Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2019


Ἰωάννου Κ. Ἀγγελοπούλου

ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Ἀκτῖνες (2019) 159- 160


Ἀφορμὴ γιὰ τὸ σημερινό μας σχόλιο ὑπῆρξε ἡ ἀνάγνωσις στὴν ἐφημερίδα μιᾶς παρατηρήσεως. Κάνοντας ὁ γνωστὸς δοκιμιογράφος καὶ συγγραφεὺς Σταῦρος Ζουμπουλάκης μία βιβλιοπαρουσίασι ἐπεσήμανε τὴν ἔλλειψι θεολογικῆς παιδείας τῶν ἐπιμελητῶν τοῦ παρουσιαζομένου βιβλίου. Ἀντιγράφομε ἀπὸ τὸ δημοσίευμα: «Ἡ χαρὰ γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ 'Πένθους θανάτου' θὰ ἦταν μεγαλύτερη, ἂν ἦταν ἐπαρκῶς ὑπομνηματισμένη. Οἱ βιβλικὲς καὶ λειτουργικὲς πηγές του ποὺ σημειώνονται στὸ ὑποσέλιδο ὑπόμνημα εἶναι ἐλάχιστες. Δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐπιλογὴ τοῦ ἐπόπτη τῆς σειρᾶς. Ἂν σημειώνονταν ὅλες ἢ οἱ περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς τὶς πηγὲς θὰ φαίνοταν πολὺ καθαρὰ ἡ μεγάλη ἐξοικείωση τοῦ συγγραφέα μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ κείμενα, γεγονὸς ποὺ θὰ μᾶς ἐπέτρεπε, ἐπιπλέον, νὰ τὸν τοποθετήσουμε καλύτερα στὸ πολιτιστικὸ καὶ παιδευτικὸ περιβάλλον ὅπου ἀνῆκε ... Εἶναι δυνατὸν ὁ φιλολογικὸς ἐπιμελητὴς ἑνὸς τέτοιου κειμένου νὰ ἀγνοεῖ ἀκόμη καὶ τὸ Ψαλτήρι; ... Ἐπιθύμιο: ὅσοι ἐκδίδουν τέτοιας λογῆς κείμενα πρέπει νὰ παίζουν στὰ δάχτυλα τουλάστιχον τὰ σταθερῶς ἀναγιγνωσκόμενα ἢ ψαλλόμενα κείμενα τῶν ἀκολουθιῶν καὶ νὰ εἶναι ἐν γένει ἐξοικειωμένοι μὲ τὰ λειτουργικὰ βιβλία» (Ἡ Καθημερινὴ 3. 3. 2019).
Ἡ ἀπορία τοῦ ἀρθρογράφου ἐξηγεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ σχολικὴ θεολογικὴ ἀγωγὴ ὑποχώρησε τὰ τελευταῖα χρόνια γιὰ δύο κυρίως λόγους: πρῶτον λόγῳ τοῦ φαινομένου νὰ εἰσέρχονται στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς τῶν Πανεπιστημίων καὶ νὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ αὐτὲς ἄνθρωποι χωρὶς ἐπιθυμία νὰ σπουδάσουν καὶ νὰ διδάξουν ἀργότερα τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ δεύτερον λόγῳ τῆς ἀλλαγῆς καὶ ἀλλοιώσεως τῶν Προγραμμάτων Σπουδῶν τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Φθάσαμε, μάλιστα, νὰ διαφημίζονται ὡς «μοντέρνα» καὶ «ἐκσυγχρονισμένα» Προγράμματα Σπουδῶν τὰ ὁποῖα τὸ Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας μὲ ἀποφάσεις τῆς ὁλομελείας του (660 καὶ 926/2018) ἔκρινε ὡς ἀντίθετα μὲ τὴν Ὀρθόδοξο Πίστι. Αὐτὰ τὰ προγράμματα, δυστυχῶς, κάποιοι θεολόγοι τὰ συνέταξαν καὶ κάποιοι Ἀρχιερεῖς τὰ ἐπαινοῦσαν!
Στὰ νέα αὐτὰ προγράμματα σπουδῶν, πέραν τῶν θεολογικῶν ἀτοπημάτων καὶ τοῦ συγκρητιστικοῦ πνεύματος, ἔχει ἀπεμποληθῆ ἡ ἱστορικὴ σειρὰ τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστιανισμοῦ. Κατὰ συνέπεια οἱ μαθητὲς δὲν διδάσκονται μὲ σύστημα τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τὴν Πατερικὴ Θεολογία, τὴν Ἠθική, τὴν Δογματικὴ καὶ τὴν Λειτουργικὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτοὶ οἱ μαθητές, περατώνοντες τὴν ἐγκύκλιο μόρφωσί τους, δὲν θὰ κατέχουν βασικὲς καὶ θεμελιώδεις γνώσεις τοῦ Χριστιανισμοῦ. Μαζὶ δὲ μὲ τὴν μείωσι καὶ ἐξαφάνισι τοῦ ἐκκλησιασμοῦ ἀπὸ τὰ σχολεῖα δὲν θὰ ἔχουν οὔτε τὰ βιώματα τοῦ λειτουργικοῦ πλούτου τῆς Ὀρθοδοξίας. Πῶς τώρα αὐτοὶ οἱ μαθητὲς ὡς αὐριανοὶ φιλόλογοι ἢ ἐπιστήμονες θὰ ἔχουν στὴν σκευή τους θεολογικὲς γνώσεις καὶ θὰ ἀναγνωρίζουν τὸ θεολογικὸ ἢ μεταφυσικὸ ὑπόβαθρο σὲ κείμενα καὶ μνημεῖα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς Τέχνης;
Πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια ἕνας φιλόσοφος στὴν Γαλλία, ὁ Ρεζὶς Ντεμπρέ, εἶχε συντάξη ἕνα ὑπόμνημα πρὸς τὸν Ὑπουργὸ Παιδείας τῆς χώρας του γιὰ τὴν διδασκαλία τῶν θρησκευτικῶν στὸ οὐδετερόθρησκο σχολεῖο. Τὸ κείμενο αὐτὸ ἔχει μεταφρασθῆ καὶ κυκλοφορηθῆ καὶ στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἑστίας (Ἡ διδασκαλία τῆς θρησκείας στὸ οὐδετέροθρησκο σχολεῖο, Ἀθήνα 2004). Στὸ ὑπόμνημα αὐτὸ ἐξηγοῦσε ὁ συγγραφεύς τὴν ἀναγκαιότητα τῆς θρησκευτικῆς παιδείας γιὰ τὸν σημερινὸ νέο, γιὰ νὰ ἀναγνωρίζη τὰ ἀριστουργήματα τῆς δυτικῆς τέχνης καὶ τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, τὰ περισσότερα ἐκ τῶν ὁποίων συνδέονται μὲ τὴν χριστιανικὴ θρησκεία. Καὶ συνιστοῦσε μεθόδους νὰ διδάσκεται ὁ μαθητὴς μέσα ἀπὸ τὰ μαθήματα τῆς Ἱστορίας, τῆς Γεωγραφίας καὶ τῆς Τέχνης καὶ θρησκευτικὲς γνώσεις ὅλων τῶν μεγάλων θρησκειῶν τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ εἶναι σὲ θέσι νὰ ἀναγνωρίζη τὰ προϊόντα τοῦ πολιτισμοῦ αὐτῶν τῶν θρησκειῶν. Ἡ σύστασις αὐτὴ ἀφοροῦσε τὰ δημόσια σχολεῖα τῆς Γαλλίας, στὰ ὁποῖα ἔχει καταργηθῆ ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος, λόγῳ τῆς οὐδετεροθρησκείας.
Ὅταν ἡ Πολιτεία διὰ τῶν Σχολῶν καὶ σχολείων της ἀδυνατεῖ ἢ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ προσφέρη τὴν Ὀρθόδοξο Θεολογία στοὺς νέους τῆς πατρίδος μας, τότε τὸ χρέος μετατίθεται στὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία παράγει καὶ διαφυλάσσει ἀνὰ τοὺς αἰῶνες αὐτὸν τὸν πλοῦτο τῆς Θεολογίας. Καὶ ἀνέκαθεν ἡ Ἐκκλησία διὰ τῆς κατηχήσεως καὶ διὰ τῆς ἱεραποστολῆς προσέφερε καὶ μετέδιδε αὐτὸν τὸν πλοῦτο στοὺς ἐπιθυμοῦντες νὰ τὸν γευθοῦν μὲ ποικίλους τρόπους καὶ μέσα. Καὶ σήμερα, ὅλως ἰδιαιτέρως, καλεῖται νὰ τὸ πράξη. Καὶ σὲ αὐτὴν τὴν ἀποστολὴ ὅλοι οἱ πιστοὶ χριστιανοί, ἀνεξαρτήτως μορφωτικοῦ ἐπιπέδου, μποροῦν νὰ συμβάλλουν μὲ τὴν σπουδὴ καὶ βίωσι τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας τῶν ἁγίων Πατέρων μας ἀρχικῶς καὶ μὲ τὴν διάδοσί της στοὺς ἐγγὺς καὶ στοὺς μακράν. Μὴ λησμονοῦμε, ἀκόμη, ὅτι σήμερα σὲ Εὐρώπη καὶ Ἀμερικὴ ἐκδίδονται καὶ μεταφράζονται σωρηδὸν τὰ ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ καθίστανται τροφὴ καὶ τρυφὴ γιὰ τοὺς ἀναζητητὲς τοῦ γλυκασμοῦ τῶν ἀγγέλων, τοῦ προσώπου τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας. Καὶ πολὺ ἐλπιδοφόρο εἶναι ἐπίσης τὸ γεγονὸς ὅτι Ἱερὲς Μονὲς σήμερα στὴν χώρα μας ἐκδίδουν ἔργα τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπαναφέρουν στὴν ὀρθὴ πατερικὴ θεολογικὴ παράδοσι, ἡ ὁποία συνδυάζει τὴν θεολογικὴ γνῶσι μὲ τὴν ἀσκητικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὄχι μόνον ὡς διανοητικὴ κατασκευὴ καὶ ὑψιπετῆ θεωρία.