Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Ἠ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ καί ἡ πίστις τοῦ ἀνθρώπου

Ἰωάννου Κ. Ἀγγελοπούλου
Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Ἑλληνοχριστιανικὴ Ἀγωγὴ 67 (2017) 31-39


            1. Εἰσαγωγὴ

        Ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα εἶναι ἀπὸ τὶς ὀμορφότερες καὶ λαμπρότερες ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα ἔχει συνδεθῆ ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ λαὸ μὲ πλῆθος ἐθίμων καὶ παραδόσεων. Βεβαίως,
ὑπάρχουν πολλοὶ κατ’ ὄνομα χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἑορτάζουν τὸ Πάσχα τυπικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, τηροῦντες κάποια ἔθιμα καὶ πηγαίνοντες στοὺς ἱεροὺς ναοὺς κυρίως στὸν Ἐπιτάφιο καὶ στὴν τελετὴ τῆς Ἀναστάσεως, διασκορπιζόμενοι ἀμέσως μετὰ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὅπως τὸ περιγράφει καὶ ὁ ὑμνογράφος (ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν!).
            Πολλοὶ ἄνθρωποι συνδέουν καὶ συνδυάζουν τὸ φαινόμενο τῆς ἀνοίξεως τῆς φύσεως μὲ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Ὑποστηρίζουν μάλιστα,  ὅτι ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἐπιβίωσις τῶν εἰδωλολατρικῶν ἀντιλήψεων τῶν ἀρχαίων προγόνων μας, οἱ ὁποῖοι στὰ ὀρφικὰ μυστήρια ἐλάτρευαν τὸν Ὀρφέα, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν μυθολογία ἐπανῆλθε ἀπὸ τὸν Ἅδη. Ἡ ἀνάστασις κάποιου θεοῦ εἶναι πεποίθησις πολλῶν θρησκειῶν: «Οἱ φυσιολατρικὲς θρησκεῖες τῆς ἀρχαίας Ἀνατολῆς ἔδιναν ἐξέχουσα θέση στὸ μύθο τοῦ Θεοῦ ποὺ πεθαίνει κι ἀνασταίνεται, δραματικὴ παράσταση μιᾶς κοινῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας: τὸ ἀνοιξιάτικο ξαναφανέρωμα τῆς ζωῆς ὕστερα ἀπὸ τὴ χειμερινή της νάρκη»[1]. Μὲ τὸν συνδυασμό, ὅμως, Ἀνοίξεως καὶ Ἀναστάσεως παραθεωρεῖται ὅτι ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἕνα πραγματικὸ γεγονὸς καὶ ὄχι ἕνα σύμβολο, μία ἰδέα, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ συσχετισθῆ ἢ νὰ παρομοιασθῆ μὲ τὴν ἀναγέννησι τῆς φύσεως κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀνοίξεως. Ἐπισημαίνει ἕνας σύγχρονος διανοητής: «Τὰ θεμελιώδη κείμενα τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, τὰ Εὐαγγέλια, καταγράφουν μόνο ἱστορικὴ ἐμπειρία - ὄχι θεωρητικὲς ἀρχὲς ἢ ἰδεολογικὲς διακηρύξεις. ‘Ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, τοῦτο μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλομεν’. Δὲν ὑπάρχει ἡ παραμικρὴ προσπάθεια νὰ ἀναλυθεῖ θεωρητικὰ ἢ νὰ κατοχυρωθεῖ ἰδεολογικὰ ἡ ἐγκυρότητα τῆς γραπτῆς μαρτυρίας. Ἂν γίνει ἀποδεκτή, θὰ εἶναι μόνο ἀπὸ πίστη - ἐμπιστοσύνη στὰ πρόσωπα ποὺ τὴν καταθέτουν. Ὄχι ἄλογη ἐμπιστοσύνη, ἀλλὰ ἐκείνην ποὺ γεννιέται στὴν ἄμεση προσωπικὴ σχέση μὲ τοὺς αὐτόπτες μάρτυρες ἢ μὲ τὰ πρόσωπα ποὺ ἐγγυῶνται – σὲ συνεχῆ ἱστορικὴ διαδοχή, ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ - τὴν ἀξιοπιστία τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων»[2].


            2. Τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ

            Τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπὸ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀναφέρουν καὶ οἱ τέσσερις εὐαγγελιστές. Ἐνῷ οἱ εὐαγγελιστὲς δὲν ἀναφέρουν ὅλοι τὰ ἴδια περιστατικά, θαύματα, γεγονότα, διδαχὲς τοῦ Κυρίου (π.χ. μόνον δύο εὐαγγελιστὲς ἀναφέρονται στὸ γεγονὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Λουκᾶς), τοὐναντίον καὶ οἱ τέσσερις περιγράφουν τὰ πάθη, τὴν ταφὴ καὶ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ φανερώνει τὴν μεγάλη σημασία, τὴν ὁποία εἶχαν καὶ ἔχουν τὰ Πάθη καὶ ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ζωὴ τῶν πιστῶν χριστιανῶν.
            Πρέπει, ὅμως, νὰ σημειώσωμε ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου δὲν περιγράφεται στὰ εὐαγγελικὰ κείμενα: «Ὅλα τὰ εὐαγγέλιά μας τελειώνουν μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἀναφέρουν μαρτυρίες γι’ αὐτήν (ἐπίσκεψη στὸν κενὸ τάφο, ἐμφανίσεις τοῦ Ἀναστάντος), χωρὶς νὰ περιγράφουν αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς ἀνάστασης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεῖ κανεὶς καὶ νὰ περιγράψει τὴν ἀνάσταση, γιατὶ αὐτὴ ἐγκαινιάζει ἕνα νέο κόσμο, ποὺ δὲν ὑπάγεται στὴν νομοτέλεια τοῦ παρόντος κόσμου τῆς φθορᾶς· τὴν ἀνάσταση τὴ βλέπει ὁ πιστὸς μὲ τὰ μάτια τῆς πίστης, καὶ τὸν Ἀναστημένο Κύριο τὸν συναντᾶ στὰ μυστήρια τῆς ἐκκλησίας (βλ. Λκ. 24,30 ὅπου οἱ δύο μαθητὲς στὴν Ἐμμαοὺς ἀναγνωρίζουν τὸν Ἀναστημένο Χριστὸ ὅταν εὐλόγησε τὸν ἄρτον)»[3]. Γι’ αὐτὸ «εἶναι ἀδύνατη ἡ περιγραφὴ τοῦ γεγονότος τῆς ἀναστάσεως δηλαδὴ τῆς στιγμῆς ποὺ ὁ Ἰησοῦς ἐπανέρχεται ἀπὸ τὸ θάνατο»[4].
            Στὰ βιβλία τῆς Κ. Διαθήκης ἀναφέρονται ἀρκετὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὶς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστημένου Κυρίου στοὺς μαθητές του. Κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων ὁ Κύριος «παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι' ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς»[5]. Μάλιστα ὅλες οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν Ἀνάστασί Του, οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στὰ τέσσερα εὐαγγέλια καὶ εἶναι ἕνδεκα ἐν συνόλῳ ἀποτελοῦν τὰ ἕνδεκα ἑωθινὰ εὐαγγέλια (δηλ. εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα, τὰ ὁποῖα ἀναγιγνώσκονται κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου)[6]. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιὰ νὰ ὑπερασπισθῆ τὸ ἀποστολικό του ἀξίωμα ἀναφέρεται στὶς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ ὡς ἑξῆς: «Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφὰς καὶ ὅτι ἐτάφη καὶ ὅτι ἐγήγερται τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ κατὰ τὰς γραφὰς καὶ ὅτι ὤφθη Κηφᾷ εἶτα τοῖς δώδεκα· ἔπειτα ὤφθη ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς ἐφάπαξ, ἐξ ὧν οἱ πλείονες μένουσιν ἕως ἄρτι, τινὲς δὲ ἐκοιμήθησαν· ἔπειτα ὤφθη Ἰακώβῳ, εἶτα τοῖς ἀποστόλοις πᾶσιν· ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη κἀμοί. Ἐγὼ γάρ εἰμὶ ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων ὃς οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ»[7].
            Εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἀναστὰς Κύριος ἐνεφανίσθη μόνον στοὺς μαθητὲς καὶ στὶς μαθήτριές Του, δηλ. μόνον στοὺς πιστεύοντες εἰς Αυτόν. «Ὁ Ἰησοῦς ἐπιφυλάσσει τὶς ἐμφανίσεις του στοὺς μάρτυρες ποὺ ὁ ἴδιος ἐξέλεξε (Πραξ. 2,32· 10,41· 13,31) καὶ ποὺ ὁ τελευταῖος τους εἶναι ὁ Παῦλος στὸ δρόμο τῆς Δαμασκοῦ (1 Κορ. 15,8)»[8]. Ἐνῷ ἐδίδαξε καὶ ἐθαυματούργησε ἐνώπιον ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἐνῷ τὰ Πάθη, ἡ Σταύρωσις καὶ ἡ Ταφὴ ἔγιναν δημοσίως, ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ ἐπεφυλάχθη μόνον γιὰ τοὺς  πιστοὺς μαθητές Του. Καὶ αὐτὸ συνέβη γιατὶ γιὰ νὰ δεχθῆ κάποιος τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ πιστεύση. Ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς ἔλεγε ὅτι «ἐὰν μὴ ἴδω ... οὐ μὴ πιστεύσω»[9]. Ὁ Κύριος ἀντέστρεψε αὐτὴν τὴν νοοτροπία τονίζων ὅτι «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»[10]. Γιὰ νὰ δῆ ἕνας χριστιανὸς τὸν ἀναστημένο Κύριο πρέπει νὰ προηγηθῆ ἡ πίστις· αὐτὴ θὰ τοῦ ἀνοίξη τὰ μάτια ὥστε νὰ δῆ τὸν Κύριο. Διαφορετικὰ ὅ,τι καὶ νὰ δῆ ἕνας ἄνθρωπος, ἐὰν δὲν ἔχει πίστι, θὰ προσπαθήση νὰ τὸ ἑρμηνεύση λογικῶς ἢ φυσικῶς. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ὑπερβαίνει τὴν λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου, γι' αὐτὸ καὶ εἶναι ζήτημα πίστεως.
            Μετὰ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου, ὕστερα ἀπὸ διάστημα 40 ἡμερῶν, ὅπου ἐπιστοποίησε πλήρως τὴν πραγματικότητα τῆς Ἀναστάσεώς Του πρὸς τοὺς μαθητές Του, ὁ Κύριος ἀνελήφθη στοὺς οὐρανούς. Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ἄνοδός Του στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ - Πατρὸς μὲ τὸ ἀναστημένο, θεωμένο καὶ μεταμορφωμένο σῶμα Του. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε προείπη στοὺς μαθητές Του ὅτι «συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω. ἐὰν γὰρ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς»[11]. Ἡ ἐν χρόνῳ ἀποστολὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπου ἀρχίζει τὴν ζωή της ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος πλέον, μετὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, εὑρίσκεται στὸν κόσμο «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ»[12], στὸ πρόσωπο τοῦ Παναγίου Πνεύματος, στὸ τρίτο πρόσωπο δηλ. τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, παρευρίσκεται ἀοράτως ὁ Κύριος καὶ γίνεται ἀντιληπτὸς καὶ ἁπτὸς ἀπὸ τοὺς ποθοῦντες Αὐτὸν μέσα ἀπὸ τὴν προσευχή, τὴν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὴν λατρεία καὶ τὰ Μυστήρια, καὶ κατ’ ἐξοχὴν στὴν τέλεσι τῆς θείας Εὐχαριστίας· «ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου»[13], ὑπογραμμίζεται στὸ Εὐαγγέλιο.
            Μὲ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου μας ὑπερβαίνουν οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ τὸ ψευδοπρόβλημα περὶ τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ. Ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπίστευαν τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐρευνοῦσαν τὸ Εὐαγγέλιο μὲ δικά τους κριτήρια καὶ προϋποθέσεις ἀνέκυψε στὰ νεώτερα χρόνια τὸ ζήτημα γιὰ τὸ ποιὸς ἦταν ὁ πραγματικὸς Ἰησοῦς, ὁ Ἰησοῦς τῆς ἱστορίας καὶ ὄχι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κηρύγματος. Καὶ ἕκαστος ἀπὸ τοὺς ἐρευνητὲς αὐτοὺς ἐφιλοτέχνησε μιὰν δική του προσωπογραφία τοῦ Ἰησοῦ. Ἄλλοι τὸν ἐθεώρησαν ὡς κοινωνικὸ ἐπαναστάτη καὶ ἀναμορφωτή· ἄλλοι ὡς ἐπαναστάτη κατὰ τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας· ἄλλοι ὡς ἕνα περιφερόμενο θαυματοποιό· ἄλλοι ὡς ἕνα ρομαντικὸ κήρυκα τῆς ἀγάπης καὶ τόσα ἄλλα. Ὁ ἀναστημένος Κύριος καταρρίπτει ὅλα αὐτὰ τὰ πορτραῖτα ὡς πολὺ μικρὰ γιὰ νὰ χωρέσουν τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό. Τὸ ἴδιο μικρὰ καὶ στενὰ εἶναι τὰ λογοτεχνικά,  θεατρικὰ καὶ κινηματογραφικὰ ἔργα ποὺ ἀναφέρονται στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου. Ποιὸς ἠθοποιὸς μπορεῖ νὰ ὑποδυθῆ τὸν Ἰησοῦ Χριστό; Αὐτὸν ποὺ ὅταν ἐδίδασκε οἱ ἄνθρωποι καταλάβαιναν ὅτι ἐδίδασκε ὡς ἐξουσίαν ἔχων καὶ ὄχι ὅπως οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ νομοδιδάσκαλοι; Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ δοῦμε τὸν πραγματικὸ Ἰησοῦ καὶ ὄχι τὸν Ἰησοῦ ὅπως τὸν κατασκευάζει ἡ φαντασία μας ἢ ὁ θολωμένος καὶ διεστραμμένος ἀπὸ κάποιες ἰδεολογίες νοῦς μας.
            Στὴν διάρκεια τῶν αἰώνων πολλοὶ ἀμφισβήτησαν τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Καὶ αὐτὸ ἔγινε σκοπίμως, ἀφοῦ κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ἡμῶν»[14]. Τὰ κυριώτερα ἐπιχειρήματα τῶν ἀρνητῶν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι τρία: ἡ κλοπή, ἡ νεκροφάνεια καὶ ἡ φαντασία.
            Συμφώνως μὲ τὴν ὑπόθεσι τῆς κλοπῆς ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέστη ἀλλὰ οἱ μαθητές Του ἔκλεψαν διὰ νυκτὸς τὸ νεκρὸ σῶμα Του καὶ διέδωσαν στὸν κόσμο ὅτι δῆθεν ἀνέστη ὁ Χριστός. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι σαθρὸ γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Οἱ ἴδιοι οἱ ἄρχοντες τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ εἶχαν ζητήση ἀπὸ τὸν Πιλᾶτο τὴν τοποθέτησι φρουρᾶς ἔξω ἀπὸ τὸν τάφο, ὥστε νὰ ἀποφευχθῆ ἡ ἀναμενομένη κλοπὴ τοῦ νεκροῦ σώματος. Ἀκόμη οἱ μαθητὲς ἦταν συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων μὲ κλειστὲς τὶς πόρτες τοῦ σπιτιοῦ («τῶν θυρῶν κεκλεισμένων»[15]). Ἐπὶ πλέον ἀντίκειται ἡ κλοπὴ τοῦ σώματος στὴν εἰλικρίνεια, ἡ ὁποία διακρίνει τὰ κείμενα τῶν εὐαγγελίων. Πράγματι στὰ εὐαγγελικὰ κείμενα περιγράφονται ποικίλες καὶ πολλὲς περιπτώσεις ὅπου οἱ μαθητὲς ἐπετιμοῦντο ἀπὸ τὸν Κύριο ἐπειδὴ τὸν παρανοοῦσαν (ὅπως ὅταν ἀνέβαιναν πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα), περιγράφεται ἡ ἄρνησις τοῦ Πέτρου, ὁ φόβος καὶ ἡ διασκόρπισις τῶν μαθητῶν, ὁ ὕπνος τους στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, ἡ ἀρχικὴ ἀπιστία τους στὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ καὶ τόσα ἄλλα καθόλου κολακευτικὰ γιὰ τὰ πρόσωπά τους. Μπροστὰ σὲ αὐτὴν τὴν εἰλικρίνεια καὶ ἀποφυγὴ ἀποκρύψεως τῆς ἀληθείας δὲν μπορεῖ νὰ σταθῆ ἡ κλοπὴ τοῦ σώματος καὶ ἡ διάδοσις ψευδοῦς κηρύγματος. Τὸ ἰσχυρότερο, ὅμως, ἐπιχείρημα εἶναι τὸ μαρτυρικὸ τέλος τῶν περισσοτέρων ἀποστόλων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν διαπράξη τὴν κλοπὴ τοῦ νεκροῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, νὰ κηρύττουν (ἀνιδιοτελῶς) γιὰ τὴν Ἀνάστασί Του καὶ ὅταν τοὺς καλοῦν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστι τους πρὸς τὸν Κύριο νὰ προτιμοῦν τὴν θυσία τῆς ζωῆς τους. Κανεὶς δὲν θυσιάζει τὴν ζωή του γιὰ ἕνα ἐν γνώσει του ψέμμα.
            Ἡ δευτέρα ὑπόθεσις εἶναι ἡ νεκροφάνεια. Συμφώνως πρὸς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀπέθανε πράγματι ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ ὑπῆρξε νεκροφάνεια. Μετὰ τρεῖς ἡμέρες συνῆλθε ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐνόμισαν οἱ μαθητές Του ὅτι ἀνέστη. Καὶ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ εἶναι λογικῶς ἀποβλητέα γιὰ πολλοὺς λόγους. Ὁ Ἰουδαῖος ἱστορικὸς Ἰώσηπος ἀναφέρει περιπτώσεις σταυρωθέντων ἀνθρώπων, στοὺς ὁποίους τὴν τελευταία στιγμὴ ἐδόθη χάρις. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ γιὰ νὰ ἐπανέλθουν στὴν πλήρη ὑγεία χρειάσθηκαν μῆνες ὁλοκλήρους νὰ μείνουν στὸ κρεββάτι γιὰ νὰ ἀναρρώσουν. Στὴν περίπτωσι τοῦ Χριστοῦ βλέπομε μετὰ τὶς τρεῖς ἡμέρες ὁ Κύριος νὰ πεζοπορῆ πρὸς τὸ χωριὸ Ἐμμαούς, νὰ διανύη μεγάλες ἀποστάσεις, νὰ τρώγη κ.λπ. Τὴν πραγματικότητα τοῦ θανάτου τοῦ Ἰησοῦ τὴν ἐπιστοποίησαν δύο ἔμπειροι στρατιωτικοί: ἕνας στρατιώτης, ὁ ὁποῖος ἀντὶ νὰ σπάση τὰ κόκκαλα τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ γιὰ νὰ ἐπιταχυνθῆ ὁ θάνατός του, ὅπως ἔκανε στοὺς ἄλλους δύο συσταυρωθέντες ληστές, τὸν ἐκέντησε - ἐτρύπησε μὲ τὴν λόγχη του στὴν πλευρὰ καὶ διεπίστωσε ἔτσι τὸν θάνατό του. Ἀλλὰ καὶ ὁ Πιλᾶτος ὅταν τοῦ ἐζητήθη τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ ἐκάλεσε τὸν ἐπικεφαλῆς ἀξιωματικό, τὸν ἑκατόνταρχο νὰ πληροφορηθῆ ἐγκύρως καὶ ὑπευθύνως «εἰ ἤδη τέθνηκεν». Ἀλλὰ καὶ στὴν ὑποθετικὴ περίπτωσι ὁ Ἰησοῦς νὰ μὴ εἶχε ξεψυχήση πάνω στὸν Σταυρό, ὁ τρόπος ταφῆς τῶν Ἰουδαίων θὰ τὸν ὡδηγοῦσε σὲ θάνατο ἀπὸ ἀσφυξία, μὲ τὸ σφικτὸ τύλιγμα ὅλου τοῦ σώματος μὲ τὰ ὀθόνια καὶ τὴν περίλουσι τοῦ σώματος μὲ μεγάλη ποσότητα μύρου. Ἡ νεκροφάνεια, ἐξ ἄλλου, δὲν ἐξηγεῖ τὸ παράδοξο γεγονὸς νὰ παραμείνουν ἄθικτα τὰ ὀθόνια καὶ νὰ ἔχη διέλθη δι’ αὐτῶν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Ὁ ἀνανήψας ἔπρεπε νὰ σχίση τὰ ὀθόνια καὶ νὰ κυλίση τὸν ὑπερμεγέθη λίθο γιὰ νὰ ἐξέλθη τοῦ τάφου.
            Τὸ τρίτο ἐπιχείρημα κατὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ θεωρία τῆς φαντασίας. Συμφώνως πρὸς αὐτὴν τὴν θεωρία οἱ μαθητὲς ἐπειδὴ περίμεναν τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ ἐφαντάσθηκαν ὅτι Τὸν εἶδαν ἀναστημένο. Καὶ αὐτό, ὅμως, δὲν ἰσχύει, γιατὶ οἱ μαθητὲς οὔτε περίμεναν, οὔτε ἐπίστεψαν ἀμέσως στὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Ἐξ ἄλλου, ἡ φαντασία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὁμαδική. Ὁ Κύριος γιὰ νὰ πείση τοὺς μαθητές Του ὅτι δὲν βλέπουν φάντασμα ἔφαγε, περπάτησε μαζί τους, τοὺς ἔδειξε τὸ ἀναστημένο σῶμα Του, τὸ ἔκανε ὁρατὸ καὶ ψηλαφητό, ἀκριβῶς γιὰ νὰ Τὸν πιστεύσουν. Οἱ ἐμφανίσεις Του ἔγιναν σὲ διαφορετικὲς ὧρες (ὄχι βράδυα καὶ στὸ σκοτάδι) καὶ σὲ διαφορετικὲς τοποθεσίες (στὴν λίμνη Γεννησαρέτ, στὴν Ἐμμαούς, στὰ Ἱεροσόλυμα).
            Ἀντιθέτως, τὸ μεγαλύτερο ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας, μᾶς τὸ δίνουν οἱ ἀναρίθμητες στρατιὲς τῶν μαρτύρων. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπαινῶν παρθενόμαρτυρα ἐπισημαίνει ὅτι ὁ μέγας Πατριάρχης Ἀβραὰμ δύο φορές, φοβούμενος τὸν θάνατο, ἀπέκρυψε ὅτι ἡ Σάρρα ἦταν γυναῖκα του καὶ τὴν ἐχαρακτήρισε ἀδελφή του. Ὁ τόσο μέγας στὴν πίστι καὶ στὴν ἀρετὴ ἐδειλίασε ἐμπρὸς στὸ ἐνδεχόμενο τοῦ θανάτου του. Οἱ μάρτυρες, ἀκριβῶς ἐπειδὴ πιστεύουν στὸν Ἀναστάντα Κύριο, ὑπερβαίνουν τὸν θάνατο. «Γυναῖκες θανάτου κατατολμῶσι· τίς οὐκ ἂν ἐκπλαγείη; Αἰσχυνέσθωσαν Ἕλληνες, ἐγκαλυπτέσθωσαν Ἰουδαῖοι οἱ διαπιστοῦντες τῇ ἀναστάσει τοῦ Χριστοῦ. Τί γὰρ μεῖζον, εἰπέ μοι, ζητεῖς σημεῖον τῆς ἀναστάσεως ἐκείνης, ὅταν ἴδῃς τοσαύτην μετάστασιν πραγμάτων γεγεννημέην; Γυναῖκες θανάτου κατατολμῶσι, πράγματος τοῦ καὶ ἀνδράσιν ἁγίοις πρὸ τούτου φοβεροῦ καὶ φρικώδους ὄντος»[16].
            Ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας εἶναι λογικῶς ἕωλα καὶ ἀστήρικτα. Παρ’ ὅλα αὐτὰ πλῆθος ἀνθρώπων δὲν παραδέχονται τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ αὐτὴ ἡ Ἀνάστασις μᾶς παρωθεῖ σὲ ἕνα καινούργιο τρόπο ζωῆς, δὲν μποροῦμε νὰ ζοῦμε ὅπως πρίν, ἐὰν πράγματι ὁ Χριστὸς ἀνέστη.
            Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου μας παραμένει ἔτσι ζήτημα πίστεως. Ὁ ἄνθρωπος ἐλευθέρως καὶ ἀβιάστως δέχεται τὴν πραγματικότητα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τοιουτοτρόπως καθίσταται ὁ Ἰησοῦς Κύριος τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ. Ὁ πιστὸς προσανατολίζει τὴν ὕπαρξί του στὴν νέα πραγματικότητα, τὴν ὁποία ἐγκαινίασε ὁ ἀναστὰς Κύριος. Μαζὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία ψάλλει: «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾅδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν· καὶ σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τὸν αἴτιον, τὸν μόνον εὐλογητὸν τῶν πατέρων Θεὸν καὶ ὑπερένδοξον»[17].
            Τὴν πίστι στὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ δὲν τὴν δέχονται ὅλοι: «οὐ γὰρ πάντων ἡ πίστις»[18]. Οὔτε, ὅμως, αὐτὴ ἡ πίστις ἐξαναγκάζεται ἀπὸ ἱστορικὲς ἀναγκαιότητες: «ἡ πραγματικότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν πίστη τῆς χριστιανικῆς κοινότητας, καὶ πὼς ἔξω ἀπὸ αὐτὴν τὴν κοινότητα, πρόκειται γιὰ μιὰ ἱστορικὴ πραγματικότητα ἐλάχιστα ἀντιληπτή. Κανένα εἶδος ἱστορικῆς ἀναγκαιότητας δὲ μπορεῖ νὰ βιάσει τὴν πίστη»[19]. Ἡ πίστις δὲν ἀπαιτεῖ λογικὲς ἀποδείξεις, τὶς ὑπερβαίνει: «τό γε ἁπλοῦν τῆς πίστεως ἰσχυρότερον ἔστω τῶν λογικῶν ἀποδείξεων»[20], μᾶς συμβουλεύει ὁ ἅγιος Βασίλειος. Οἱ μόνες προϋποθέσεις εἶναι «ἐσωτερικὲς προϋποθέσεις. Δύο εἶναι οἱ βασικές. Ἡ καθαρότης τῆς καρδιᾶς καὶ ἡ ἁπλότης τῆς διανοίας»[21].


            3. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου θεμέλιο τῆς πίστεως

         Ἡ ἔννοια τῆς πίστεως εἶναι παρεξηγημένη ἀπὸ πολλοὺς ἀνθρώπους. Οἱ περισσότεροι θεωροῦν ὡς πίστι τὴν ἀνεξέταστο παραδοχὴ κάποιων ἰδεῶν - ἀληθειῶν, τὶς ὁποῖες ἀξιωματικῶς δέχεται ὁ ἄνθρωπος. Μία τέτοια, ὅμως, «πίστις» πόρρω ἀπέχει ἀπὸ τὴν ἀληθῆ χριστιανικὴ πίστι.
           Ἡ χριστιανικὴ πίστις εἶναι διφυής· κατὰ πρῶτον εἶναι μία σχέσις ἀγάπης καὶ ἐμπιστοσύνης τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστό, καὶ δι’ Αὐτοῦ πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεό. Κατὰ δεύτερον εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀληθειῶν (ἠθικῶν καὶ δογματικῶν) τοῦ Χριστοῦ. «Ὀρθόδοξος πίστις εἶναι ἡ σὺν τῇ ἀποδοχῇ τοῦ ὅλου περιεχομένου τῶν ἀποκεκαλυμμένων θείων ἀληθειῶν ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωσις καὶ προσφορὰ τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ πρὸς τὸν Κύριον, τὸν ἀγαπῶντα καὶ περιβάλλοντα διὰ τῆς ἀγάπης – χάριτός Του πάντα ἄνθρωπον»[22]. Τὸ νὰ ἀσπάζεται κάποιος, θεωρητικῶς, τὶς ἀλήθειες τοῦ Χριστοῦ δὲν τὸν καθιστᾶ αὐτομάτως καὶ πιστὸ χριστιανό. Κατὰ τὴν ρῆσι τοῦ ἁγίου Ἰακώβου «καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι»[23]· αὐτὴν τὴν ψιλὴ πίστι (δηλ. τὴν ἀποδοχὴ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ) τὴν ἔχουν ἀκόμη καὶ οἱ δαίμονες, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ τοὺς χαρακτηρίσωμε ὡς πιστοὺς στὸν Θεό; Βεβαίως, ὄχι. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὅποιος δέχεται ἁπλῶς τὴν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ ἢ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δὲν χαρακτηρίζεται αὐτομάτως ὡς πιστὸς χριστιανός.
   Ἡ χριστιανικὴ πίστις προϋποθέτει κάποια γνωρίσματα, κάποια χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἱκανοποιῆ ὁ ἐπιθυμῶν τὸν τίτλο τοῦ πιστοῦ. Τὰ κυριώτερα γνωρίσματα εἶναι ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν καὶ τῶν δογμάτων τοῦ Κυρίου. Ὡς ἐντολὲς ἐννοοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μας, ὅπως αὐτὸ ἐξεφράσθη ἀπὸ τὸν ἴδιο καὶ ἀπετυπώθη στὰ κείμενα τῆς Κ. Διαθήκης καὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ ἐντολὲς ἀφοροῦν τὸν πρακτικὸ βίο τοῦ χριστιανοῦ, τὴν ἠθική του ζωή, καὶ εἶναι ὁδηγίες γιὰ τὴν ἀπόκτησι καὶ διατήρησι τῆς θείας ζωῆς ἐντὸς ἡμῶν. Δὲν δεσμεύουν τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου (οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις...), ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν καθιστοῦν ἀπεριόριστο, ἀφοῦ ἀπεγκλωβίζουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν. Ὁ πιστός, τηρῶν τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, ἀπελευθερώνεται ἀπὸ κάθε φυσικὴ δέσμευσι καὶ γεύεται τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν δόξα τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐντολὲς δεικνύουν τὰ μέτρα ἁγιότητος, στὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ φθάση κάθε ἀγωνιζόμενος πιστὸς μὲ τὴν βοήθεια, ἔμπνευσι καὶ συνδρομὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Τὰ δόγματα ἀφοροῦν τὶς θεωρητικὲς ἀλήθειες – διδασκαλίες τοῦ Κυρίου μας. Εἶναι οἱ θεῖες ἀποκαλύψεις, τὶς ὁποῖες ἔκανε ὁ Κύριος στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς διέταξε νὰ κηρύξουν σὲ ὅλον τὸν κόσμο. Δὲν εἶναι ἀνθρώπινες ἐπινοήσεις καὶ κατασκευάσματα, ὅπως κάποιοι ὑποστηρίζουν, διότι δὲν μποροῦσαν ἄνθρωποι νὰ τὰ ἐπινοήσουν. (Π.χ. τὸ τριαδικὸ δόγμα ἢ τὸ χριστολογικό· ἐὰν δὲν μᾶς τὰ ἀπεκάλυπτε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δὲν θὰ μποροῦσε κάποιος ἄνθρωπος νὰ τὰ ἐπινοήση, γι’ αὐτὸ καὶ οὐδέποτε φιλόσοφος ἢ ἱδρυτὴς θρησκείας ἐδίδαξε κάτι παρόμοιο). Οἱ ἐντολὲς καὶ τὰ δόγματα ἀποτελοῦν τὸ θεωρητικὸ ὑπόβαθρο τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς. Ὁ χριστιανὸς πιστεύει καὶ ζεῖ μὲ βάσι τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ τὰ θεῖα δόγματα. Ὄχι ὅπως ἕκαστος θέλει καὶ ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ μὲ βάσι τὶς ἀλήθειες τοῦ Χριστοῦ (ἠθικὲς καὶ δογματικές). Γι’ αὐτὸ καὶ πλανῶνται ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι εἶναι «πιστοὶ» μὲ τὰ δικά τους κριτήρια (δηλ. μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἐκτὸς τῆς λατρείας, ἐκτὸς τῆς χριστιανικῆς κοινότητος, ζῶντες ὡς αὐτοὶ θέλουν, αὐτοποιμαινόμενοι!). Ὁ πιστός, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπακούει στὰ δόγματα τοῦ Χριστοῦ καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολές Του, ὅπως αὐτὰ καὶ αὐτὲς διατηροῦνται στὴν Ἐκκλησία, ζεῖ συνδεδεμένος μὲ τοὺς ὑπολοίπους χριστιανοὺς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐν Χριστῷ καὶ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.
            Οἱ χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀφήνονται στὴν μεταμορφωτικὴ δύναμι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ζοῦν ἡμιτελῆ ζωή· ἡ πίστις τους εἶναι ἀναιμικὴ καὶ ἀτροφική. Στὴν πρώτη δυσκολία θὰ τοὺς ἐγκαταλείψη. Γίνονται ὀλιγόπιστοι καὶ ἐνίοτε ἄπιστοι. Σημειώνει σχετικῶς ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος: «Συχνὰ συμπεριφερόμαστε σὰν νὰ μὴ σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε γιὰ μᾶς ὁ Χριστός· σὰν νὰ πρόκειται γιὰ κάτι ποὺ δὲν σχετίζεται μὲ τὴν καθημερινότητά μας, τὰ λάθη, τὶς προδοσίες, τὶς ἀποτυχίες, τὶς προσδοκίες μας. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι εὐαίσθητοι, ποὺ συνοδεύουν τὸν Χριστὸ μέχρι τὴ Σταύρωσή Του. Στέκονται μὲ σεβασμὸ ἐμπρὸς στὸν ἥρωα, τὸν φίλο τῶν πονεμένων καὶ φτωχῶν, τὸ θύμα τῶν ἀνόμων καὶ πονηρῶν. Σταματοῦν ὅμως ἐκεῖ. Συγκινοῦνται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ξεσκέπασε τοὺς διεφθαρμένους, τοὺς ὑποκριτές. Ἀλλὰ περιορίζονται σ’ αὐτό. Δυσκολεύονται νὰ κάνουν τὸ ἑπόμενο βῆμα. Ἀδυνατοῦν νὰ Τὸν δοῦν ὡς τὸν Κύριο τῆς ζωῆς, ὡς τὸν Ἀναστάντα ποὺ ἄνοιξε θύρα ἐλπίδας στὸ ἀδιέξοδο τοῦ θανάτου, ποὺ ἔδωσε νόημα στὴ ζωή»[24]. Ἡ ἀπιστία ἀρνεῖται ἀκριβῶς τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα ἁπλὸ ἱστορικὸ Ἰησοῦ, δημιουργημένο «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» μας μποροῦμε νὰ τὸν δεχθοῦμε χωρὶς νὰ ἀλλάξωμε τὴν ζωή μας. Τὸν Ἀναστάντα, ὅμως, Ἰησοῦ, ἐὰν τὸν δεχθοῦμε καὶ τὸν πιστέψωμε, τότε πρέπει νὰ προσαρμόσωμε τὴν ζωή μας στὴν πραγματικότητα τῆς Ἀναστάσεώς Του. Βεβαίως, ἡ πίστις παραμένει πάντοτε στὴν διακριτικὴ εὐχέρεια τοῦ ἀνθρώπου: «Ὁ Θεὸς ... δὲν ἐπιβάλλει τὴν ἀναγνώρισι τῆς παρουσίας του. Ἡ ἀποδοχὴ ἢ ἡ ἀπόρριψη τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ παραμένει στὴ διάθεση τοῦ ἀνθρώπου ὡς δυνατότητα ἐλευθερίας»[25].
            Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ χριστιανικὴ πίστις βιώνεται ὡς ἀναστάσιμος (καινὴ) ζωή. Ἡ πίστις, θεμελιωμένη στὸ ὑπερφυσικὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως, γίνεται ἀπαρχὴ νέας καινῆς βιωτῆς γιὰ τοὺς χριστιανούς. Ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν[26], μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Παῦλος. Οἱ πιστοὶ ζοῦν, πλέον, ἀνακαινισμένοι ὡς πρὸς τὴν φύσι τους, μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ τὸν συνεχῆ ἐγκεντρισμό τους στὸ Σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ, δηλ. τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὴν μυστηριακὴ καὶ ἀσκητική τους ζωή. 
            Καρπὸς τῆς πίστεως στὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ὑπέρβασις πάσης ἀντιξοότητος καὶ παντὸς ἐμποδίου. Ὁ πιστὸς χριστιανὸς ἀντιμετωπίζει ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς του μέσα στὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν πτοεῖται, δὲν ἀπογοητεύεται, δὲν ὀλιγοπιστεῖ, ἀλλὰ προσδοκᾶ τὴν ἀνάστασι μετὰ τὴν ὀδύνη, τὴν λύτρωσι μετὰ τὴν περιπέτεια, τὴν καρποφορία μετὰ τὴν περίοδο τοῦ χειμῶνος. «Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει»[27]. Γνωρίζει ὅτι ὅπως στὴν περίπτωσι τοῦ Κυρίου ἡ Σταύρωσις δὲν ὑπῆρξε τὸ τέλος, ἀλλὰ τὸ μέσον γιὰ τὴν τελικὴ Ἀνάστασι, ἔτσι καὶ οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς μᾶς ὁδηγοῦν σὲ μία ἀκατανόητο ἐκ τῶν προτέρων τελείωσι τῆς ὑπάρξεώς μας. Αὐτὰ γίνονται ἀποδεκτὰ καὶ κατορθωτὰ μόνον διὰ τῆς πίστεως, ὅπως τόσο γλαφυρὰ περιγράφεται στὸ 11ο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολῆς ὅπου διαβάζομε ὅτι οἱ πιστοὶ «διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγεννήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων...»[28].
            Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζει τὸν πιστὸ ἄνθρωπο στὴν μίμησι τῆς πίστεως καὶ τῆς ζωῆς τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ διακριτικὸ γνώρισμα τοῦ πιστοῦ ἀπὸ τὸν ἄπιστο ἄνθρωπο.


            4. Ἐπίλογος

            Τὸ Πάσχα, δηλαδὴ ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ, εἶναι μία χριστιανικὴ ἑορτή. Ἀφορᾶ, ὅπως εἴδαμε, τοὺς πιστοὺς χριστιανούς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ὑμνογράφος τονίζει μὲ ἔμφασι σὲ ἕνα τροπάριο: «... πάσχα τῶν πιστῶν ... πάσχα πάντας ἁγιάζον πιστούς». Ἡ ἀναστάσιμος περίοδος τὴν ὁποία διανύομε μᾶς προσκαλεῖ σὲ μία βίωσι τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας καὶ σὲ μία ἀναβίωσι, αὔξησι καὶ τόνωσι τῆς πίστεώς μας στὴν λυτρωτικὴ καὶ σωτηριώδη σημασία αὐτῆς τῆς Ἀναστάσεως γιὰ τὴν ζωή μας.
            Καὶ ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι: «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπιμένει νὰ γιορτάζει τὴν Ἀνάσταση κάθε Κυριακή, στὸ ξεκίνημα τῆς ἑβδομάδος. Καὶ οἱ πιστοὶ τὴ βιώνουν σὲ κάθε θεία Λειτουργία. Ἔτσι, προεκτείνεται σὲ ὅλο τὸ ἔτος, γιὰ νὰ πληρώσει τὸν χρόνο. Τὸ ‘νῦν’, τὸ τώρα, τὴν κάθε στιγμή. Καὶ τὶς ὧρες τῆς ἐπιτυχίας ἀλλὰ καὶ τῆς ἀποτυχίας· τῆς χαρᾶς ἢ τοῦ πόνου· τῆς νίκης ἢ τῆς κάμψεως. Τὰ μεγάλα καὶ τὰ μικρά, τὶς σκέψεις, τὰ σχέδια, τὰ καθήκοντα καὶ τὶς δυσκολίες μας. Ἕνα ‘νῦν’ ποὺ προεκτείνεται στὸ ‘ἀεί’»[29].

                                                                                                       





[1] «Ἀνάσταση», Λεξικὸ Βιβλικῆς Θεολογίας (Ἀθήνα: Ἄρτος Ζωῆς, 1980), στ. 83.
[2] Χρήστου Γιανναρᾶ, «Ἀνάσταση... ἡ ἐμπειρικὴ πρόκληση», Καθημερινὴ 26.4.1997.
[3] Ἰωάννου Καραβιδόπουλου, Τὸ κατὰ Μᾶρκον εὐαγγέλιο (Θεσσαλονίκη: Πουρναρᾶς, 1988), σ. 505.
[4] «Ἀνάσταση», Λεξικὸ Βιβλικῆς Θεολογίας (Ἀθήνα: Ἄρτος Ζωῆς, 1980), στ. 85.
[5] Πραξ. 1: 3.
[6] Τὰ ἕνδεκα ἑωθινὰ εὐαγγέλια εἶναι: Ματθ. 28: 16-20, Μαρκ. 16: 1-8, 9-20, Λουκ. 24: 1-12, 12-35, 36-53, Ἰω. 20: 1-10, 11-18, 19-31, 21: 1-14, 15-25.
[7] Α´ Κορ. 15: 3-9.
[8] «Ἀνάσταση», Λεξικὸ Βιβλικῆς Θεολογίας (Ἀθήνα: Ἄρτος Ζωῆς, 1980), στ. 85.
[9] Ἰω. 20: 25.
[10] Ἰω. 20: 29.
[11] Ἰω. 16: 7.
[12] Μαρκ. 16: 12.
[13] Λουκ. 24: 35.
[14] Α΄ Κορ. 15: 17.
[15] Ἰω. 20: 19.
[16] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τὰς ἁγίας μάρτυρας Βερνίκην καὶ Προσδόκην, α' (PG 50, 629).
[17] Τροπάριον ζ´ ᾠδῆς Κανόνος Ἀναστάσεως.
[18] Β' Θεσ. 3: 2.
[19] Νικολάου Μπερντιάεφ, Ἀλήθεια καὶ Ἀποκάλυψη (Ἀθήνα: Δωδώνη, χ.χ.2), σ. 155.
[20] Μ. Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Ἑξαήμερον, Α’ 10   (ΒΕΠ 51, 193).
[21] Γεωργίου Μελέτη, Γιατί δὲν εἶμαι ἄθεος (Ἀθῆναι: Ζωή, ), σ. 159.
[22] Νικολάου Μητσοπούλου, Γενικὰ εἰσαγωγικὰ εἰς τὴν ὀρθόδοξον δογματικὴν καὶ ἠθικὴν θεο λογίαν (Ἀθῆναι 1994), σ. 9.
[23] Ἰακ. 2: 19.
[24] Ἀναστασίου (Γιαννουλάτου), Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτὸς (Ἀθήνα: Μαΐστρος, 2007), σ. 153-154.
[25] Γεωργίου Μαντζαρίδη, Χριστιανικὴ Ἠθικὴ (Θεσσαλονίκη: Πουρναρᾶς, 19913), σ. 180.
[26] Ῥωμ. 6: 4.
[27] Ἰω. 12: 24.
[28] Ἑβρ. 11: 33-34.
[29] Ἀναστασίου (Γιαννουλάτου), Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτὸς (Ἀθήνα: Μαΐστρος, 2007), σ. 9-10.

Δεν υπάρχουν σχόλια: