Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Γιώργου Παπαθανασόπουλου, Ἰωάννης Καποδίστριας: Ὁ ἅγιος τῆς πολιτικῆς

Ἰωάννης Καποδίστριας: Ὁ Ἅγιος τῆς πολιτικῆς 

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου 

https://aktines.blogspot.com/2026/02/blog-post_76.html

 

Στὶς 10 Φεβρουαρίου 2026 συμπληρώνονται 250 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ πρώτου Κυβερνήτη τῆς ἐλεύθερης Ἑλλάδας Ἰωάννου Καποδίστρια. Μὲ τὴν εὐκαιρία πρέπει ἡ Ἐκκλησία νὰ λάβει τὴν πρωτοβουλία καὶ μὲ βάση τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν καὶ τεκμηριώνουν τὴν καταξίωσή του στὴν ἁγιολογικὴ συνείδηση τῆς καθ’ Ἑλλάδα Ἐκκλησίας νὰ τὸν ἁγιοκατατάξει καὶ νὰ τὸν ἐγγράψει στὸ ἑορτολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ μνήμη του νὰ ἑορτάζεται τὴν 27η Σεπτεμβρίου, ἡμέρα τῆς δολοφονίας του.

Οἱ λόγοι τῆς ἁγιοκατάταξής του εἶναι πολλοὶ καὶ εὔλογοι. Πρῶτα ἡ ἐκτέλεσή του. Πραγματοποιήθηκε στὶς 6 τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς, ὅταν ἦταν νὰ εἰσέλθει στὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος Ναυπλίου γιὰ νὰ παρακολουθήσει τὸν Ὄρθρο καὶ τὴ Θεία Λειτουργία, ὅπως ἔκανε πάντοτε καὶ μάλιστα ἀπὸ τότε ποὺ ἀνέλαβε τὴ διακυβέρνηση τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους. Ἡ ἐκτέλεση ἐγένετο μὲ τὴν ὑποστήριξη τῶν κυβερνήσεων Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας. Αὐτὸ ἔγραψε ἀμέσως μετὰ τὸ τραγικὸ γεγονὸς ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κυβερνήτη σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν φίλο του Ἀλέξανδρο Στούρτζα. Ἡ μετάβασή του στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ Ὄρθρου δείχνει ἕναν συνειδητὸ χριστιανὸ καὶ ἡ χωρὶς ἀστυνομικὴ συνοδεία μετάβασή του στὸν Ναὸ δείχνει ὅτι μετέβη ὡς «πρόβατο πρὸς σφαγή». Ἀπὸ ἱστορικοὺς σημειώνεται ὅτι ἀπὸ δύο ἀστυνομικούς, ποὺ ἦσαν παρόντες στὴν ἐκτέλεση ὁ ἕνας βοήθησε στὴ δολοφονία καὶ ὁ ἄλλος ἔμεινε ἀμέτοχος. 

Ἡ οἰκογένειά του εἶχε θερμὴ πίστη καὶ ἀντιστάθηκε στὴν πολιτικὴ τοῦ Βατικανοῦ. Οἱ ἀδελφές του Εὐφροσύνη καὶ Εὐφημία εἶχαν γίνει μοναχές. Ὁ ἴδιος ἀπὸ μικρὸς ἔδειξε ἀγάπη καὶ πίστη στὴν Ἐκκλησία, κάτι ποὺ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ ἐπιστολή – ἀπάντησή του στὸν ἀδελφό του Βιάρο, διαμένοντα στὴν Κέρκυρα, γραμμένη στὶς 15 Ὀκτωβρίου 1826, ὅταν ἐκεῖνος διέμενε στὴ Γενεύη μετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὴ θέση τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας. Στὴν πληροφορία ποὺ τοῦ ἔγραψε, ὅτι δύο Γερμανοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ μείνουν στὴν Κέρκυρα καὶ νὰ ἱδρύσουν σχολεῖο ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας τοῦ ἀπάντησε πὼς ἀπὸ τὰ ὅσα τοῦ περιέγραψε ἀντιλαμβάνεται ὅτι πρόκειται γιὰ μισιονάριους Μεθοδιστές, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν νὰ προσηλυτίσουν στὴ σέκτα τους Ἕλληνες Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Καὶ γράφει ὁ Κυβερνήτης στὸν ἀδελφό του: «Δὲν ἔχουμε καμία ἀνάγκη ἀπὸ τέτοιες αἱρέσεις, ἀφοῦ πιστεύουμε πὼς εἴμαστε καλοὶ Χριστιανοὶ παραμένοντας ὑπὸ τὴν προστασία τῆς Ἐκκλησίας μας». (Κ.Δ.Μέρτζιου «Ἀνέκδοτος ἀλληλογραφία τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια», Περ/κὸ «Παρνασσός», Τόμος Γ΄, Αρ. 2, Ἀπρίλιος – Ἰούνιος 1961, σελ. 217-18). 

Ἡ ζωὴ τοῦ Καποδίστρια ἦταν ἀσκητική, παρὰ τὸ ὅτι ἔζησε σὲ πολυτελῆ περιβάλλοντα. Ἐνώπιον τοῦ διλήμματος νὰ παραμείνει στὴν Ἁγία Πετρούπολη καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὴν ἐξουσία, τὸ κῦρος τῆς θέσεως, τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Τσάρου καὶ τὴν οἰκονομικὴ ἄνεση ποὺ τοῦ παρεῖχε ἡ θέση, ἢ νὰ ἀναλάβει τὶς εὐθύνες τῆς ἀκόμη ἀγωνιζόμενης Ἑλλάδος καὶ νὰ δημιουργήσει μέσα ἀπὸ τὰ πολλὰ ἀρνητικά, ποὺ ὑπῆρχαν, ἕνα ἀνεπτυγμένο, εὐνομούμενο καὶ ἀνεξάρτητο κράτος, προτίμησε τὸ δεύτερο. Στὸ ὑπόμνημά του πρὸς τὸν Τσάρο Νικόλαο τὸν Α΄, στὸ τέλος τοῦ ἔτους 1826, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ζητεῖ νὰ γίνει δεκτὴ ἡ παραίτησή του ἀπὸ τὸ ἀξίωμά του γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τὴν Ἑλληνορθόδοξη Πατρίδα του. Καὶ ἐν γνώσει του πορεύθηκε πρὸς τὴν θυσία. Τὸ ἀξιοσημείωτο εἶναι πὼς σὲ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Καποδίστρια ποὺ ὑπέγραψε, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὁ Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πατέρας τῶν ἐκτελεστῶν του, καὶ ἀπεστάλη τὸ 1825, τὸν κάλεσε νὰ ἀναλάβει τὶς τύχες τοῦ ἀγωνιζομένου Ἔθνους, γιατί «εἶχε φυσικὴν ροπὴν νὰ θυσιάσει καὶ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος του...». 

Ἐρχόμενος ὁ Καποδίστριας νὰ κυβερνήσει τὴν Ἑλλάδα τὸ πρῶτο ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ἦταν τὸ δυσεπίλυτο οἰκονομικὸ πρόβλημα. Τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ἦσαν κάτω τοῦ μηδενός. Μὲ δάνεια, μὲ βοηθήματα καὶ δωρεὲς ποὺ ἐξασφάλισε καὶ μὲ τὴν ἀνάπτυξη ἐσωτερικῶν πόρων κάπως τὰ ἀνόρθωσε. Ὅπως γράφει ὁ Ἀλέξανδρος Ι. Δεσποτόπουλος ὁ Κυβερνήτης ζητῶντας τὴν ἠθικὴ στράτευση ὅσων εἶχαν θέσεις καὶ χρήματα «παρεῖχε ὁ ἴδιος ὑψηλὸν παράδειγμα ἐργατικότητος, ἀφοσιώσεως εἰς τὰ κοινὰ καὶ αὐταπαρνήσεως, ἐργαζόμενος καθημερινῶς, παρὰ τὴν ἀσθενῆ ὑγείαν αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς 5ης πρωινῆς μέχρι τῆς 10ης καὶ συχνάκις τῆς 12ης νυκτερινῆς, διαθέτων πάσας τὰς ὥρας καὶ δυνάμεις αὐτοῦ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κρατικῶν ὑποθέσεων, μὴ ἔχων κἂν ἰδιωτικὴν ζωήν, περιστείλας δὲ ἐξ ἄλλου τὰς προσωπικὰς αὐτοῦ δαπάνας σχεδὸν εἰς τὸ μηδέν, καὶ οὐ μόνον μὴ ἀποδεχθεὶς τὴν καθορισθεῖσαν δι’ αὐτὸν ἀντιμισθίαν καὶ ὑπὸ τοῦ Πανελληνίου καὶ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοῦ Ἄργους, ἀλλὰ καὶ δαπανῶν τὴν ἰδιωτικὴν αὐτοῦ περιουσίαν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς Χώρας. Ἐξ οὗ καὶ εὕρισκον ἀπήχησιν αἱ ἐκκλήσεις καὶ παραινέσεις αὐτοῦ». 

Πέραν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ καὶ τῆς Σχολῆς Εὐελπίδων ποὺ ἵδρυσε, πέραν τῆς φροντίδας γιὰ τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση τῶν ἀσθενεστέρων πολιτῶν τῆς Ἑλλάδος, πέραν τῆς φροντίδας νὰ ἀποκτήσει νόμισμα ἡ χώρα, καὶ νὰ ἀξιοποιηθοῦν σωστὰ τὰ ὀλίγα χρήματα ποὺ διέθετε πρὸς διανομή, πέραν τῆς φροντίδας του γιὰ τὴν ὑγεία τῶν κατοίκων τῆς χώρας, ὁ Καποδίστριας κοίταξε ἀμέσως καὶ μὲ περισσὴ φροντίδα τὴν ἐκπαίδευση. Ἰδιαίτερα ἐπιμελήθηκε τῆς ἐκπαίδευσης τῶν κληρικῶν καὶ τῆς Ὀρθόδοξης χριστιανικῆς ἀγωγῆς τοῦ λαοῦ. Ὅπως γράφει ὁ Ἰωάννης Τσάγκας ἡ Ὀρθοδοξία γιὰ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια ἦταν περισσότερο διαρκὴς ἀγώνας γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ παρὰ ἕνας «εὔδιος λιμήν». Ἀπέβη ἔτσι πρότυπο βιωμένης ἑλληνορθόδοξης παιδείας καὶ ἀγωγῆς, «ὁ Ἅγιος τῆς πολιτικῆς». 

Ὁ Καποδίστριας θέλησε μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ λαοῦ, ποὺ τὴν παρέσχε ἀφειδῶς, νὰ δημιουργήσει σχολεῖα πρωτοβάθμιας ἐκπαίδευσης καὶ δασκάλους ποὺ νὰ διδάσκουν σὲ αὐτά. Στὴν ἔκκληση τοῦ Κυβερνήτη ἔστερξε πρώτη ἡ Ἐκκλησία, κλῆρος καὶ λαός. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἔκκληση τῆς σχολικῆς ἐπιτροπῆς Μήλου πρὸς τοὺς κατοίκους της: «Χρεωστοῦμεν νὰ συνεισφέρωμεν καὶ ἡμεῖς φιλοτίμως... Ἐπειδὴ πρῶτος οἶκος τοῦ Θεοῦ ἀδελφοὶ εἶναι τὰ σχολεῖα καὶ δεύτερος ἡ Ἐκκλησία. Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν λατρεύομεν τὸν Θεόν, ἀλλὰ εἰς τὰ σχολεῖα μανθάνομεν ποῖον Θεὸν πρέπει νὰ λατρεύωμεν». Εἶναι ἐπανάληψη τῶν λόγων τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὸ νησί. 

Ἁγιότητα δείχνει καὶ ἡ μέριμνα τοῦ Καποδίστρια γιὰ τὰ ὀρφανὰ καὶ ἀπροστάτευτα παιδιά, στὰ ὁποῖα παρέσχε στέγαση, ρουχισμό, τροφή, ἐπαρκῆ ἐκπαίδευση καὶ διάνοιξη προοπτικῶν ἐπαγγελματικῆς τους ἀποκατάστασης. Εἶναι γνωστὸ τὸ Ὀρφανοτροφεῖο τῆς Αἴγινας, πρότυπο σχολικοῦ καὶ κοινωνικοῦ ἱδρύματος, ἀνταγωνιστικοῦ πρὸς ὅλα τὰ παρόμοια ἱδρύματα τῆς Εὐρώπης. Σὲ αὐτό, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἀνέλαβαν εὐθύνες ὁ λόγιος κληρικὸς Γρηγόριος Κωνσταντᾶς καὶ ὁ Ἀνδρέας Μουστοξύδης. 

Παράλληλα μὲ τὴν πρωτοβάθμια ἐκπαίδευση καὶ τὰ ἀλληλοδιδακτικὰ σχολεῖα, ὁ Καποδίστριας στὰ ἐλάχιστα χρόνια ποὺ ὑπηρέτησε τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Ἐκκλησία φρόντισε γιὰ τὴ στέγαση τῶν σχολείων, τὴ μόρφωση τῶν ἀλληλοδιδασκάλων, τὴ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευση, τὴν τεχνικὴ ἐκπαίδευση ἀλλὰ καὶ τὴν ἐκκλησιαστική. Ὅπως γράφει ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος «ὅ,τι κατ’ ἐξοχὴν ἐχαρακτήριζε τὸν Κυβερνήτη, ἦτο ἡ πεφωτισμένη πίστις εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἡ ἀκλόνητος αὐτοῦ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἀφοσίωσις». Πίστις του βαθειὰ «ἦταν ὅτι τὸ Ἔθνος τότε μονάχα θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιζήσει καὶ νὰ προοδεύση, ἐὰν ὑπῆρχε καλῶς ὠργανωμένη Ἐκκλησία καὶ κληρικοὶ ἠθικῶς ἄμεμπτοι καὶ μορφωμένοι». 

Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸν ὁ Καποδίστριας ἀπέστειλε ἐγκύκλιο πρὸς τοὺς Ἐπισκόπους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, μὲ τὴν ὁποία τοὺς ἀνακοινώνει τὴν ἵδρυση ἐκκλησιαστικοῦ σχολείου στὸν Πόρο, τὸ ὁποῖο ἔχει ἕδρα τὸ Μοναστήρι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καὶ προορίζεται γιὰ νέους ἡλικίας 12 ἕως 18 ἐτῶν, οἱ ὁποῖοι «γεννηθέντες ἀπὸ τιμίους γονεῖς μαρτυροῦν κλίσιν ἀληθινὴν νὰ ἀφιερωθῶσι εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ὑπηρεσίαν». Τὸ σχολεῖο ἔκλεισε μετὰ τὴν δολοφονία του Καποδίστρια καὶ τὴν ἐπακολουθήσασα ἀναρχία. 

Ὁ Κυβερνήτης, κουρασμένος καὶ πικραμένος ἀπὸ τὴ συνεχῆ πολεμικὴ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας, τὴν ἀπληστία τῶν προκρίτων καὶ τὸν λαϊκισμὸ τῶν ὀλιγαρχικῶν, ποὺ αὐτοχαρακτηρίζονταν «δημοκρατικοί», ἀλλὰ ἦσαν οἱ πρωταγωνιστὲς τῆς ἔλευσης ξένου ἐκπροσώπου τῆς ἀπόλυτης καὶ βάναυσης μοναρχίας, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ ἀσήκωτο βάρος τόσων πόνων καὶ μόχθων, στὶς τελευταῖες ἐπιστολές του, πρὶν ἀπὸ τὴν τραγικὴ πτώση τῆς αὐλαίας, ἔνιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ ζητᾶ τὶς προσευχὲς ἀγαπημένων προσώπων. «Σᾶς παρακαλῶ μὴ μὲ ξεχνᾶτε στὶς προσευχές σας. Νὰ μὲ συντροφεύετε συνέχεια μὲ τὶς εὐλογίες σας...» ἔγραφε στὸν ἱερέα πατέρα Οἰκονόμο στὴν Πετρούπολη. Σήμερα ἐμεῖς ἔχομε ἀνάγκη τῶν δεήσεων τοῦ Κυβερνήτου ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους μας, ποὺ ὑπηρέτησε καὶ ποὺ πάει κατὰ κρημνό. Ὁ ἴδιος γράφει τὸ παρήγορο, ὅτι οἱ ἐχθροί του, ντόπιοι καὶ ξένοι, «δὲν θὰ κατορθώσουν ποτὲ νὰ ἐξαλείψουν ἀπὸ τὴν μνήμην καὶ τὴν καρδίαν τῶν Ἑλλήνων τὰ ἴχνη τοῦ παρελθόντος, καταστρέφοντες ἢ παραμορφώνοντες τὸν χαρακτῆρα τούτου τοῦ λαοῦ...». 

Παράρτημα 

Ἡγέτες ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἀνακήρυξε Ἁγίους (Ἐπιλογή). 

Μέγας Θεοδόσιος. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ποὺ συμπλήρωσε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως (Ἑορτή του στὶς 17 Ἰανουαρίου) 

Αὐτοκράτειρα Θεοδώρα. Ἀναστήλωσε τὶς εἰκόνες (11 Φεβρουαρίου) 

Αὐτοκράτορες Μαρκιανὸς καὶ Πουλχερία. Συνεκάλεσαν τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. (17 Φεβρουαρίου). 

Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καὶ ἡ μητέρα του Ἑλένη. Καθιέρωσε τὴ θρησκευτικὴ ἐλευθερία καὶ μετέφερε τὴν ἕδρα τῆς αὐτοκρατορίας στὴν Κωνσταντινούπολη (21 Μαΐου). 

Ἁγία Ὄλγα, βασίλισσα των Ρώς. Συνετέλεσε στὸν εὐαγγελισμό των Ρὼς μὲ τὰ νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας (11 Ἰουλίου). 

Ἅγιος Βλαδίμηρος ἐγγονὸς τῆς Ἁγίας Ὄλγας (15 Ἰουλίου). 

Μανουὴλ Κομνηνός. Πρὶν πεθάνει ἐκάρη μοναχὸς καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Ματθαῖος. Ἰσχυρὸς καὶ δημοφιλὴς αὐτοκράτορας. (21 Ἰουλίου) 

Αὐτοκράτειρα Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της συνεκλήθη ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος΄(9 Αὐγούστου). 

Βασίλειος ὁ Μακεδών. Ὑπεράσπισε ἐπιτυχῶς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Αὐτοκρατορία. (29 Αὐγούστου). 

Ἰωάννης Βατάτζης. Ὑπεράσπισε τὴν Ὀρθοδοξία καὶ διατήρησε ὄρθιο τὸν Ἑλληνισμὸ μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Φράγκους. (4 Νοεμβρίου). 

Νικηφόρος Φωκᾶς. Ἀντιμετώπισε ἐπιτυχῶς τοὺς ἐχθροὺς τῆς αὐτοκρατορίας. Εἶχε βαθιὰ πίστη. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του χτίστηκε ἡ πρώτη Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ὅρους, τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν 11η Δεκεμβρίου ἡμέρα τῆς δολοφονίας του. 



Βιβλία ποὺ χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὴν γραφὴ τοῦ κειμένου 

Αὐτοβιογραφία Ἰωάννου Καποδίστρια – Εἰσαγωγή, μετάφρασις καὶ σχόλια Μιχαὴλ Λάσκαρι, Ἐκδόσεις Ἑρμείας 

Δεσποτόπουλου Ἀλεξάνδρου «Ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Ἑλλάδος», ΜΙΕΤ, 2008. 

Κούκου Ἑλένης «Ἰωάννης Καποδίστριας: Ὁ ἄνθρωπος – Ὁ ἀγωνιστής», Ἀθῆναι, 1962.

Κωνσταντινίδου Ἰωάννου «Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας θεμελιωτὴς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως», Ἀθῆναι, 1976. 

Μουρτζανοῦ Θεμιστοκλῆ πρωτοπρεσβυτέρου, «Γρηγόριος Κωνσταντᾶς – Ἕνας λόγιος συζητᾶ μὲ τὸν διαφωτισμὸ καὶ τὴν παράδοση», Λάρισα, 2017. 

Μπαμπούνη Χάρη «Ἡ ἐκπαίδευση κατὰ τὴν Καποδιστριακὴ περίοδο», Ἀθῆναι, 1999. 

Παπαδοπούλου Χρυσοστόμου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι, 1920. 

Παπαθανασόπουλου Γεωργίου « Κιβωτὸς πατριδογνωσίας – Μορφὲς τοῦ 1821 πρίν, κατά, μετὰ τὴν Ἐπανάσταση», Ἔκδ. ΤΗΝΟΣ, Ἀθῆναι, 2021. 

Πουκαμισᾶ Γεωργίου «Ἰωάννης Καποδίστριας – Ἐθνικὸς ἀγωνιστής, διπλωμάτης, θεμελιωτὴς κράτους», Ἔκδ. Κασταλία, Δεκέμβριος 2017. 

Πρασσᾶ Ἀννίτα «Ἰωάννης Καποδίστριας, ὁ ἀναγεννώμενος Φοῖνιξ», Ἐκδόσεις Δωδώνη, Ἀθήνα – Γιάννινα 1998. 

Σοϊλεντάκη Νικολάου «Ὁ Καποδίστριας, ὁ Μαιζὼν καὶ ἡ πανώλης στὴν Πελοπόννησο», Ἀνάτυπο, «Πελοποννησιακά», Τόμος Λ – 2011 

Σπηλιάδου Νικολάου «Ἀπομνημονεύματα», Τόμος 4ος, τεῦχος 1ον, Ἔκδ. Βιβλιοπωλείου Νότη Καραβία, Ἀθήνα, 1971. 

Τσάγκα Ἰωάννη «Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἀγωγὴ στὸ ἐκπαιδευτικὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια», Β΄ Ἔκδοση, Ἁφῶν Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη, 2001.