Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

 

ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

Τώρα θά σᾶς πῶ γιά τήν μετάνοια, πῶς τήν ἔκανε ἕνας ἥρωας τῆς Ἐπαναστάσεως, πῶς μάθαινε στούς ἀνθρώπους τήν μετάνοια. Τόν λένε Μακρυγιάννη. 

Γιά νά δεῖτε πώς αὐτοί οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι ξέρανε. Γιατί διδάσκονταν ἀπό τούς Πατέρες καί ἀπό τήν Ἁγία Ἐκκλησία μέ τούς Κανόνες πού τούς ἔβαζε – γιατί αὐτοί ἐξομολογοῦντο. Καί πῶς δίδασκαν καί τούς ἄλλους, τούς νέους ἀνθρώπους. Τόν Μακρυγιάννη... τί να τόν κάνουμε; σοῦ λέει: «Πρέπει να τοῦ δώσουμε μιά σύνταξη». Λέει αὐτός, «Δῶστε τή σύνταξή μου στίς χῆρες τῶν ἀγωνιστῶν, γιατί οἱ χῆρες δέν ἔχουν ἄντρες νά τίς περιποιηθοῦν. Ἐνῶ, ἐγώ μπορῶ νά δουλέψω, νά φυτέψω κάτι καί να ζήσω τήν οἰκογένειά μου». Γιά νά τόν τιμήσουνε τόν ἔκαναν ἀρχηγό τῆς Ἀστυνομίας τῆς Ἀθήνας. Αὐτός ἦταν ὑπεύθυνος γιά τίς κλοπές. Μίαν ἡμέρα, σ’ ἕνα παζάρι ἕνα Σάββατο τόν καλοῦνε, καί τοῦ λένε, ἔλα, πιάσαμε ἕναν κλέφτη. Πάει λοιπόν... Προσέξτε τώρα, αὐτά εἶναι φοβερά, ποιός τούς τά ’μαθε; Ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού τήν εἶχαν ἀπό τούς γονεῖς τους και ἀπό τό Βάπτισμά τους καί ἀπό την Ἁγία Ἐκκλησία. Τοῦ λέει τοῦ κλέφτη:
– Ἔκλεψες;
– Ὄχι, λέει αὐτός.
– Βρέ, πές το μέ τό καλό γιά νά μή σέ δείρω καί τό πεῖς μέ τό ζόρι.
– Ὄχι, λέει, δέν ἔκλεψα.
– Πές το μέ τό καλό, θά σέ δείρω καί θά σέ γυρίσω ἀνάποδα καί θά φανεῖ ἡ φουστανέλα. Πές ποῦ τά ’χεις τά λεφτά.
– Ἄκουσε, λέει, θά στό πῶ. Ναί. Ἔκλεψα.
– Ποῦ τά ’χεις τά λεφτά;
– Νά, λέει. Τά ἔβγαλε καί τοῦ τ’ ἄφησε.
– Ἐντάξει, τοῦ λέει. Θέλεις ὠρέ νά σέ σώσω καί νά μήν ξανακλέψεις ποτέ;
– Θέλω, τοῦ λέει.
– ΕΛΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ.
Δέν τόν πῆγε στή φυλακή, τον πῆρε στό σπίτι του. Πόσα παιδιά εἶχε; Δώδεκα!
– Βάλε γυναίκα νά φᾶμε.
Καί ἦταν ἕνα τραπέζι μεγάλο καί καθόταν αὐτός στήν ἀρχή, ἡ γυναίκα ἀπέναντι, εἶχε 6 παιδιά ἀπό ’δῶ, ἕξι ἀπό ’κεῖ. Τοῦ λέει τοῦ ἑνός:
– Σήκω ἀπό ἐκεῖ.
Τόν βάζει αὐτόν στά δεξιά του. Ὅ,τι εἴχανε ἔφαγε. Βάζει ἕνα παιδί ὁ Μακρυγιάννης ὄρθιο καί τοῦ λέει:
– Ὅση ὥρα τρῶμε θά λές, ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.
Δέν μιλοῦσαν.
Ἔλεγαν τήν εὐχή τοῦ Δαυίδ τοῦ βασιλέως, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με.
– Τή συγχώρεση τήν πῆρες, ἀλλά τον Κανόνα θά τόν κάνεις. Κάθε Σάββατο θά σέ πηγαίνω στό παζάρι, γιά τρία Σάββατα. Θά σοῦ κρεμάσω μιά ταμπέλα ἐδῶ πού θά λέει εἶμαι κλέφτης, συγχωρέστε με ἀδερφοί καί θά σέ περνάω ἀπό τό παζάρι νά σέ βλέπει ὁ κόσμος νά σέ δείρει καί νά σέ φτύνει. Τό Σάββατο τό βράδυ σπίτι μου θά πλένεσαι, μιά βδομάδα θά τρῶς καί θά πίνεις μαζί μου καί τό ἄλλο Σάββατο ξανά καί τό ἄλλο Σάββατο ξανά.
Δηλαδή προσέξτε. Βρῆκε και τόν φιλανθρωπικό τόν τρόπο, καΊ νά ἀποκαταστήσει τό δίκιο –ἔδωσε τά λεφτά τό ἄλλο Σάββατο σέ αὐτόν πού τοῦ τά εἶχε κλέψει–ἀλλά τόν πῆρε στό σπίτι του. Δέ φοβήθηκε. Τόν πῆρε στό σπίτι του τόν κλέφτη γιά νά τοῦ πεῖ, κοίταξε ἀδελφέ μου, εἶσαι σάν κι ἐμένα. Εἶσαι σάν κι ἐμένα, σ’ ἀγαπάω, σέ ἔχω σάν τά μάτια μου, ἀλλά τόν Κανόνα τῆς κλεψιᾶς πρέπει νά τόν κάνεις.
Περάσαν 20 χρόνια. Γέρος ὁ Μακρυγιάννης, τόν στείλανε νά κάνει μιά ἐπίσκεψη στό Ναύπλιο. Καί πάει ἕνας κύριος πενηντάρης καί τοῦ λέει:
– Θέλετε νά ἔλθετε σπίτι μου να σᾶς περιποιηθῶ;
– Θά ’ρθῶ τοῦ λέει.
Πάει στό σπίτι τοῦ ἀνθρώπου καί βλέπει ἕνα τραπέζι μέ ἑπτά παιδιά. Καί εἶχε στή γωνία ἕνα κι ἔλεγε ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.
– Ποιός εἶσαι ἐσύ; τόν ρωτᾶ.
– ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΠΟΥ ΜΕ ΕΣΩΣΕΣ. Ἐγώ εἶμαι ὁ κλέφτης πού μέ πῆρες καί δίδαξες. Μέ πῆρες στό σπίτι σου καί ἔμαθα πῶς τρῶνε καί προσεύχονται. Καί μέ ἔκανες νά μάθω ὅτι πρέπει νά ἔχω τήν τίμια δουλειά μέ τά χεράκια μου. Καί ἦλθα ἐδῶ σέ αὐτήν τήν πόλη καί πῆρα ἀπό ἐσένα αὐτήν τήν ὁδηγία καί πῆρα κι ἐγώ ἕνα μικρό περιβολάκι καί ζῶ τήν οἰκογένειά μου. Καί ’χω ἑπτά παιδάκια καί ἐπειδή εἶδα πώς
ἔβαζες ἕνα παιδί σου νά προσεύχεται, βάζω κι ἐγώ τό παιδί μου καί προσεύχεται καί λέει, ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟ...

Ἀπό ὁμιλία τοῦ
π. Εὐαγγέλου Παπανικολάου
Ἰατροῦ, Θεολόγου

 

Φίλοι τῶν Φυλακισμένων τεῦχος 22 (Χειμώνας 2021-2022) σ. 18-19.