώσει εἶναι νὰ μὴ γεράσει»[127].

«Ἡ συζυγικὴ πίστη εἶναι τὸ σημαντικότερο στοιχεῖο στοὺς σταθεροὺς καὶ ἀνθεκτικοὺς γάμους»[128].

«Ὁ γάμος εἶναι σὰν τὸ ὑποβρύχιο: εἶναι ἀσφαλὴς μόνο ἂν μπεῖς ὁλόκληρος μέσα»[129].

«Ἡ γαμήλια σχέση δίνει πολλὰ δικαιώματα καὶ προνόμια, σ’ αὐτὰ ὅμως δὲν περιλαμβάνονται καὶ οἱ κακοὶ τρόποι. Ἡ στενὴ ἐπαφὴ δὲ χρειάζεται ἀγένεια»[130].

«Ποτὲ μὴ σκεφτεῖτε τὸ διαζύγιο. Μὴ μιλᾶτε γι’ αὐτό, μὴ φωνάζετε γι’ αὐτό, μὴν τὸ σκέφτεστε κάν. Γιὰ νὰ | λειτουργήσει ὁ γάμος, τὸ διαζύγιο δὲν ὑπάρχει σὰν λύση. Ἡ προσωρινὴ διάσταση σίγουρα, ὁ φόνος ἴσως, ἀλλὰ ὄχι τὸ διαζύγιο»[131].

«Ὁ γάμος δὲν ὑποτίθεται ὅτι θὰ σᾶς κάνει εὐτυχισμένους, ὑποτίθεται ὅτι θὰ σᾶς κάνει παντρεμένους»[132].

«Ἂν ὑπάρχει κάποια σύγκρουση σχετικὰ μὲ τὸ σέξ, θὰ πρέπει νὰ τὸ κάνουν ὅσο συχνὰ θέλει ὁ σύντροφος ποὺ ἀποζητᾶ περισσότερο σέξ, ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀρέσει περισσότερο στὸν ἄλλον»[133].

«Τὰ θετὰ παιδιά, ἐπειδὴ ἔχουν χάσει κάπου ἕνα γονιό τους, εἶναι σὰν τραυματίες πολέμου καὶ χρειάζονται ἀγάπη καὶ φιλία»[134].

«Οἱ μάχες δὲν ἔχουν θέση σὲ ἕνα γάμο. Ἂν ὁ σύντροφός σας σᾶς πληγώσει, μιλῆστε γιὰ τὸν πόνο σας ἀντὶ νὰ ἐκδηλώνετε τὸ θυμό σας. Συζητῆστε τὸ θυμό σας ἤρεμα, ὡς δικό σας πρόβλημα καὶ ὄχι σὰν ἕνα λάθος ποὺ ἔκανε ὁ σύντροφός σας. Διατηρεῖτε τὴν καλοσύνη σας»[135].

«Ἡ πίστη εἶναι ἡ ὑπόσχεση ποὺ ἀποτελεῖ τὴν καρδιὰ τοῦ γάμου. Ὅταν ὑπάρχει, ὅλα τὰ ἄλλα μποροῦν νὰ γίνουν ἀνεκτά. Ὅταν δὲν ὑπάρχει, τὸ παραμικρὸ στρὲς ἢ ἡ παραμικρὴ ἔλλειψη καλοσύνης μπορεῖ νὰ διαλύσει τὸ γάμο»[136].

«Οἱ συζυγικὲς συγκρούσεις εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὸ γάμο καὶ γιὰ τὴν ἐξάσκηση τῶν παιδιῶν στὴν ἐπίλυση τῶν συγκρούσεων. Ὁ γάμος στὴν καλύτερη περίπτωση εἶναι πόλεμος. Χρειάζεται κότσια. Οἱ παντρεμένοι ἔχουν τὴν τάση νὰ κάνουν αὐτὰ ποὺ ἔβλεπαν νὰ κάνουν οἱ γονεῖς τους καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν θορυβώδεις συμπεριφορές, προσβολὲς καὶ μοχθηρία. Καὶ ὅταν ντροπιαστοῦν καὶ ἡ συμπεριφορά τους γίνει ἰδιαίτερα παιδαριώδης, ὀπισθοδρομοῦν στὶς τεχνικὲς ποὺ χρησιμοποιοῦσαν στοὺς καβγάδες τους μὲ τὰ ἀδέρφια τους. Μερικὲς γυναῖκες, πιστεύοντας ὅτι ὁ ἄντρας τους φέρεται σὰν παιδί, καταφεύγουν στὶς τεχνικὲς ποὺ χρησιμοποιοῦσε ἡ μητέρα τους στὰ ἄτακτα παιδιά. Μερικοὶ ἄντρες, νιώθοντας ὅτι τοὺς ἐπιτίθεται ἡ γυναίκα τους, καταφεύγουν σὲ τεχνικὲς ποὺ ἔμαθαν στὴ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευση ἢ στὴν προπόνηση τοῦ ράγκμπι»[137].

«Τὸ διαζύγιο εἶναι ἕνα ἠθικὸ ζήτημα, πέρα ἀπὸ ψυχολογικὸ - γιατὶ ὅταν ἑτοιμάζεται κανεὶς νὰ κάνει κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει μακροχρόνιες συνέπειες γιὰ τὸν τρόπο ποὺ ζεῖ τὴ ζωή του καὶ τὸν τρόπο ποὺ τὰ παιδιὰ του ζοῦν τὴ ζωή τους, τότε ἔχει νὰ κάνει μὲ ζητήματα σωστοῦ καὶ λάθους, καθὼς καὶ μὲ ἐρωτήματα ψυχολογίας, ‘νοητικῆς ὑγείας’ καὶ δικῆς του ‘προσωπικῆς εὐημερίας’»[138].

«Ἡ σεξουαλικὴ ἐπανάσταση ἐπικεντρώθηκε κυρίως σὲ ἀγόρια καὶ ἄντρες ποὺ ἀπαιτοῦσαν τὶς χαρὲς τοῦ σὲξ χωρὶς τὶς εὐθῦνες ποὺ τὶς συνόδευαν»[139].

«Ἂν ἡ σεξουαλικὴ ἐπανάσταση εἶχε ἀπελευθερώσει τοὺς ἄντρες ἀπὸ τὴν οἰκογενειακὴ ζωή, ἡ ἐπακόλουθη ἀντιδραστικὴ ἐποχὴ τοῦ διαζυγίου αὐτοέκφρασης ἀπελευθέρωσε τὶς γυναῖκες ἀπὸ τὶς οἰκογενειακὲς εὐθῦνες»[140].

«Ἀκολουθῶντας τὴ μόδα τῆς ἐποχῆς, τὸ διαζύγιο χαρακτηρίστηκε καλὸ γιὰ τὰ παιδιά, γιατὶ τὰ προστατεύει ἀπὸ τὸ νὰ παντρευτοῦν καὶ νὰ γίνουν γονεῖς»[141].

«Ἡ ἔνταση τοῦ μίσους στὰ διαζύγια εἶναι σχεδὸν ἀνάλογη μὲ τὴν ἔνταση τοῦ ἔρωτα ποὺ προηγήθηκε»[142].

«Τίποτα ἀπὸ ὅσα συμβαίνουν στὴ ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου δὲν ἔχει τόσο μόνιμο καὶ βαθὺ ἀντίκτυπο ὅσο ἡ διάλυση τῆς παιδικῆς του οἰκογένειας»[143].

«Τὸ τραῦμα τοῦ διαζυγίου δὲν εἶναι κάτι ποὺ ξεπερνοῦν τὰ παιδιά. Ἡ ἀπώλεια τῆς οἰκογένειας δὲ θεραπεύεται μὲ τὸ χρόνο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ ἕναν νέο γάμο, ἕναν νέο πατέρα, μιὰ νέα μορφὴ κοινοβιακῆς ψευδοοικογένειας ἢ ἕνα νέο κυβερνητικὸ πρόγραμμα»[144].

«Οἱ δεύτεροι γάμοι ἐπίσης συνήθως χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἔλλειψη ἀνοχῆς γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ δὲ φεύγουν ἀπὸ τὸ σπίτι στὴ μικρότερη δυνατὴ ἡλικία, δηλαδὴ γύρω στὰ δεκαοχτώ»[145].

«Ἡ ἀνατροφὴ ἑνὸς παιδιοῦ ποὺ ὑποφέρει ἀκόμη ἀπὸ | κατάθλιψη καὶ εἶναι θυμωμένο γιὰ τὸ διαζύγιο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι εὔκολη γιὰ τὸ θετὸ γονιὸ ποὺ ἔχει ἀντικαταστήσει τὸν πραγματικὸ καὶ ἔτσι ἀποτελεῖ μιὰ συνεχῆ ὑπενθύμιση τῆς ἀπώλειας τοῦ παιδιοῦ»[146].

«Ὅσο πιὸ μεγάλα εἶναι τὴν ἐποχὴ τοῦ διαζυγίου, τόσο μικρότερες πιθανότητες ἔχουν νὰ συνέλθουν καὶ τόσο περισσότερα προβλήματα ἔχουν συνήθως ὡς ἐνήλικες»[147].

«Ἡ προσπάθεια τοῦ παιδιοῦ νὰ βρεῖ τὸ χαμένο πατέρα εἶναι ἀπαραίτητη»[148].

«Ὅταν πεθαίνουν οἱ γονεῖς, τὰ παιδιὰ δὲν τοὺς χάνουν πραγματικά. Τὰ παιδιὰ χάνουν τοὺς γονεῖς τους μόνο ὅταν ἐκεῖνοι φεύγουν μὲ τὴ θέλησή τους»[149].

«Τὸ τραῦμα τοῦ διαζυγίου δὲν περνᾶ ποτὲ γιὰ τὰ παιδιά. Ὅποιες ἄλλες κρίσεις καὶ ἂν συμβοῦν στὴ ζωή τους, τὸ διαζύγιο τῶν γονιῶν τους παραμένει ἡ πιὸ σημαντική, ἡ πιὸ καθοριστικὴ καὶ ἐκείνη ποὺ συνήθως τὴ σκέφτονται συνεχῶς καὶ τὴν ἀναβιώνουν τακτικά. Τὰ παιδιὰ τῶν διαζυγίων περνοῦν τὴ ζωή τους μὲ κάποιο βαθμὸ μετατραυματικοῦ στρές»[150].

«Ἡ ζωὴ εἶναι μεγάλη καὶ οἱ ἄνθρωποι ζοῦν πολλὲς δεκαετίες μὲ τὶς ἀποφάσεις ποὺ παίρνουν στὰ πιὸ λάγνα καὶ ἀνυπόμονα χρόνια τους»[151].

«Ἂν ἡ τάση σας νὰ πάρετε διαζύγιο εἶναι τόσο μεγάλη ὥστε νομίζετε ὅτι δὲν μπορεῖτε νὰ τῆς ἀντισταθεῖτε, μὴ σπεύσετε νὰ πᾶτε στὸ δικηγόρο σας γιὰ διαζύγιο. Κόψτε λίγο τὴ φόρα σας καὶ δοκιμᾶστε μερικὰ ἄλλα πράγματα πρῶτα. Τὸ διαζύγιο εἶναι τρομερὰ σοβαρὴ ὑπόθεση καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζετε σὰν λύση ἐπειδὴ νιώθετε θυμό, ντροπή, κατάθλιψη ἢ ἐπειδὴ ἔχει θιχτεῖ ἡ περηφάνια σας. Θὰ βλάψει σοβαρὰ τὰ παιδιά σας καὶ ἑπομένως καὶ τὰ ἐγγόνια σας καὶ θὰ εἶναι σωστὴ κόλαση γιὰ σᾶς ἐπίσης, ὅσο κι ἂν ἐλπίζετε μὲ κακεντρέχεια ὅτι θὰ | πληγώσει τὸ σύντροφό σας ἀκόμη περισσότερο»[152].

«Μὴ μιλήσετε γιὰ τὰ συναισθήματά σας, ὅπως κάνουμε συνήθως στὶς πολιτισμένες οἰκιακὲς διαπραγματεύσεις. Μιλῆστε γιὰ τὴ συμπεριφορά»[153].

«Νὰ εἶστε ὑπομονετικοί, κάτι ποὺ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ὥριμα πράγματα ποὺ μπορεῖ νὰ ζητήσει κανεὶς ἀπὸ κάποιον»[154].

«Μὴν ξαναπαντρευτεῖτε ὅσο ἔχετε τὴν ἀφέλεια νὰ νομίζετε ὅτι ‘εἴχατε παντρευτεῖ λάθος ἄνθρωπο’. Δὲν εἶστε κατάλληλοι γιὰ γάμο μέχρι νὰ συνειδητοποιήσετε τί λάθη κάνατε»[155].

«Ἂν σᾶς λείπει ἡ ἀγάπη, ὁ καλύτερος τρόπος γιὰ νὰ φέρετε περισσότερη ἀγάπη στὴ ζωή σας εἶναι νὰ δείχνετε περισσότερη ἀγάπη στοὺς ἄλλους»[156].

«Οἱ ἄνθρωποι κάνουν παιδιὰ γιὰ νὰ ἀποκτήσουν ἐγγόνια»[157].

«Φυσικά, τὸ νὰ κάνεις παιδιὰ ἔχει περιορισμένα ὀφέλη στὴν καλύτερη περίπτωση καὶ μπορεῖ ἀκόμη νὰ εἶναι μιὰ ἔκφραση ἀπληστίας καὶ ναρκισσισμοῦ, μιὰ ἐνόχληση γιὰ τοὺς γείτονες ἢ καὶ ἕνα βάρος γιὰ τὸν πλανήτη. Ἡ μαγικὴ ἐμπειρία εἶναι ἡ ἀνατροφή τους. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ θέλουν τὴν περηφάνια, τὴν πιθανὴ δόξα καὶ τὴ διεύρυνση τοῦ ἑαυτοῦ ποὺ χαρίζει η ἐμπειρία τοῦ γονιοῦ, χωρὶς τὴν ταπείνωση, τὸ διαφωτισμὸ καὶ τὴν ἀναταραχὴ τῆς ἐξ ἐπαφῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν, δὲ χάνουν ἁπλῶς τὴ μαγεία, ἀλλὰ καὶ ‘κλέβουν’»[158].

«Τὰ μωρὰ χρειάζονται γονεῖς. Ὄχι ἁπλῶς ἕνα γονιὸ ἀλλὰ γονεῖς |- πάνω ἀπὸ ἕναν, καὶ κατὰ προτίμηση πάνω ἀπὸ δύο. Καὶ τὰ μωρὰ χρειάζονται γονεῖς ὄχι μόνο γιὰ τὴ σωματική τους ἐπιβίωση, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ παραμείνουν ἄνθρωποι»[159].

«Ἡ ἀνατροφὴ παιδιῶν ἦταν πάντα ἡ σημαντικότερη δραστηριότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀρσενικοῦ ἢ θηλυκοῦ»[160].

«Ὁ ἄντρας ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει | ὑπηρέτης σὲ ἕνα παιδί, ποὺ περιμένει ἀπὸ τὰ παιδιά του ἢ τὰ παιδιὰ ἄλλων νὰ ὑπάρχουν πρὸς δική του δόξα ἢ ἄνεση, εἶναι τὸ κέντρο τοῦ δικοῦ του σύμπαντος καὶ εἶναι ἀπίθανο νὰ μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει ὁτιδήποτε ἄλλο ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Μπορεῖ νὰ ἔχει βρεθεῖ σὲ λάθος γενιά»[161].

«Οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲ μεγαλώνουν παιδιά, εἴτε τὰ δικά τους εἴτε κάποιου ἄλλου, ὡς ἕνα σημαντικὸ ἢ καὶ κεντρικὸ ἀκόμη μέρος τῆς ταυτότητάς τους, κινδυνεύουν νὰ παραμείνουν μέλη μιᾶς ἀνώριμης παιδικῆς γενιᾶς. Μπορεῖ νὰ δυσκολευτοῦν νὰ περάσουν στὴ γενιὰ τῶν γονιῶν στὴν ὁποία ὑπάρχει χαρὰ καὶ περηφάνια ἀπὸ τὴν ἐπένδυση σὲ κάτι ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἀτόμου»[162].

«Ὁ καλύτερος τρόπος γιὰ νὰ μεγαλώσει κανεὶς ὑπεύθυνα παιδιὰ εἶναι νὰ τὰ περιβάλλει μὲ ὑπεύθυνους ἐνήλικες ποὺ τοὺς ἀρέσει νὰ κάνουν αὐτὰ ποὺ κάνουν ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον καὶ γιὰ τὸν κόσμο. Αὐτοὶ μποροῦν νὰ ἐμπνεύσουν τὸ παιδὶ νὰ μιμηθεῖ τὶς χαρὲς τῆς ὑπεύθυνης ζωῆς καὶ νὰ δημιουργοῦν σχέσεις δοῦναι καὶ λαβεῖν ποὺ κάνουν καὶ τὰ δύο ἄτομα νὰ νιώθουν καλά»[163].

«Ἕνα ἐνδιαφέρον στοιχεῖ εἶναι ὅτι ἐκεῖνα τὰ ἀνθεκτικὰ ἄτομα ποὺ εἶχαν καλὴ ἐξέλιξη παρόλο ποὺ μεγάλωσαν σὲ φρικτὲς συνθῆκες εἶχαν ὅλα κάποιο ὑπεύθυνο ἐνήλικο - ἕναν συγγενῆ, ἕναν δάσκαλο, ἕναν προπονητή, ἕναν ἱερέα, τὸ γονιὸ κάποιου φίλου - ποὺ τοὺς φέρθηκε σὰν νὰ εἶχαν κάτι τὸ ξεχωριστό, ποὺ εἶδε πάνω τους τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν εὐκαιρία ἀντὶ νὰ δεῖ μόνο τὴ στέρηση καὶ τὰ δεινά»[164].

«Γιὰ νὰ μεγαλώσει τὸ παιδὶ ὑπεύθυνα, πρέπει ἐπίσης νὰ εἶναι χρήσιμο»[165].

«Τὰ παιδιά, γιὰ νὰ γίνουν ἐνήλικες, πρέπει νὰ εἶναι χρήσιμα καὶ νὰ νιώθουν περήφανα γι’ αὐτό»[166].

«Διδάσκοντας ἕνα παιδὶ νὰ δουλεύει, δημιουργεῖτε ἕναν ἐνήλικο»[167].

«Τὰ παιδιὰ δουλεύουν πρόθυμα μὲ τοὺς γονεῖς, ἀλλὰ σιχαίνονται νὰ δουλεύουν γιὰ τοὺς γονεῖς»[168].

«Ἂν ἔχετε θετὰ παιδιὰ ποὺ ζοῦν μαζί σας, ἔχετε ὑπόψη σας ὅτι μπορεῖ νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ βαθιὰ κατάθλιψη καὶ ἄγριο θυμὸ γιὰ τὴν ἀπώλεια τῆς οἰκογένειάς τους καὶ μπορεῖ νὰ σᾶς μισοῦν ἐπειδὴ ἀντικαταστήσατε τὸν ἔναν ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους ... Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἱκανότητες ἀνάλογες μὲ αὐτὲς ποὺ χρειάζεται ἕνας θεῖος ἢ μιὰ θεία, ὥστε νὰ προσφέρετε στὰ παιδιὰ μιὰ σύνδεση μὲ τὸν ἐνήλικο κόσμο, ἡ ὁποία διαφέρει ἀπὸ τὴ σύνδεση ποὺ τοὺς προσφέρει ὁ γονιός, μὲ τὶς ἀσταμάτητες προσπάθειές του νὰ βελτιώσει, νὰ προστατέψει καὶ νὰ τελειοποιήσει ἕνα παιδὶ ποὺ θέλει, γιὰ κάποιο διάστημα τουλάχιστον, νὰ εἶναι ἁπλῶς παιδί»[169].

«Τὸ νὰ ἀνατρέφεις τὰ παιδιά σου σημαίνει νὰ μοιράζεσαι τὴν ἐμπειρία μαζί τους, ἀλλὰ δὲν ἀπαιτεῖ νὰ τὰ τελειοποιήσεις ἢ νὰ τὰ ‘ἐπιδιορθώσεις’»[170].

«Τὰ παιδιὰ μᾶς διδάσκουν πάλι πῶς νὰ παίζουμε καὶ πῶς νὰ μὴ φοβόμαστε. Τὰ πράγματα ποὺ φοβοῦνται τὰ παιδιά, ὅπως τὸ σκοτάδι ἢ τὸ νὰ μείνουν μόνα, δὲ μᾶς τρομάζουν πιὰ ἐμᾶς, ἐνῶ τὰ πράγματα ποὺ φοβόμαστε ἐμεῖς, ὅπως ἡ ταπείνωση ἢ ἡ ἀπώλεια κύρους ἢ ἡ ἀποκάλυψη τῆς κρυφῆς ντροπῆς μας, δὲν ἔχουν νόημα γιὰ τὰ παιδιά, μέχρι νὰ τὰ μολύνουμε μὲ τὰ δικά μας ἄγχη»[171].

«Καὶ ἀργότερα, ὅταν γίνουν ἔφηβοι, μᾶς σκληραγωγοῦν, τεντώνουν τὰ ὅριά μας καὶ μᾶς κάνουν νὰ ἀντιληφθοῦμε πόσο πανικὸ καὶ πόσες ἀναταραχὲς μποροῦμε νὰ ἀντέξουμε. Οἱ ἔφηβοι, ὁμολογουμένως, δὲν εἶναι καθαρὴ χαρά. Εἶναι πιὸ συναρπαστικοὶ ἀπὸ κάθε ἄλλη περίοδο τῆς ζωῆς τους, ἂν καὶ προκαλοῦν περισσότερο ἄγχος, μεγαλύτερα ἔξοδα καὶ πιὸ πολλὲς φασαρίες. Δὲν εἶναι παράξενο ποὺ τόσοι πολλοὶ γονεῖς θέλουν σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο νὰ παραδώσουν τοὺς ἔφηβους σὲ κάποιους ἄλλους γιὰ νὰ τοὺς μεγαλώσουν καὶ τοὺς στέλνουν σὲ οἰκοτροφεῖα ἢ σὲ ψυχιατρεῖα ἢ στὴ θάλασσα, μέχρι νὰ κοπάσει ἡ ὁρμονικὴ καταιγίδα καὶ νὰ ξαναμποῦν στὴν ἀνθρώπινη φυλή»[172].

«Ἔχω περάσει πολλὰ στὴ ζωή μου. Μὲ ἔχουν ἀπαγάγει, μὲ ἔχουν πυροβολήσει, μὲ ἔχουν ψυχαναλύσει. Ἔχω περάσει σεισμούς, ἀνεμοστρόβιλους, τὴν ἰατρικὴ σχολή, | μιὰ ἀλκοολικὴ μητέρα καὶ τριάντα ἑφτὰ χρόνια γάμου. Καὶ λίγο πολὺ ἤμουν ὑπεύθυνος γιὰ τὴ νοητικὴ ὑγεία τῆς Ἀτλάντα ἀπὸ τὸ 1968 μέχρι τὸ 1972 (σίγουρα μιὰ πολὺ δύσκολη περίοδος). Ἀλλὰ βίωσα περισσότερες θεραπευτικὲς ἐμπειρίες καὶ συναισθηματικὴ γυμναστικὴ ἀπὸ τὴν ἐφηβεία τῶν παιδιῶν μου, παρὰ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη περιπέτεια ἔχω ζήσει»[173].

«Οἱ ἔφηβοι εἶναι ἀπὸ μόνοι τους μιὰ θεραπευτικὴ ἐμπειρία. Ἀπειλοῦν τὴν ἀταραξία μας. Προκαλοῦν τὴν αἴσθηση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Γιατὶ νὰ ἐπαναστατοῦν ἐναντίον μας τὴ στιγμὴ ποὺ εἴμαστε ἀκόμη ἔφηβοι κι ἐμεῖς καὶ ἐπαναστατοῦμε ἀκόμη ἐνάντια στοὺς δικούς μας γονεῖς; Γιατὶ νὰ μᾶς βλέπουν σὰν ἐχθρούς; Ἀφοῦ ἐμεῖς ἀποφύγαμε ὅλα τὰ λάθη τῶν δικῶν μας γονιῶν. Δὲν προσπαθοῦμε νὰ τοὺς μετατρέψουμε σὲ ὑποδείγματα ἐνηλίκων. Ἁπλῶς θέλουμε νὰ τοὺς κρατήσουμε ζωντανοὺς καὶ ἔξω ἀπὸ τὴ φυλακή. Καὶ ὅμως, μόλις τὰ παιδιὰ μποῦν στὴν ἐφηβεία, ξαφνικὰ ἐμεῖς γινόμαστε παρείσακτοι, ἐνῶ ἐκεῖνα γίνονται ξαφνικὰ πολῖτες μιᾶς ἐντελῶς διαφορετικῆς ἐθνικότητας. Δὲ μᾶς βλέπουν ὅπως πραγματικὰ εἴμαστε, ἀλλὰ ὅπως βλέπουν τὰ παιδιὰ τῆς δικῆς τους γενιᾶς τοὺς γονεῖς τους. Ἀφοῦ ξεπεράσουμε τὸ σὸκ καὶ τὴν αἴσθηση τῆς προδοσίας, ἀρχίζουμε νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι οἱ γονεῖς μας δὲν εἶναι ὅπως τοὺς εἴχαμε δεῖ, ὅτι κι ἐμεῖς τοὺς βλέπαμε μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τῆς τρέλας μιᾶς ὁλόκληρης γενιᾶς, τῆς δικῆς μας, μιᾶς τρέλας ποὺ δὲν ἦταν καθόλου προσωπική»[174].

«Ἀνατροφὴ εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβαίνει ὅταν ἄνθρωποι διαφορετικῶν γενιῶν ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ καὶ συγκρίνουν τὶς ἐμπειρίες τους ἀπὸ τὸν κόσμο. Ἐπηρεάζει τὴ μιὰ γενιὰ ὅσο περίπου καὶ τὴν ἄλλη»[175].

«Ἂν αὐτὰ ποὺ κάνετε μὲ τὸ παιδί σας δὲν ἀλλάζουν τὴ ζωή σας, μὴν περιμένετε νὰ ἀλλάξουν τὴ ζωὴ τοῦ παιδιοῦ»[176].

«Τὸ παιδὶ χρειάζεται μιὰ οἰκογένεια ποὺ νὰ εἶναι ἀσφαλής, ὄχι τέλεια»[177].

«Ὅλοι θὰ κατηγορήσουν ἐσᾶς - ὅλοι ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ παιδί. Ἂν ὅμως εἶστε κι ἐσεῖς πρόθυμοι νὰ κατηγορήσετε τὸν ἑαυτό σας, τὸ παιδὶ θὰ τὸ καταλάβει καὶ θὰ σᾶς κατηγορήσει κι αὐτὸ γιὰ τὶς ἀποτυχίες του, κι αὐτὸ εἶναι πολὺ χειρότερο»[178].

«Ἡ ἀνατροφὴ παιδιῶν εἶναι ὅπως ἡ γεωρ|γία, ἀπαιτεῖ ὑπομονή. Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ τὴν ἐπιταχύνετε»[179].

«Μπορεῖ νὰ μὴν κάνετε τόσα πολλὰ πράγματα ὅσο παλιά, ἀλλὰ θὰ παίρνετε πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅλα ὅσα κάνετε. Μὴν ἀνησυχεῖτε, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς λείψει τίποτα»[180].

«Μὴ μαθαίνετε στὰ παιδιὰ νὰ γίνονται δυσάρεστα καὶ ἐνοχλητικὰ μὲ τὸ νὰ τοὺς φέρεστε ἐσεῖς δυσάρεστα καὶ ἐνοχλητικά. Νὰ εἶστε εὐγενικοὶ μὲ τὰ παιδιά. Τοὺς μαθαίνετε (καὶ μαθαίνετε καὶ στὸν ἑαυτό σας) πῶς νὰ φέρονται σωστά, γι’ αὐτὸ ἀντιμετωπίζετε τὶς συγκρούσεις σὰν ἀσκήσεις καλῶν τρόπων καὶ ὄχι σὰν εὐκαιρίες ἀποκάλυψης τῆς βασικῆς ἐσωτερικῆς σαπίλας τοῦ ἀνθρώπου»[181].

«Δημιουργῆστε δομὴ στὴν οἰκογένεια, ὅπως συγκεκριμένες ὧρες γιὰ τὰ γεύματα καὶ τακτικὲς οἰκογενειακὲς ἐξόδους καὶ φροντῖστε νὰ συμμορφωθεῖ τὸ παιδὶ μὲ τὸ οἰκογενειακὸ πρόγραμμα. Δῶστε του κάτι σημαντικὸ νὰ κάνει, ὄχι γιὰ πειθαρχία ἢ τιμωρία ἢ ἀπόδειξη γονικοῦ ἐλέγχου, ἀλλὰ ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀπαραίτητο νὰ γίνει γιὰ τὴν οἰκογένεια. Τὸ παιδὶ πρέπει νὰ εἶναι ἕνα πολύτιμο, λειτουργικὸ μέλος τῆς οἰκογένειας»[182].

«Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ προσβάλετε ἢ νὰ γελοιοποιήσετε ἕνα παιδί»[183].

«Ὅποια ἡλικία κι ἂν ἔχουν τὰ παιδιά σας, προσπαθεῖτε νὰ τὰ ἀγκαλιάζετε καθημερινά. Ἔτσι θὰ παίρνετε κι ἐσεῖς τὶς δικές σας ἀγκαλιές»[184].

«Μὴν ξεχνᾶτε: Τὰ παιδιά σας θὰ | σᾶς ἀγαπήσουν ὅσο ἀγαπᾶτε κι ἐσεῖς τοὺς γονεῖς σας, γιατὶ θὰ τὸ μάθουν κι αὐτὸ ὅπως θὰ μάθουν τελικὰ ὅλα τὰ ἄλλα - ὄχι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τοὺς λέτε ἐσεῖς ὅτι εἶναι σωστὰ ἀλλὰ ἀπὸ τὸ παράδειγμά σας»[185].

«Ὑπάρχουν μόνο δύο τρόποι γιὰ νὰ εὐτυχήσουμε: Ὁ ἕνας εἶναι νὰ μὴν τὸ σκεφτόμαστε καὶ νὰ τὸ ἀφήσουμε ἁπλῶς νὰ μᾶς συμβεῖ, ἐνῶ εἴμαστε ἀπασχολημένοι ζῶντας τὴ ζωή μας, καὶ ὁ ἄλλος εἶναι νὰ κατανοήσουμε πλήρως τὴν εὐτυχία καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι μποροῦμε νὰ δημιουργήσουμε μιὰ εὐτυχισμένη ζωὴ γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα, ἂν ἀναλαμβάνουμε τὶς εὐθῦνες γιὰ ὅ,τι κάνουμε μὲ τὴ ζωὴ ποὺ μᾶς ἔχει δοθεῖ, ὅπου κι ἂν βρισκόμαστε τώρα καὶ μὲ ὅποιο τρόπο κι ἂν φτάσαμε ἐκεῖ· ἂν ἀναλαμβάνουμε τὶς εὐθῦνες μας γιὰ τὸ πῶς φερόμαστε στὸν ἑαυτό μας καὶ στοὺς ἄλλους καὶ στὸν κόσμο στὸν ὁποῖο ζοῦμε· καὶ ἂν ἀναλαμβάνουμε τῖς εὐθῦνες γιὰ τὶς ἀντιδράσεις ποὺ ἔχουμε καὶ τὶς ἐπιλογὲς ποὺ κάνουμε. Χωρὶς ὑπευθυνότητα δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει εὐτυχία»[186].

«Ἡ εὐτυχία δὲν εἶναι μόνο ἄνεση καὶ χαρά, ἀλλὰ καὶ μιὰ αἴσθηση εὐθύνης ἀπέναντι στοὺς ἄλλους»[187].

«Ἡ εὐτυχία ἔχει νὰ κάνει περισσότερο μὲ τὴ σχέση μας μὲ τὸν ἑαυτό μας παρὰ μὲ τὴ σχέση μας μὲ τὸν κόσμο»[188].

«Εἶναι ἀδύνατο νὰ φτάσουμε στὴν εὐτυχία, ὅσο κι ἂν μᾶς ἀγαποῦν οἱ ἄλλοι, ἂν δὲ μᾶς ἀρέσει ὁ ἑαυτός μας, ἂν δὲν μᾶς ἀρέσει ὁ χαρακτήρας μας καὶ τὰ πράγματα ποὺ κάνουμε καὶ ἂν δὲν κάνουμε τίποτα γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὸν ἑαυτό μας»[189].

«Ἡ εὐτυχία δὲν εἶναι ἡ ἀπουσία πόνου καὶ σίγουρα δὲν εἶναι ἡ ἀπουσία κρίσεων. Εἶναι ἡ παρήγορη πεποίθηση ὅτι μποροῦμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸν πόνο καὶ τὶς κρίσεις, νὰ τὶς ἀντέξουμε καὶ ἀκόμη νὰ τὶς χρησιμοποιήσουμε γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε μεγαλύτερη δύναμη καὶ ὡριμότητα»[190].

«Ἐνηλικότητα σημαίνει νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ ἑαυτοῦ μας ἀρκετὰ ὥστε νὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ παρότρυνε ἡ Margaret Mead: ‘νὰ ἀγαπᾶς τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου’, δηλαδὴ νὰ συνδεθοῦμε μὲ τὴν ἴδια τὴ ζωὴ καὶ ὄχι μόνο μὲ τὸν ἑαυτό μας»[191].

«Γιὰ μένα, ἡ λειτουργία ὡρίμανσης ποὺ προσφέρει ἡ ψυχοθεραπεία εἶναι νὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ ξεπεράσουμε μιὰ ναρκισσιστικὴ κατάσταση, στὴν ὁποία προσέχουμε μόνο τὶς πράξεις τῶν ἄλλων καὶ τὸ πῶς μᾶς κάνουν νὰ νιώθουμε ἐμεῖς καὶ νὰ περάσουμε σὲ μιὰ ὥριμη κατάσταση στὴν ὁποία προσέχουμε τὶς δικές μας πράξεις καὶ πῶς νιώθουν οἱ ἄλλοι ἐξαιτίας τους»[192].

«Οἱ ἐνήλικες ξέρουμε ὅτι ἔχουμε τὴν ἱκανότητα νὰ κάνουμε διάφορα πράγματα, νὰ ὑλοποιήσουμε καταστάσεις, νὰ ἐπηρεάσουμε ἄλλους ἀνθρώπους. Καὶ ἂν νιώθουμε δυνατοί, μποροῦμε νὰ πάρουμε τὴν ἀπαραίτητη προσοχὴ ἀπὸ τοὺς ἄλλους κάνοντας καὶ λέγοντας πράγματα ποὺ θὰ τοὺς κάνουν τὰ νιώσουν καλά, ἀντὶ νὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ κάνουν τὰ βρέφη τὶς περισσότερες φορὲς καὶ οἱ ἔφηβοι σὲ κάποιες περιπτώσεις: νὰ ἀναγκάζουμε τοὺς ἄλλους νὰ μᾶς ἀκούσουν καὶ νὰ μᾶς νιώσουν, ξαφνιάζοντας καὶ ἐνοχλῶντας τους μὲ θορύβους, ἀπαίσια συμπεριφορὰ καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο θὰ τοὺς σοκάρει»[193].

«Ἡ εὐτυχία εἶναι γιὰ τοὺς ἐνήλικες. Εἶναι ἡ σύνδεση - σύνδεση ὄχι μόνο μὲ τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα, ἀλλὰ σύνδεση μὲ τὴ ζωή. Εἶναι τὸ μοίρασμα τῶν ἐμπειριῶν ποὺ συμμερίζονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι ἡ ἕνωση μὲ τὸν κύκλο τῆς ζωῆς καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι παύουμε πιὰ νὰ ζοῦμε τὴ ζωή μας ὁλομόναχοι. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ ζωή μας δὲν εἶναι τόσο πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ ζωὴ ὅλων τῶν ἄλλων καὶ ὅτι ἡ ἔκβαση εἶναι ἴδια, δὲν ἔχουμε τίποτε ἄλλο νὰ φοβηθοῦμε»[194].

«Μερικοὶ δὲν ἔχουν ἢ δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν δικά τους παιδιὰ καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ βροῦν ἄλλα παιδιὰ ἢ ἄλλους ἐνήλικες ποὺ μεγαλώνουν παιδιὰ καὶ νὰ συνδεθοῦν μαζί τους, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ συλλάβουν τὸ νόημα τῆς ζωῆς καὶ πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Ὅμως, ἂν δὲν ἐπενδύσουμε τὴ ζωή μας σὲ παιδιά, ὅπου κι ἂν τὰ βρίσκουμε, κινδυνεύουμε νὰ γίνουμε οἱ ἴδιοι τὸ παραχαϊδεμένο παιδὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας»[195].

«Χρειαζόμαστε μιὰ τέτοια οἰκογένεια πολὺ περισσότερο ἀπὸ ὅσο χρειαζόμαστε τὸν ἰδανικὸ ἔρωτα. Στὸ κέντρο μιᾶς τέτοιας οἰκογένειας βρίσκεται ἕνας μόνιμος γάμος, ἕνας γάμος διαρκείας, φτιαγμένος μὲ σκληρὴ πέτρα καὶ ὄχι μὲ ρομαντικὰ διακοσμητικὰ ἀπὸ κόντρα πλακέ»[196].

«Δὲν γίνεται νὰ εἴμαστε εὐτυχισμένοι, ἂν ὁ ἐγκέφαλός μας δὲν μπορεῖ νὰ καταγράψει τὴν κατάσταση τῆς εὐτυχίας καὶ δὲν μπορεῖ νὰ καταγράψει μιὰ κατάσταση τόσο λεπτὴ καὶ φευγαλέα ὅσο ἡ εὐτυχία ἂν τὸν ἔχουμε τσακίσει μὲ χονδροειδῆ συναισθήματα ὅπως ὁ θυμὸς ἢ ὁ φόβος»[197].

«Τὸ νὰ ἀγαπᾶμε δὲν εἶναι τόσο δύσκολο. Δὲν εἶναι ἀπόλυτα ἀπαραίτητο νὰ μᾶς ἀρέσουν πάρα πολὺ τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα γιὰ νὰ εἴμαστε εὐτυχισμένοι μαζί τους. Εἶναι πολὺ πιὸ σημαντικὸ νὰ μᾶς ἀρέσει ὁ ἑαυτός μας καθὼς τοὺς ἀγαπᾶμε»[198].

«Δὲ μοῦ ἀρέσει ἡ δουλειά - σὲ κανέναν δὲν ἀρέσει - ἀλλὰ μοῦ ἀρέσει αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει μέσα στὴ δουλειά - ἡ εὐκαιρία νὰ βρεῖς τὸν ἑαυτό σου. Νὰ βρεῖς τὴ δική σου πραγματικότητα - γιὰ τὸν ἑαυτό σου, ὄχι γιὰ τοὺς ἄλλους - αὐτὸ ποὺ κανένας ἄλλος ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ξέρει ποτέ»[199].

«Ἡ δουλειά μας ὁρίζει τὸ ποιοὶ εἴμαστε σὲ σχέση μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους. Σίγουρα καθορίζει τὴ θέση μας στὸν κόσμο, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερο εἶναι ὅτι ὁρίζει τὴ χρησιμότητά μας. Εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνουμε γιὰ νὰ δώσουμε πίσω στὸν ὑπόλοιπο κόσμο αὐτὰ ποὺ μᾶς δίνει»[200].

«Δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ μᾶς ἀρέσει ἡ δουλειά μας γιὰ νὰ εἴμαστε εὐτυχισμένοι. Πρέπει ἁπλῶς νὰ μᾶς ἀρέσει ὁ ἑαυτός μας καθὼς τὴν κάνουμε. Οἱ ἄνθρωποι δὲν εὐτυχοῦν μὲ τὸ κάνουν αὐτὸ ποὺ τοὺς ἀρέσει, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ τοὺς ἀρέσει αὐτὸ ποὺ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κάνουν, ὅποιο κι ἂν εἶναι. Οἱ εὐτυχισμένοι ἄνθρωποι ἐξευγενίζουν τὴ δουλειὰ ποὺ κάνουν»[201].

«Ἡ εὐτυχία, ὅπως καὶ ὁ ἱδρώτας, εἶναι προϊὸν δραστηριότητας. Δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἀγοράσουμε, νὰ τὴ δανειστοῦμε ἢ νὰ τὴ ζητιανέψουμε. Δὲν μποροῦμε νὰ τὴν πάρουμε ἀπὸ κάποιον ἄλλον. Πρέπει νὰ δουλέψουμε ἐμεῖς γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσουμε»[202].

«Ἡ ντροπὴ εἶναι ἡ ἐπίμονη αἴσθηση ὅτι δὲν εἴμαστε ὅσο καλοὶ καὶ ἱκανοὶ πρέπει νὰ εἴμαστε, ὅτι εἴμαστε κατώτεροι ἀπὸ κάποια ἄποψη. Ἡ ντροπὴ δημιουργεῖται ὅταν ὑπάρχει πολὺ μεγάλο χάσμα ἀνάμεσα στὴν εἰκόνα του ἑαυτοῦ μας καὶ τὸ ἰδανικὸ τοῦ ἐγώ μας, ἀνάμεσα στὴν αἴσθηση τοῦ τί εἴμαστε καὶ τὴν αἴσθηση τοῦ τί θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμαστε»[203].

«Οἱ ἄνθρωποι ποὺ περνοῦν τὴ ζωή τους κρύβοντας τὰ εὐάλωτα σημεῖα τους νιώθουν μοναξιὰ καὶ ἔχουν ἐλάχιστες πιθανότητες νὰ εὐτυχήσουν»[204].

«Ἔχω προσέξει ὅτι οἱ εὐτυχισμένοι ἄνθρωποι εὐχαριστοῦν τοὺς ἄλλους συχνὰ καὶ ζητοῦν συγγνώμη συχνά»[205].

«Οἱ καλοὶ τρόποι εἶναι ἁπλῶς ἐπίγνωση καὶ σεβασμὸς γιὰ τὶς εὐαισθησίες τοῦ ἄλλου»[206].

«Μποροῦμε νὰ εἴμαστε εὐτυχισμένοι μόνο ἂν σεβόμαστε τὰ συναισθήματα τῶν ἄλλων καὶ μόνο τότε εἶναι λογικὸ νὰ περιμένουμε ὅτι κι ἐκεῖνοι θὰ σέβονται τὰ δικά μας συναισθήματα»[207].

«Τὸ νὰ προσπαθοῦμε νὰ μείνουμε αἰώνια νέοι εἶναι παράλογο, γιατὶ δὲ μᾶς ἀφήνει νὰ συνεχίσουμε νὰ μαθαίνουμε καὶ νὰ βιώνουμε κάθε νέα ἡλικία καὶ συνθήκη τῆς ζωῆς. Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι μόνο γιὰ τοὺς νέους»[208].

«Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μποροῦν νὰ νιώσουν καλὰ ἐπειδὴ καθάρισαν τὸ συρτάρι τους μὲ τὶς κάλτσες θὰ εἶναι πολὺ πιὸ εὐτυχισμένοι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἠρεμήσουν μέχρι νὰ ἀλλάξουν ἢ νὰ κατακτήσουν τὸν κόσμο»[209].

«Ἡ γνώση ὅτι ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ αὐξήσουμε τὸ ἐπίπεδο τῆς εὐτυχίας στὸν κόσμο μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ὑπέρτατο μυστικὸ τῆς εὐτυχίας»[210].



[1] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 13.

[2] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 16.

[3] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 17.

[4] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 16-17.

[5] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 18-19.

[6] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 20.

[7] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 20.

[8] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 22.

[9] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 23.

[10] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 25.

[11] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 26.

[12] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 27.

[13] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 28.

[14] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 29.

[15] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 29.

[16] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 31-32.

[17] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 33.

[18] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 35.

[19] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 37.

[20] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 41.

[21] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 43.

[22] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 51.

[23] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 55.

[24] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 61.

[25] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 61.

[26] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 63.

[27] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 67.

[28] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 68.

[29] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 69.

[30] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 69.

[31] Robert Bly, The Sibling Society, παρά: Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 71.

[32] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 76.

[33] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 78.

[34] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 79.

[35] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 83.

[36] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 85.

[37] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 88.

[38] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 88.

[39] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 89.

[40] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 91.

[41] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 93.

[42] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 93-94.

[43] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 100.

[44] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 106.

[45] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 107.

[46] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 107.

[47] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 108.

[48] Boyz N the Hood, παρά: Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 109.

[49] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 109.

[50] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 110.

[51] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 110-111.

[52] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 111.

[53] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 112.

[54] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 117.

[55] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 117.

[56] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 118.

[57] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 119.

[58] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 119.

[59] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 120.

[60] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 125.

[61] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 126.

[62] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 128.

[63] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 128.

[64] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 130.

[65] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 133.

[66] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 134.

[67] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 135.

[68] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 135.

[69] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 135.

[70] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 145.

[71] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 146.

[72] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 146-147.

[73] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 147.

[74] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 152.

[75] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 154.

[76] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 156.

[77] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 163.

[78] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 166.

[79] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 170.

[80] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 170.

[81] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 174.

[82] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 176.

[83] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 180-181.

[84] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 182.

[85] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 182.

[86] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 182.

[87] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 183.

[88] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 184.

[89] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 184.

[90] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 186.

[91] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 188.

[92] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 189.

[93] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 190.

[94] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 191.

[95] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 195.

[96] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 198.

[97] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 198.

[98] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 199.

[99] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 200.

[100] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 201.

[101] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 202.

[102] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 203.

[103] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 203.

[104] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 204.

[105] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 206.

[106] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 206.

[107] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 207.

[108] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 212.

[109] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 214.

[110] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 214.

[111] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 215.

[112] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 215.

[113] Simone Signoret, παρά: Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 221.

[114] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 223.

[115] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 224.

[116] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 226.

[117] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 228.

[118] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 228.

[119] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 231.

[120] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 235.

[121] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 236.

[122] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 237.

[123] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 239.

[124] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 244.

[125] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 246.

[126] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 248.

[127] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 254.

[128] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 256.

[129] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 258.

[130] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 258.

[131] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 258-259.

[132] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 259.

[133] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 259.

[134] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 260.

[135] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 261.

[136] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 266.

[137] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 271.

[138] Robert Coles, Adult Children of Divorce, παρά: Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 274.

[139] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 279.

[140] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 281.

[141] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 284.

[142] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 287.

[143] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 289.

[144] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 291.

[145] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 294.

[146] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 294-295.

[147] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 296.

[148] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 297.

[149] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 297.

[150] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 298.

[151] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 300.

[152] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 300-301.

[153] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 301.

[154] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 302.

[155] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 305.

[156] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 306.

[157] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 307.

[158] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 308.

[159] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 308-309.

[160] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 309.

[161] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 310.

[162] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 310.

[163] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 312.

[164] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 313.

[165] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 313.

[166] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 314.

[167] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 314.

[168] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 314.

[169] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 316.

[170] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 317.

[171] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 319.

[172] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 319.

[173] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 319-320.

[174] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 320.

[175] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 321.

[176] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 322.

[177] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 323.

[178] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 323.

[179] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 328-329.

[180] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 329.

[181] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 330.

[182] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 331.

[183] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 332.

[184] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 332.

[185] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 334-335.

[186] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 338.

[187] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 339.

[188] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 339.

[189] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 339.

[190] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 340.

[191] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 341.

[192] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 342.

[193] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 342.

[194] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 342-343.

[195] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 344.

[196] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 345.

[197] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 347.

[198] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 348.

[199] Joseph Conrad, Heart of Darkness, παρά: Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 349.

[200] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 349.

[201] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 350.

[202] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 350.

[203] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 353.

[204] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 354.

[205] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 356.

[206] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 356.

[207] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 357.

[208] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 362.

[209] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 363.

[210] Frank Pittman, Ἐνηλικιωθεῖτε (Ἀθήνα: Ἀσημάκης, 2000), σ. 370.