Παρασκευή, 24 Απριλίου 2020


Ἰωάννου Κ. Ἀγγελοπούλου,
" Ἡ χριστιανικὴ πίστις ὡς ἀντίδοτο στὴν πανδημία"
περιοδικὸ Ἀκτῖνες (2020), σσ. 78-80 

Ἡ ἐνσκήψασα πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ ἔγινε ἀφορμὴ γιὰ πολλὲς καὶ ποικίλες προσεγγίσεις της. Πῶς πρέπει νὰ τὴν βλέπει – προσεγγίζει, ὅμως, ἕνας πιστὸς χριστιανός;
Κατὰ πρῶτον οἱ πιστοὶ ἀναγνωρίζομε, ὅπως εὔστοχα ἐσημείωσε ὁ π. Ζαχαρίας τοῦ Ἔσσεξ, τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ σὲ αὐτὴν τὴν πανδημία. Ὁ Θεὸς μᾶς προσκαλεῖ σὲ μετάνοια καὶ ἐπιστροφή, ἕνεκα τῆς μεγάλης μας ἀποστασίας καὶ τῆς ἐγκολπώσεως τῆς ἁμαρτίας: «ἰδοὺ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ Σοῦ ἀπολοῦνται, ἐξωλόθρευσας πάντα τὸν πορνεύοντα ἀπὸ σοῦ» (Ψαλμ. 72: 27) μᾶς διδάσκει ἡ Π. Διαθήκη. Ὅσοι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεὸ χάνουν τὴν οὐσία τῆς ζωῆς τους, ἔστω καὶ ἐὰν βιολογικῶς ἐξακολουθοῦν νὰ ὑφίστανται καὶ νὰ ἐπιβιώνουν. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας ἑρμηνεύων τὸ περιστατικὸ τῆς πτώσεως ἑνὸς οἰκοδομήματος καὶ τοῦ θανάτου κάποιων ἀνθρώπων ρωτοῦσε τοὺς μαθητές Του: «δοκεῖτε ὅτι οἱ Γαλιλαῖοι οὗτοι ἁμαρτωλοὶ παρὰ πάντας τοὺς Γαλιλαίους ἐγένοντο, ὅτι τοιαῦτα πεπόνθασιν; οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ' ἐὰν μὴ μετανοήσητε, πάντες ὁμοίως ἀπολεῖσθε» (Λουκ. 13: 4-5). Ἡ ἁμαρτία ὁδηγεῖ στὸν θάνατο· ἀρχικῶς τὸν θάνατο τῆς ψυχῆς καὶ κατὰ δεύτερον καὶ στὸν θάνατο τοῦ σώματος.
Ἡ πανδημία ἀποκαλύπτει τὸ πόσο ὑποτονικὴ καὶ ἀσθενικὴ εἶναι ἡ πίστις μας. Ἐνῷ διαβάζομε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι «σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει· ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι· γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς· ὄφεις ἀροῦσι· κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει· ἐπὶ ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν» (Μάρκ. 16: 18), δὲν πιστεύομε ὅτι μποροῦν νὰ συμβοῦν καὶ νὰ ἰσχύουν καὶ σὲ ἐμᾶς. Οὔτε ἀποδεχόμαστε τὸ ἄλλο λόγιο τοῦ Κυρίου μας ὅτι «ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ» (Λουκ. 10: 19). Αἰσθανόμαστε σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει ὁ Θεὸς καὶ ἡ πρόνοιά Του.
Ἡ ἀτροφική μας πίστις μᾶς ὁδηγεῖ σὲ μία ὑπερβολικὴ φοβία γιὰ τὴν διατήρησι τῆς βιολογικῆς μας ζωῆς. Καὶ πάλι ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν ἀλήθεια τῆς θείας προνοίας: «μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ. οὐχὶ δύο στρουθία ἀσσαρίου πωλεῖται; καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ πεσεῖται ἐπὶ τὴν γῆν ἄνευ τοῦ πατρὸς ὑμῶν. ὑμῶν δὲ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί. μὴ οὖν φοβηθῆτε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε ὑμεῖς» (Ματθ. 10: 28-30). Γι’ αὐτὸ ἡ πεποίθησις ὅτι τίποτε δὲν γίνεται χωρὶς τὴν θέλησι καὶ τὴν ἔγκρισι τοῦ Θεοῦ ἐξορίζει τὸν φόβο καὶ τὴν ὀλιγοπιστία ἀπὸ τὶς καρδιές μας.
Ἡ ζωή, κατὰ τὴν διδασκαλία καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι ὁ καρπὸς τῆς συσχετίσεώς μας μὲ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, δηλαδὴ μὲ τὸν Θεό, ἄλλως δὲν θεωρεῖται ζωή. «Ὃς ἐὰν ζητήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολέσῃ αὐτήν, ζωογονήσει αὐτήν» (Λουκ. 17: 33). Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναλύει μὲ βαθύνοια τὴν διδασκαλία αὐτή. «Ὁ Κύριος νεκροὺς εἶπε τοὺς ἐν τῷ ματαίῳ τούτῳ κόσμῳ ζῶντας ... ὡς κατὰ ψυχὴν νενεκρωμένους. Καθάπερ γὰρ ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοῦ σώματος θάνατός ἐστι τοῦ σώματος, οὕτως ὁ χωρισμὸς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τῆς ψυχῆς θάνατός ἐστι τῆς ψυχῆς· καὶ οὗτός ἐστι κυρίως θάνατος, ὁ τῆς ψυχῆς. Τοῦτον γὰρ ἐδήλου καὶ διὰ τῆς ἐν τῷ παραδείσῳ ἐντολῆς, ὅτε ἔλεγεν ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Ἀδάμ· ᾗ δ' ἂν ἡμέρᾳ φάγῃς ἀπὸ τοῦ ἀπηγορευμένου ξύλου, θανάτῳ ἀποθανῇ. Τότε γὰρ ἐθανατώθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, διὰ τῆς παραβάσεως χωρισθεῖσα τοῦ Θεοῦ. Κατὰ σῶμα γὰρ ζῶν διετέλεσεν ἀπὸ τότε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς μέχρι τριάκοντα καὶ ἐνακοσίων ἐνιαυτῶν»[1].
Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πειραζόμενος στὴν ἔρημο ὑπὸ τοῦ διαβόλου εἶπε τὴν φρᾶσι ὅτι «οὐκ ἐπ' ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος ...» (Ματθ. 4: 4). Ἐννοοῦσε ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἡ διατήρησις τῆς βιολογικῆς ζωῆς διὰ τῆς σωματικῆς τροφῆς. Χρειάζεται καὶ τροφὴ ἡ ψυχή, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὸ σῶμα του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ εἶναι λυπηρὰ ἡ ἀπαγόρευσις τῶν λατρευτικῶν πράξεων τῆς Ἐκκλησίας διὰ νόμου τῆς Πολιτείας καὶ ἀποδεικνύει τὴν ἄγνοια τῶν κυβερνώντων γιὰ τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν σημασία τῆς συμμετοχῆς τῶν πιστῶν χριστιανῶν στὴν θεία Εὐχαριστία, τὴν ζῶσα καὶ ζωτικὴ τροφὴ τῆς ψυχῆς. «Ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς» (Ἰω. 6: 53). Καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπισημαίνει τὴν τουλάχιστον ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος συμμετοχή μας στὴν θεραπεία, τὴν ὁποία προσφέρει ἡ κοινὴ λατρεία καὶ πολλῷ μᾶλλον τὸ Ποτήριο τῆς Ζωῆς: «Καὶ γὰρ ἄτοπον καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τραυματιζομένους ἐν ἀγοραῖς, ἐν οἰκίαις, ὑπό φίλων, ὑπό συγγενῶν, ὑπό ἐχθρῶν, ὑπὸ γειτόνων, ὑπὸ οἰκετῶν, ὑπὸ γυναικός, ὑπὸ παιδίου, ὑπὸ οἰκείων λογισμῶν, μηδὲ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος ἁπάσης ὑπὲρ τῆς θεραπείας τῶν τραυμάτων ἐκείνων φροντίζειν, καὶ ταῦτα εἰδότας ὡς ἀδάπανός τε καὶ ἀνώδυνος οὗτος τῆς θεραπείας ὁ τρόπος»[2].
Κατακλείουμε μὲ ἕνα πολὺ ἐνδιαφέρον κείμενο τοῦ 3ου αἰῶνος, στὸ ὁποῖο φαίνεται τὸ πῶς ἀντιμετώπιζαν οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ τὴν ἐπιδημία τῆς ἐποχῆς τους καὶ πῶς οἱ εἰδωλολάτρες. Ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ κάνη τὶς συγκρίσεις καὶ νὰ ἐξάγη τὰ συμπεράσματά του:
«Τώρα πραγματικὰ ὅλα θρηνοῦν καὶ ὅλοι πενθοῦν, καὶ ὁλόγυρα στὴν πόλη ἀκούγονται γοερὰ κλάματα ἐξαιτίας τοῦ πλήθους ἐκείνων ποὺ ἔχουν πεθάνει καὶ πεθαίνουν κάθε μέρα … Οἱ περισσότεροι λοιπὸν ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας ἀπὸ πολλὴ μεγάλη καὶ ἀδερφικὴ ἀγάπη, ἀφοσιωμένοι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο καὶ χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν τὶς συνέπειες γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἔκαναν ἐπισκέψεις στοὺς ἄρρωστους, τοὺς προσέφεραν τὶς ὑπηρεσίες τους, τοὺς περιποιοῦνταν ἐν Χριστῷ καὶ πέθαιναν πολὺ εὐχαρίστως μαζί τους, ἀφοῦ προηγουμένως πάθαιναν μόλυνση ἀπὸ τὴν ἐπαφή τους μὲ τοὺς ἄλλους, κολλοῦσαν τὴν ἀρρώστια ἀπὸ τοὺς πλησίον καί, μὲ τὴ θέλησή τους, δοκίμαζαν τοὺς πόνους. Καὶ πολλοί, ἀφοῦ περιποιήθηκαν τοὺς ἄλλους στὴν ἀρρώστια τους καὶ τοὺς ἔδωσαν δύναμη, οἱ ἴδιοι πέθαιναν, μεταφέροντας κατὰ κάποιο τρόπο τὸ θάνατο ἐκείνων στοὺς ἑαυτούς τους. Οἱ ἄριστοι λοιπὸν ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας καὶ μερικοὶ πρεσβύτεροι καὶ διάκονοι καὶ λαϊκοὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἔφυγαν ἀπὸ τὴ ζωή, ἐπαινούμενοι πολύ, ἔτσι ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ θανάτου, ποὺ ἦταν ἀποτέλεσμα μεγάλης εὐσέβειας καὶ δυνατῆς πίστεως, νὰ μὴ φαίνεται καθόλου ὅτι εἶναι κατώτερο ἀπὸ τὸ μαρτύριο. Καὶ ἀφοῦ μὲ ἁπλωμένα χέρια σήκωναν τὰ σώματα τῶν ἅγιων στὴν ἀγκαλιά τους, καὶ τοὺς ἔκλειναν τὰ μάτια καὶ τὰ στόματα καὶ τοὺς μετέφεραν πάνω στοὺς ὤμους, καὶ τοὺς σαβάνωναν καὶ τοὺς ἔλουζαν καὶ τοὺς στόλιζαν μὲ τὴ νεκρικὴ στολή, μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο, τὸ ἴδιο γινόταν καὶ σ’ αὐτούς, γιατί, πάντοτε ἐκεῖνοι ποὺ ἀπέμεναν στὴ ζωή, ἀκολουθοῦσαν στὸ θάνατο αὐτοὺς ποὺ πέθαναν προηγουμένως. Οἱ εἰδωλολάτρες ὅμως ἔκαναν τελείως τὰ ἀντίθετα· ἔδιωχναν ἀκόμη καὶ ἐκείνους ποὺ μόλις ἄρχιζαν νὰ ἀρρωσταίνουν, καὶ ἀπέφευγαν τοὺς ἀγαπημένους τους καὶ τοὺς πετοῦσαν στοὺς δρόμους μισοπεθαμένους, καὶ τοὺς νεκρούς τους ἔριχναν ἄταφους στὰ σκουπίδια, στὴν προσπάθειά τους νὰ μὴν τοὺς πλησιάσει ὁ θάνατος, πράγμα ποὺ δὲν ἦταν εὔκολο νὰ ἀποφύγουν, παρ’ ὅλο ὅτι μηχανεύονταν πολλά (τὰ δὲ γὲ ἔθνη πᾶν τουναντίον. καὶ νοσεῖν τε ἀρχομένους ἀπωθοῦντο, καὶ ἀπέφευγον τοὺς φιλτάτους, κἂν ταῖς ὁδοῖς ἐρρίπτουν ἡμιθνῆτας, καὶ νεκροὺς  ἀτάφους ἀπεσκυβαλίζοντο, τὴν τοῦ θανάτου διάδοσιν καὶ κοινωνίαν ἐκτρεπόμενοι, ἣν οὐκ ἦν καὶ πολλὰ μηχανωμένοις ἐκκλῖναι ῥάδιον[3].



[1] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Πρὸς Ξένην μοναχήν, 8-9, (Συγγράμματα, τόμ. Ε', σ. 196-197).
[2] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν παραβολὴν τῶν μυρίων ταλάντων, β’ (PG 51, 19).
[3] Διονυσίου Ἀλεξανδρείας, Ἑορταστικὴ ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἀδελφούς της Ἀλεξανδρείας, ἐν: Φάκελος Μαθήματος Θρησκευτικὰ Α΄ Λυκείου, σ. 117 καὶ ΒΕΠ 17, 217-218.