Παρασκευή, 8 Μαΐου 2020


Σταύρου Ζουμπουλάκη,
«Ἡ κρυμμένη δύναμη τῆς ἁγιότητας»
Καθημερινὴ 29.2.2020


Πρὶν ἀπὸ κάμποσους μῆνες, τὸν Σεπτέμβριο 2018, ἔγραφα σὲ αὐτὴν ἐδῶ τὴ στήλη γιὰ τὸν ἅγιο (beatus, γιὰ τὴν ἀκρίβεια, ἀπὸ τὸ 2007) τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας Φραντς Γαιγκερσταῖτερ. Ἡ μνήμη τοῦ τιμᾶται στὶς 9 Αὐγούστου, ἡμέρα τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ του στὴν γκιλοτίνα ἀπὸ τοὺς ναζί, τὸ 1943, στὴ φυλακὴ τοῦ Μπράντενμπουργκ, στὸ Βερολίνο. Εὐχόμουν ἐν κατακλείδι ἡ ταινία τοῦ Τέρενς Μάλικ νὰ κάνει γνωστότερη τὴ μνήμη τοῦ νεοφανοὺς ἁγίου καὶ νὰ προβληθεῖ καὶ στὴν Ἑλλάδα, γιατί εἶχα διαπιστώσει μὲ ἔκπληξη ὅτι ἀκόμη καὶ φίλοι μου καθολικοὶ κληρικοὶ ἀγνοοῦσαν τὴν ὕπαρξή του. Ἡ ταινία ἦρθε πράγματι καὶ προβάλλεται αὐτὲς τὶς μέρες στὶς αἴθουσες μὲ ἀβέβαιη ἐπιτυχία.
Ὁ Αὐστριακὸς ἀγρότης Φρὰντς Γαιγκερσταῖτερ, στὸ ὀρεινὸ χωριὸ Σὰνκτ Ράντεγκουντ τῶν Ἀλπεων, δὲν εἶναι ἀντιρρησίας συνείδησης, ὅπως γράφουν πολλοὶ σὲ ἑλληνικὲς καὶ ξένες ἐφημερίδες, ἀλλὰ πιστὸς καθολικός, ἐνεργὸ μέλος τῆς μικρῆς ἐνορίας τοῦ χωριοῦ του, ποὺ παίρνει τοῖς μετρητοῖς τὴν ἐντολὴ «οὐ φονεύσεις» καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ βάζει τὴν κρίση καὶ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπὸ τὴν κρίση καὶ τὴ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων. Ζεῖ μιὰ εἰρηνικὴ ἀγροτικὴ καὶ οἰκογενειακὴ ζωή, μέσα στὸ κάλλος τῆς φύσης καὶ στὴν αἰώνια ἐναλλαγὴ τῶν ἐποχῶν. Ἡ βία ὅμως θὰ φτάσει καὶ ἐκεῖ· ὅταν ὁ πόλεμος σαρώνει ὅλη τὴν Εὐρώπη, κανεὶς δὲν εἶναι προφυλαγμένος ἀπὸ τὴ βία του. Ὁ Φραντς δὲν μπορεῖ νὰ συνταχθεῖ μὲ τὸν ναζισμὸ καὶ τὴ φονικὴ ἰδεολογία του, γι’ αὐτὸ καὶ ρίχνει ἀρνητικὴ ψῆφο στὸ δημοψήφισμα (10 Ἀπριλίου 1938) γιὰ τὴν προσάρτηση τῆς Αὐστρίας, ὅταν τὸ ὑπὲρ ἐπικράτησε μὲ ποσοστὸ 97,75% (τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἱστορεῖται στὴν ταινία), δὲν παίρνει τὰ ἐπιδόματα ποὺ δίνει τὸ κράτος, δὲν χειροκροτεῖ στὶς ναζιστικὲς ὁμιλίες, δὲν δίνει τὸν ὀβολό του στὸν ἔρανο γιὰ τὸν ναζιστικὸ στρατό. Ἡ κρίσιμη ὥρα, ὡστόσο, εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἐπιστράτευσης. Ὁ Φραντς ἀρνεῖται νὰ συμπολεμήσει μὲ τοὺς ναζί, γιατί ἁπλούστατα ὡς χριστιανὸς ἀρνεῖται νὰ σκοτώνει. Ὁ ἐπίσκοπος προσπαθεῖ νὰ τὸν μεταπείσει λέγοντάς του ὅτι ἔχει ὑποχρέωση νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν πατρίδα, ὁ ἀγρότης ὅμως ξέρει ὅτι κανένας πόλεμος δὲν εἶναι εὐλογημένος, ἀπολύτως κανένας καὶ γιὰ κανέναν λόγο. Ἡ Ἐκκλησία, ποὺ σήμερα τὸν τιμᾶ ὡς ἅγιο καὶ μάρτυρα, τὴν ἐποχὴ τοῦ μαρτυρίου του δὲν ἦταν μαζί του, πολλοὶ κληρικοὶ καὶ λαϊκοί της μάλιστα ὑπῆρξαν δραστήριοι ναζιστές. Οἱ συγχωριανοὶ τοῦ στρέφονται ἐναντίον του, ἐναντίον τῆς γυναίκας του, ἀκόμη καὶ ἐναντίον τῶν τριῶν μικρῶν παιδιῶν του. Δὲν λείπουν, ὡστόσο, καὶ οἱ μικρὲς πράξεις καλοσύνης.
Ἕνα ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα μὲ τὰ ὁποῖα προσπαθοῦν νὰ τὸν μεταπείσουν ἀπὸ τὴν ἀπόφασή του εἶναι ὅτι ἡ πράξη του δὲν θὰ ἔχει κανένα ἀποτέλεσμα, δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξει τὸν κόσμο καί, ἐπιπλέον, δὲν πρόκειται νὰ τὴ μάθει κανείς. Τὸ ἐπιχείρημα δὲν τὸν ἀγγίζει, γιατί δὲν ἔχει κανένα σκοπὸ νὰ ἀλλάξει τὸν κόσμο, θέλει μόνο νὰ μείνει πιστὸς στὸ Εὐαγγέλιο.
Εἶναι ἄλλωστε κάποιες στιγμὲς στὴ ζωὴ –καὶ αὐτὴ εἶναι μιὰ τέτοια στιγμὴ– ποὺ τὸ μόνο ἐρώτημα δὲν εἶναι νὰ ἀλλάξεις τὸν κόσμο, ἀλλὰ πῶς ὁ κόσμος νὰ μὴν ἀλλάξει ἐσένα. Τοῦ προσάπτουν ἀκόμη ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι μιὰ πεισματικὴ πράξη ἐγωισμοῦ. Τὸ μαρτύριο δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ ἀποτελεῖ ἐπιδίωξη τῶν χριστιανῶν. Ἐὰν ὁ Φρὰντς δεχόταν νὰ ὑπηρετήσει ὡς νοσοκόμος στὸν στρατό, ὅπως τοῦ προτείνουν, αὐτὸ θὰ ἦταν πράγματι ἕνας συμβιβασμὸς ἀλλὰ ὄχι προδοσία τῆς πίστης του. Ἐκεῖνος ὅμως τὸ ἀρνεῖται καὶ αὐτό, γιατί δὲν θέλει νὰ ὁρκιστεῖ στὸν Χίτλερ καὶ στὸ καθεστώς του.
Ὁ Φρὰντς Γαιγκερσταῖτερ εἶναι μιὰ Χριστικὴ μορφή, πορεύεται στὸ μαρτύριο ὡς μιμητὴς Χριστοῦ, ὅπως φαίνεται τὴ στιγμὴ τῆς δίκης καὶ κυρίως τῆς συνομιλίας του μὲ τὸν πρόεδρο τοῦ στρατοδικείου. Πορεύεται πρὸς τὴ θυσία μὲ μιὰ προσευχὴ στὸ στόμα (ὄχι μὲ τὴ Διεθνῆ ἢ μὲ τὸν ἐθνικὸ ὕμνο). Ὑποψιθυρίζει τὸ Πάτερ ἡμῶν στὴ γλώσσα του – δὲν ἦταν καλὴ ἡ ἰδέα τοῦ Μάλικ νὰ μὴν ὑποτιτλίζονται ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ γερμανικά, θὰ μποροῦσε νὰ περιοριστεῖ στὰ ναζιστικὰ οὐρλιαχτά. Ὁ ἅγιος Φρὰντς Γαιγκερσταῖτερ πεθαίνει ἄφοβα, γιατί πιστεύει ἀκλόνητα στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου θὰ ἀνταμώσει ξανὰ τὴ γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του.
Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ κάνεις σήμερα ταινία τὸν βίο ἑνὸς ἁγίου, καὶ μόνο ἕνας σκηνοθέτης μὲ τὴν τόλμη τοῦ Μάλικ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει. Μιὰ ταινία τοῦ Μάλικ εἶναι, βέβαια, μιὰ ταινία τοῦ Μάλικ, ἐξ οὗ καὶ ὅλες αὐτὲς οἱ πανέμορφες καὶ μεγαλειώδεις εἰκόνες τῆς φύσης. Ἴσως ἡ ἀφήγηση τοῦ βίου ἑνὸς ἁγίου νὰ μὴ χρειαζόταν τόσο ἐπιβλητικὸ φυσικὸ μεγαλεῖο, ἀλλὰ περισσότερη ἁπλότητα. Ἃς μὴ μείνουμε ὡστόσο σὲ αὐτὴν τὴν ἐπιφύλαξη –θὰ ἦταν μικρόψυχο– καὶ ἂς προσχωρήσουμε στὸν τρόπο τοῦ σκηνοθέτη. Ὁ κόσμος καὶ τὸ κάλλος τοῦ ἀποτελεῖ τὸ πεδίο ὅπου διεξάγεται ὁ πόλεμος καὶ λαβαίνουν χώρα οἱ ἀνήκουστες φρικαλεότητές του, τὸ πεδίο ὅπου ἐκδηλώνεται ἡ κακότητα τῶν ἀνθρώπων. Ταυτόχρονα ὅμως καὶ ἀξεχώριστα ἀποτελεῖ καὶ τὸ πεδίο ὅπου ζεῖ καὶ μαρτυρεῖ ἕνας ἅγιος, ὅπου ζοῦν ἡ ἀγάπη καὶ ἡ καλοσύνη. Ἡ ἀφανὴς θυσία τοῦ Φρὰντς Γαιγκερσταῖτερ –οἱ ναζὶ τὸν σκότωσαν, ἀλλὰ δὲν τὸν ὑπέταξαν– καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ δική του καὶ τῆς γυναίκας του, ἐξημερώνουν καὶ ἐξανθρωπίζουν αὐτὸ τὸ μεγαλειῶδες κάλλος, ποὺ διαφορετικὰ θὰ ἔμενε ἀπόκοσμο καὶ παγερό, καὶ κάνουν τὴ ζωὴ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο ἄξια νὰ τὴ ζεῖ κανείς.