Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2019


ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ
Πέρασμα ἀπέναντι
Ἡ Καθημερινὴ 1.9.2019

Ὁ ἁγιολογικὸς καὶ εἰκονολογικὸς φάκελος τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου, σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, εἶναι πλούσιος καὶ παράδοξος. Πολλοὶ ναοὶ εἶναι ἀφιερωμένοι σὲ αὐτόν σε ὅλη τὴν Εὐρώπη, τὸν ζωγράφισαν πολὺ μεγάλοι ζωγράφοι, ἐνῶ στὴν Ἀνατολὴ εἰκονίστηκε καὶ ὡς Κυνοκέφαλος. Δὲν φανταζόμουν πάντως ὅτι θὰ ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του, μέσα στὸ 2019, στὸ ἔργο δύο συγγραφέων, ἑνὸς νέου καὶ ἑνὸς λιγότερου νέου: Γιάννης Παλαβὸς (γένν. 1980), «Τὸ παιδί», διηγήματα (Νεφέλη), καὶ Μιχάλης Μακροπουλος (γένν. 1965), «Μαῦρο νερό», νουβέλα (Κίχλη). Γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς συνεννόησης, ἂς κρατήσουμε τὸ πιὸ γνωστὸ περιστατικὸ τοῦ Βίου του, ὅπως τὸ διέδωσε σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση ἡ «Χρυσὴ Ἱστορία» (Legenda Aurea, 13ος αἰ.) τοῦ Ἰακώβου τοῦ Βαραγινοῦ. Περατάρης σὲ ἕνα ἐπικίνδυνο ποτάμι, περνοῦσε ἀπέναντι, πάνω στοὺς ὤμους του, ταξιδιῶτες καὶ προσκυνητές. Μιὰ μέρα, τοῦ τὸ ζήτησε καὶ ἕνα μικρὸ παιδί. Καθὼς ὅμως διέσχιζε τὸ ποτάμι, τὸ βάρος του αὔξαινε διαρκῶς στοὺς ὤμους αὐτοῦ τοῦ γίγαντα καὶ γινόταν ἀσήκωτο. Ὁ ἅγιος τὰ κατάφερε στὸ τέλος νὰ τὸ περάσει ἀπέναντι, στὴν ἄλλη ὄχθη, καὶ ἐκεῖ θὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ ὅτι τὸ παιδάκι ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἐξ οὗ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου: ἀπὸ Ρέπροβος (ἀποδοκιμασμένος) ἔγινε Χριστοφόρος.
Στὸ διήγημα «Τὸ παιδὶ» τοῦ Γιάννη Παλαβοῦ, ποὺ ἔδωσε τὸν τίτλο του καὶ σὲ ὅλη τὴ συλλογή, μιὰ γυναίκα ποὺ ζεῖ μόνη, καὶ ποὺ ἡ κοινωνία τοῦ χωριοῦ τὴν οἰκτίρει καὶ τῆς καταλογίζει τὴ μοίρα της, ἀνεβαίνει στὸ ξωκκλήσι τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου, τὴν προπαραμονὴ τῆς μνήμης του (9 Μαΐου), γιὰ νὰ φυτέψει γεράνια στὸν περίβολό του. Οἱ κακεντρεχεῖς γυναῖκες λένε πὼς φροντίζει τὸν ἅγιο ἐπειδὴ ἡ ἴδια εἶναι ἄκληρη. Ἀφοῦ φύτεψε τὰ γεράνια, κάθεται νὰ ξαποστάσει καὶ βλέπει ξάφνου μπροστά της τὸν ἅγιο, μὲ τὸν Χριστὸ νήπιο στοὺς ὤμους του. Τὸ κατεβάζει καὶ τῆς τὸ δίνει. Τὸ παιδὶ φωλιάζει στὸν κόρφο της, ἐκείνη τὸ σκεπάζει μὲ τὴ ζακέτα της καὶ παίρνει τὸν δρόμο τοῦ γυρισμοῦ, ἀποφεύγοντας τοὺς ἀνθρώπους, γιατί ἡ φεγγοβολὴ τοῦ φωτοστέφανου διακρίνεται μέσα ἀπὸ τὸ πλεχτό. Ὅταν μπεῖ στὸ σπίτι, θὰ κάνει ὅ,τι κάθε μάνα, θὰ βάλει τὸ παιδὶ νὰ ξαπλώσει, θὰ τὸ κάνει μπάνιο. Τὴ στιγμὴ ποὺ τοῦ πλένει τὰ πόδια, θὰ τῆς πεῖ ὅ,τι εἶπε ὁ Χριστὸς ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ στὸν ἐκ δεξιῶν ληστή. Ἡ γερασμένη γυναίκα ποὺ φρόντισε τοὺς ἄλλους ἀλλὰ δὲν φρόντισε τὸν ἑαυτό της θὰ ἀξιωθεῖ, πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος της, ἕνα φωτεινό, μαγιάτικο ἀπόγεμα, νὰ βρεφοκρατήσει. Στὴν ἄκληρη ἔλαχε ὁ καλύτερος κλῆρος.
Στὴ νουβέλα τοῦ Μακρόπουλου, μεταφερόμαστε ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ Βελβεντοῦ, ὅπου τὸ διήγημα τοῦ Παλαβοῦ, στὴν Ἤπειρο καὶ σὲ ἕνα χωριό της ποὺ πεθαίνει. Τὰ νερά του εἶναι δηλητηριασμένα καὶ οἱ τροφὲς συνακόλουθα τὸ ἴδιο. Οἱ κάτοικοι πειθαναγκάζονται νὰ τὸ ἐγκαταλείψουν. Συνολικὴ εἰκόνα καταστροφῆς. Τελευταῖοι κάτοικοί του, ἕνας πατέρας καὶ τὸ παράλυτο παιδί του. Τὸ ὄνομα τοῦ παιδιοῦ εἶναι Χριστόφορος καὶ θέλει νὰ πᾶνε νὰ ἑορτάσουν τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου του στὸ ξωκκλήσι του στὸν Δολὸ (Πωγώνι). Ἀφοῦ ἔμειναν, πατέρας καὶ γιός, λίγη ὥρα μέσα στὸν ἔρημο πέτρινο ναΐσκο, τὸ παιδὶ θὰ ζητήσει νὰ ἀγναντέψει τὸ χωριό του ἀπὸ ψηλά. Βλέπουν τότε μιὰ γυναίκα μὲ τρία ἄλογα, ποὺ ζεῖ κι αὐτὴ μόνη κι ἄρρωστη στὴν περιοχή. Ἡ γυναίκα θὰ ἀνεβάσει τὸ παιδὶ πάνω στὸ ἄλογο καὶ θὰ τὸ κάνει μιὰ βόλτα, θὰ τοῦ δώσει γιὰ λίγο καὶ τὰ γκέμια. Τὸ παράλυτο ἀγόρι βρέθηκε καβαλάρης, ἔγινε αὐτὸ ποὺ ἦταν ὁ μοναδικὸς πόθος του. Τί ἄλλο νὰ θέλει ἕνα παράλυτο παιδὶ ἀπὸ τὸ νὰ τρέξει, νὰ καλπάσει! Στὰ ποιήματα τοῦ Γιώργη Παυλόπουλου, ποὺ ταλαιπωρήθηκε ἀπὸ τὴ χωλότητα, τρέχουν καὶ χλιμιντρίζουν διαρκῶς ἄλογα, καλπάζουν καβαλάρηδες, καὶ ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς (κάποτε μάλιστα φτάνει νὰ φαντάζεται ἄλογο ἀφρισμένο τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, «Ἀλφειός»). Ὁ Ἅγιος Χριστόφορος ἔκανε τὸ θαῦμα του, ἕνα ἄλογο πῆρε τὸ παιδὶ στὴ ράχη του καὶ τὸ πέρασε ἀπέναντι, ἀπὸ τὴ λύπη στὴ χαρά. Ἡ χαρὰ αὐτὴ θὰ εἰσβάλει ὁρμητικὴ στὸν ὕπνο του: «κάλπαζε ἀσυγκράτητος στὴ ράχη τῆς μαύρης φοράδας, νιώθοντας τὸν ἄνεμο στὸ πρόσωπό του καὶ τὴ γῆ νὰ φεύγει καὶ νὰ φεύγει κάτω ἀπὸ τὶς ὁπλὲς τοῦ ἀλόγου» (σ. 76). Τὴν ἴδια νύχτα ὁ ἅγιος θὰ δωρίσει καὶ στὸν πατέρα λίγη χαρά: ἡ ἄρρωστη γυναίκα θὰ πλαγιάσει δίπλα του.
Ὁ Ἅγιος Χριστόφορος σήκωνε στοὺς ὤμους του τὸ βάρος τῶν ἄλλων, τοὺς ἐπωμιζόταν, τοὺς πέρναγε ἀπέναντι, γιὰ νὰ συνεχίσουν τὴν πορεία τους καὶ τὴ ζωή τους, ὅπως ὁ Μωυσῆς ποὺ ἔκανε ξηρὰ τὴ θάλασσα καὶ πέρασε ἀπέναντι τοὺς Ἑβραίους, ἀπὸ τὴ δουλεία στὴν ἐλευθερία. Ἔβλεπε τὸν Χριστὸ στὸ πρόσωπο τῶν ἄλλων – αὐτὸ ἀκριβῶς σημαίνει ὅτι τὸ παιδὶ ποὺ πῆρε στὴν ἀγκαλιά του ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Καθένας τὸν ὁποῖο μετέφερε στὴν πλάτη του ἦταν ὁ Χριστός. Αὐτὸς ὁ ἅγιος του τρίτου αἰώνα ἀνέλαβε ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν νὰ διαπεράσει ἀπέναντι, ἀπὸ τὴ λύπη στὴ χαρά, τὰ ἀδικημένα ἀνθρώπινα πλάσματα τῶν δύο συγγραφέων μας. Ὁ Παλαβὸς καὶ ὁ Μακρόπουλος ἀντιλαμβάνονται σωστά το θαῦμα: ἀποκατάσταση μιᾶς ἀδικίας!