Τρίτη 4 Μαρτίου 2025

Ἰωάννου Κ. Ἀγγελοπούλου, Ἐθισμοὶ καὶ πάθη

Ἰωάννου Κ. Ἀγγελοπούλου

Ἐθισμοὶ καὶ πάθη

Ἀκτῖνες (2025) σσ. 35-40 

 

Ἕνα πολὺ ἐνδιαφέρον βιβλίο ἐκυκλοφορήθη προσφάτως. Ἔχει τὸν τίτλο Ἡ γενιὰ τῆς ντοπαμίνης, μὲ συγγραφέα τὴν Anna Lembke καὶ ἀναφέρεται στοὺς ἐθισμοὺς τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἀντιμετώπισί τους. Τὸ βιβλίο περιέχει περιστατικὰ ἀπὸ τὴν ψυχιατρικὴ καὶ ψυχοθεραπευτικὴ ἐμπειρία τῆς συγγραφέως καθὼς καὶ ἐκλαϊκευμένη ἀναφορὰ στὴν νευροβιολογία τοῦ ἐγκεφάλου καὶ στὶς οὐσίες τὶς ὁποῖες παράγει (ντοπαμίνη, σεροτονίνη, ἀδρεναλίνη κ.ἄ.) καὶ πῶς συνδέονται οἱ διάφοροι ἐθισμοὶ μὲ τὴν ντοπαμίνη (ἐξ οὗ καὶ ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου). Οἱ περισσότεροι ἐθισμοὶ προκαλοῦν ἀρχικῶς εὐχαρίστησι στὸν ἄνθρωπο, τὴν ὁποία διαδέχεται ὁ πόνος. Γιὰ τὴν ὑπέρβασι τοῦ πόνου ἢ τὴν πρόσκαιρο ἀνακούφισι ἀπὸ αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος ἐπαναλαμβάνει καὶ αὐξάνει τὴν ἐθιστική του συμπεριφορὰ καὶ ἐμπλέκεται ἔτσι σὲ ἕναν φαῦλο κύκλο.

Εἶναι ἐκπληκτικὸ πόσο ὁμοιάζει ἡ περιγραφὴ καὶ ἡ ἀνάλυσις τῶν ἐθισμῶν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς ψυχοθεραπείας καὶ νευροβιολογίας μὲ ὅσα μᾶς ἔχει κληρονομήση ἡ Ὀρθόδοξος ἀσκητικὴ καὶ νηπτικὴ γραμματεία. Ἐπὶ παραδείγματι ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς συνδέει τὸ δίπολο ἡδονὴ καὶ ὀδύνη καὶ ἀναλύει τὴν γένεσί του στὶς ψυχὲς τῶν ἐμπαθῶν ἀνθρώπων[1].

Καταχωροῦμε ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ βιβλίο κάποια χαρακτηριστικὰ ἀποσπάσματα καὶ στὴν συνέχεια τὰ σχολιάζομε μὲ βάσι τὴν ὀρθόδοξο ἀσκητικὴ καὶ νηπτικὴ γραμματεία, γιὰ νὰ διαπιστώση ὁ ἀναγνώστης τὶς ἐκπληκτικὲς ὁμοιότητες:

«Ἐθισμὸς σημαίνει γενικὰ συνεχὴς καὶ καταναγκαστικὴ κατανάλωση μιᾶς οὐσίας ἢ συμπεριφορᾶς (τζόγος, βιντεοπαιχνίδια, σέξ) παρότι αὐτὴ ἀποβαίνει εἰς βάρος τοῦ ἐθισμένου ἢ ἄλλων προσώπων»[2]. «Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἰσχυροὺς παράγοντες ἐθισμοῦ σὲ ὁποιοδήποτε ναρκωτικὸ εἶναι ἡ εὔκολη πρόσβαση σὲ αὐτό. Ὅσο πιὸ εὔκολη εἶναι ἡ πρόσβαση, τόσο πιὸ πιθανὸ εἶναι νὰ τὸ δοκιμάσουμε. Ἅπαξ καὶ τὸ δοκιμάσουμε, εἶναι πιὸ πιθανὸ νὰ ἐθιστοῦμε». «Τὸ διαδίκτυο προωθεῖ τὴν καταναγκαστικὴ ὑπερκατανάλωση ὄχι παρέχοντας ἁπλῶς αὐξημένη πρόσβαση σὲ ναρκωτικά – παλιὰ καὶ νέα -, ἀλλὰ καὶ προτείνοντας συμπεριφορὲς ποὺ ἀλλιῶς μπορεῖ καὶ νὰ μὴν τὶς σκεφτόμασταν ποτέ. Τὰ βίντεο δὲν κάνουν ἁπλῶς ‘τὸν γῦρο τοῦ κόσμου’. Γίνονται πραγματικὲς ἐπιδημίες, ἐξοῦ καὶ ὁ ὅρος viral». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος παρομοιάζει τὸν ἐθισμὸ μὲ τὸν λύκο ποὺ ἁρπάζει τὰ πρόβατα: «Ὑπὸ γὰρ τῆς ἡδονῆς αἰχμάλωτοι γινόμενοι, καθάπερ βοσκήματα ἄγονται, ᾗπερ ἂν ὁ λύκος σύρῃ»[3].

«Ὅλοι μας ἔχουμε μιὰ φοβία μὲ τὸν πόνο. Κάποιοι παίρνουμε χάπια. Κάποιοι ἀράζουμε στὸν καναπὲ καὶ παρακολουθοῦμε ἀσταμάτητα Netflix. Κάποιοι διαβάζουμε ρομαντικὰ μυθιστορήματα. Εἴμαστε διατεθειμένοι νὰ κάνουμε σχεδὸν ὁτιδήποτε γιὰ νὰ ἀποσπάσουμε τὴν προσοχή μας ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας». Μᾶς θυμίζουν τὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ τὸ ρητὸ ἀπὸ τὸ Γεροντικό: «πάω στὴν ἔρημο· πάω νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν ἑαυτό μου».

«Ἡ πρόοδος στὴ νευροεπιστήμη τὰ τελευταῖα πενήντα μὲ ἑκατὸ χρόνια, συμπεριλαμβανομένης τῆς προόδου στὴ βιοχημεία, στὶς ἀπεικονιστικὲς τεχνικὲς καὶ στὴν ἀνάπτυξη τῆς ὑπολογιστικῆς βιολογίας, ἔριξε φῶς στὶς θεμελιώδεις ἐγκεφαλικὲς διεργασίες ἀνταμοιβῆς. Ἡ καλύτερη κατανόηση τῶν μηχανισμῶν τοῦ πόνου καὶ τῆς εὐχαρίστησης μᾶς βοηθάει νὰ κατανοήσουμε καλύτερα γιατὶ ἡ ὑπερβολικὴ εὐχαρίστηση ὁδηγεῖ στὸν πόνο». «Ἡ ντοπαμίνη δὲν εἶναι ὁ μοναδικὸς νευροδιαβιβαστὴς ποὺ ἐμπλέκεται στὴ διεργασία ἀνταμοιβῆς τοῦ ἐγκεφάλου, ἀλλὰ οἱ νευροεπιστήμονες στὴν πλειονότητά τους συμφωνοῦν ὅτι ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ σημαντικούς. Ἐνδέχεται νὰ παίζει μεγαλύτερο ρόλο στὴν κινητροδότηση γιὰ τὴν ἐπίτευξη μιᾶς ἀνταμοιβῆς παρὰ στὴν εὐχαρίστηση ἀπὸ τὴν ἀνταμοιβὴ καθαυτή, στὸ θέλω παρὰ στὸ μοῦ ἀρέσει». «Παρ’ ὅλες τὶς ἀντιπαραθέσεις σχετικὰ μὲ τὶς διαφορὲς ἀνάμεσα στὴν κινητροδότητση καὶ στὴν εὐχαρίστηση, ἡ ντοπαμίνη χρησιμοποιεῖται ὡς μέτρο ἐθιστικότητας ὁποιασδήποτε συμπεριφορᾶς ἢ οὐσίας. Ἡ ἐθιστικότητα μιᾶς οὐσίας εἶναι ἀνάλογη μὲ τὴν ποσότητα ντοπαμίνης ποὺ ἀπελευθερώνει στὴν ὁδὸ ἀνταμοιβῆς τοῦ ἐγκεφάλου (ἕνα ἐγκεφαλικὸ κύκλωμα ποὺ συνδέει τὴν κοιλιακὴ καλυπτήρια περιοχή, τὸν ἐπικλινῆ πυρῆνα καὶ τὸν προμετωπιαῖο φλοιό) καθὼς καὶ μὲ τὴν ταχύτητα ποὺ τὸ κάνει».

«Μὲ τὴν ἐπανειλημμένη ἔκθεση στὸ ἴδιο ἢ σὲ παρόμοιο εὐχάριστο ἐρέθισμα, ἡ ἀρχικὴ κλίση πρὸς τὴν πλευρὰ τῆς εὐχαρίστησης γίνεται πιὸ μικρὴ καὶ πιὸ σύντομη, ἐνῶ ἡ ἀντιθετικὴ ἀντίδραση ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πόνου αὐξάνει σὲ ἔνταση καὶ διάρκεια. Ἡ ἐπιστημονικὴ ὀνομασία αὐτῆς τῆς διεργασίας εἶναι νευροπροσαρμογή. Μὲ τὴν ἐπανάληψη λοιπόν, οἱ καλικάντζαροι γίνονται μεγαλύτεροι, πιὸ γρήγοροι καὶ πιὸ πολλοί, ὁπότε χρειαζόμαστε πλέον ἰσχυρότερο ἐρέθισμα γιὰ νὰ ἀποκομίσουμε τὴν ἴδια εὐχαρίστηση». Τώρα κατανοοῦμε γιατὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐπιμένουν στὴν ἀποφυγὴ τῶν αἰτίων γιὰ πολλὰ εἴδη ἁμαρτιῶν καὶ παθῶν. «Φεῦγε καὶ σώζου» ἦταν ἡ συμβουλή τους.

«Τὸ παράδοξο εἶναι ὅτι ἡ ἡδονοθηρία, ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀπόλαυσης ὡς αὐτοσκοποῦ, ὁδηγεῖ στὴν ἀνηδονία, ποὺ εἶναι ἡ ἀνικανότητα νὰ νιώσουμε ὁποιουδήποτε εἴδους εὐχαρίστηση». «Τὰ καθολικὰ συμπτώματα στέρησης ὁποιασδήποτε ἐθιστικῆς οὐσίας εἶναι τὸ ἄγχος, ἡ ὀξυθυμία, ἡ ἀϋπνία καὶ ἡ δυσφορία». «Ἡ ζυγαριὰ τῆς εὐχαρίστησης καὶ τοῦ πόνου ποὺ ἔχει γείρει πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ πόνου ὠθεῖ σὲ ὑποτροπὴ μετὰ ἀπὸ παρατεταμένη περίοδο ἀποχῆς. Ἂν ἡ ζυγαριὰ ἔχει γείρει πρὸς τὸν πόνο, λαχταροῦμε τὸ ναρκωτικό μας μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ νιώσουμε κανονικά (ὅτι βρισκόμαστε σὲ κατάσταση ἰσορροπίας)». «Ἡ ἐπιστήμη μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ εὐχαρίστηση ἔχει πάντα ἕνα τίμημα καὶ ὅτι ὁ ἐπακόλουθος πόνος ἔχει μεγαλύτερη διάρκεια καὶ ἔνταση ἀπ’ ὅ,τι ἡ εὐχαρίστηση ποὺ τὸν προκάλεσε». «Οἱ ἄνθρωποι καταναλώνουν οὐσίες καὶ υἱοθετοῦν συμπεριφορὲς ὑψηλῆς ντοπαμίνης γιὰ πολλοὺς καὶ διάφορους λόγους: γιὰ νὰ διασκεδάσουν, νὰ κοινωνικοποιηθοῦν, νὰ καταπολεμήσουν τὴν ἀνία, νὰ διαχειριστοῦν τὸν φόβο, τὸν θυμό, τὸ ἄγχος, τὴν ἀϋπνία, τὴν κατάθλιψη, τὴν παραμέληση, τὸν πόνο, τὴν κοινωνικὴ φοβία καὶ ἄλλα πολλά». Σχετικῶς ὁ ἅγιος Μάξιμος διδάσκει: «ἡδονῆς διὰ τὴν φιλαυτίαν περιποιούμενοι καὶ ὀδύνην διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν φεύγειν σπουδάζοντες φθοροποιῶν παθῶν ἐπινοοῦμεν τὰς γενέσεις»[4].

«Ἡ ἀποχὴ ἀποτελεῖ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὁμοιόστασης, καὶ κατ’ ἐπέκταση τῆς ἱκανότητάς μας νὰ ἀποκομίζουμε εὐχαρίστηση ἀπὸ λιγότερο ἰσχυρὲς ἀνταμοιβές, καθὼς καὶ γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τῆς αἰτιατῆς σύνδεσης ἀνάμεσα στὴ χρήση ποὺ κάνουμε καὶ στὴ συναισθηματική μας κατάσταση. Θὰ ἔλεγα πὼς ἡ νηστεία τῆς ντοπαμίνης προσφέρει τὸν ἀπαιτούμενο χρόνο γιὰ νὰ κατέβουν ἀπὸ τὴ ζυγαριὰ οἱ καλικάντζαροι καὶ νὰ ἐπιστρέψει σὲ θέση ἰσορροπίας ἡ ζυγαριά». Ἡ Ἐκκλησία μὲ σοφία θεσπίζει περιόδους νηστείας καὶ γενικῆς ἐγκρατείας γιὰ νὰ μὴν ὑποδουλωνόμαστε στὰ πάθη τῆς σαρκός.

«Συνδύασα τὸ ἐγκόσμιο μὲ τὸ μεταφυσικό. Ἤμουν διατεθειμένη νὰ δοκιμάσω ἀνορθόδοξες μεθόδους. Φυσικά, λέγοντάς του νὰ προσευχηθεῖ, παρέβαινα ἄγραφους κανόνες. Οἱ γιατροὶ δὲ μιλοῦν γιὰ τὸν Θεό. Ὅμως πιστεύω στὴν πίστη, καὶ διαισθανόμουν ὅτι αὐτὸ θὰ βοηθοῦσε τὸν Τζέικομπ, ποὺ εἶχε ρωμαιοκαθολικὴ ἀνατροφή».

«Τὸ κλειδὶ γιὰ τὸν ἀποτελεσματικὸ αὐτοπεριορισμὸ εἶναι νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ βούλησή μας ἀτροφεῖ ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς ἰσχυροῦ καταναγκασμοῦ καὶ νὰ ἀναλάβουμε αὐτοπεριοριστικὴ δράση ἐγκαίρως, προτοῦ συμβεῖ αὐτό». «Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὑπάρχουν τρία εἴδη αὐτοπεριορισμοῦ: ὁ σωματικός (χῶρος), ὁ χρονικός (χρόνος) καὶ ὁ κατηγορικός (νόημα)». «Ὅπως δείχνει αὐτὸς ὁ διάσημος ἑλληνικὸς μῦθος (Ὀδυσσεὺς καὶ Σειρῆνες), μία μορφὴ αὐτοπεριορισμοῦ εἶναι νὰ δημιουργεῖς φυσικὰ ἐμπόδια καὶ / ἢ γεωγραφικὴ ἀπόσταση ἀνάμεσα σ’ ἐσένα καὶ στὸ ναρκωτικό σου. Ἰδοὺ κάποιες ἰδέες ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς μου: ‘Ἔβγαλα ἀπὸ τὴν πρίζα τὴν τηλεόρασή μου καὶ τὴν ἔβαλα στὴν ἀποθήκη’, ‘Ἀποθήκευσα τὴν κονσόλα βιντεοπαιχνιδιῶν μου στὸ γκαράζ’, ‘Δὲ χρησιμοποιῶ πιστωτικὲς κάρτες· μόνο μετρητά’, ‘Τηλεφωνῶ ἐκ τῶν προτέρων στὰ ξενοδοχεῖα καὶ τοὺς ζητάω νὰ ἀφαιρέσουν τὸ μίνι μπάρ’, ‘Τηλεφωνῶ ἐκ τῶν προτέρων στὰ ξενοδοχεῖα καὶ τοὺς ζητάω νὰ ἀφαιρέσουν τὸ μίνι μπὰρ καὶ τὴν τηλεόραση’, ‘Τοποθέτησα τὸ iPad μου σὲ τραπεζικὴ θυρίδα’». Ὅλες αὐτὲς οἱ μέθοδοι ὑπάρχουν στὴν ἀσκητικὴ παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀποφυγὴ τῶν αἰτίων τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν. Καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς συνεβούλευσε νὰ θυσιάζωμε πρόσωπα καὶ πράγματα χρήσιμα, ὅταν μᾶς σκανδαλίζουν καὶ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ εἰσέλθωμε στὴν Βασιλεία Του: «εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν …» (Ματθ. 5: 29).

«Οἱ περισσότεροι παχύσαρκοι πάσχουν ἀπὸ ἐθισμὸ στὸ φαγητό, ὁ ὁποῖος δὲν ἀντιμετωπίζεται ἐπαρκῶς μόνο μὲ χειρουργεῖο. Λίγες ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐγχειρήσεις συνοδεύονται ἀπὸ τὶς συμπεριφορικὲς καὶ ψυχολογικὲς παρεμβάσεις ποὺ ἐπίσης χρειάζονται οἱ ἀσθενεῖς γιὰ νὰ ἀλλάξουν τὶς διατροφικές τους συνήθειες. Πολλοὶ λοιπὸν εἴτε συνεχίζουν νὰ τρῶνε ἀνθυγιεινά, ὁπότε διαστέλλουν τὸ μικρότερο πλέον στομάχι τους καὶ καταλήγουν σὲ ἰατρικὲς ἐπιπλοκὲς καὶ νέα χειρουργεῖα, εἴτε ὑποκαθιστοῦν τὴν ὑπερφαγία μὲ τὴν ὑπερκατανάλωση οἰνοπνευματωδῶν». Ἡ γαστριμαργία ἀντιμετωπίζεται στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν νηστεία καὶ τὴν ἐγκράτεια, μὲ τὴν λιτότητα στὴν διατροφὴ καὶ μὲ τὴν αὔξησι τῆς προσευχῆς καὶ τῶν σωματικῶν πόνων.

«Ἕνα ἄλλο εἶδος αὐτοπεριορισμοῦ συνίσταται στὴ χρήση χρονικῶν ὁρίων. Περιορίζουμε τὴν κατανάλωση σὲ συγκεκριμένες στιγμὲς τῆς μέρας, τῆς ἑβδομάδας, τοῦ μήνα ἢ τοῦ ἔτους καὶ ἔτσι στενεύουμε τὸ παράθυρο κατανάλωσής μας καὶ μειώνουμε τὴ χρήση μας. Καταναλώνουμε, ἂς ποῦμε, μόνο στὶς διακοπές, μόνο τὸ Σαββατοκύριακο, ποτὲ πρὶν ἀπὸ τὴν Πέμπτη, ποτὲ πρὶν ἀπὸ τὶς 5 τὸ ἀπόγευμα, κ.ο.κ. Ἐπίσης, αὐτοπεριοριζόμαστε μὲ βάση ὁρόσημα ἢ ἐπιτεύγματα». «Αὐτὴ ἡ μελέτη δείχνει ὅτι, ἂν περιορίσουμε τὴν κατανάλωση σὲ ἕνα στενὸ χρονικὸ πλαίσιο, μποροῦμε νὰ τὴ μετριάσουμε καὶ νὰ ἀποφύγουμε τὴν καταναγκαστικὴ καὶ κλιμακούμενη κατανάλωση ποὺ ἐπιφέρει ἡ ἀπεριόριστη πρόσβαση». Παρομοίως στὴν ἀσκητικὴ γραμματεία διαβάζομε ὡς μέθοδο ἀντιμετωπίσεως τῶν πονηρῶν λογισμῶν τὴν ἀναβολή: ἀναβάλλομε συνεχῶς τὴν διάπραξι τῆς ἁμαρτίας τὴν ὁποία μᾶς ὑποβάλλει ὁ πονηρὸς λογισμός. «Ἔλεγον περὶ τοῦ Ἀββᾶ Θεοδώρου καὶ τοῦ Ἀββᾶ Λουκίου τῶν τοῦ Ἐννάτου, ὅτι ἐποίησαν πεντήκοντα ἔτη, χλευάζοντες τοὺς λογισμοὺς αὐτῶν, καὶ λέγοντες· μετὰ τὸν χειμῶνα τοῦτον, μεταβαίνομεν ἐντεῦθεν [θὰ φύγωμε ἀπὸ τὸν τόπο ἀσκήσεως]· ὅτε δὲ πάλιν ἤρχετο τὸ θέρος, ἔλεγον ὅτι μετὰ τὸ θέρος τοῦτο ἀπερχόμεθα ἐντεῦθεν· καὶ οὕτως ἐποίησαν πάντα τὸν χρόνον οἱ ἀείμνηστοι πατέρες»[5].

«Σήμερα ζοῦμε σὲ ἕνα περιβάλλον ἀφθονίας παραγόντων ποὺ αὐξάνουν πολὺ τὴν ντοπαμίνη καὶ συνεπῶς ἔχουμε ὅλοι ἀναπτύξει μιὰ προδιάθεση γιὰ ἄμεση ἱκανοποίηση. Θέλουμε νὰ ἀγοράσουμε κάτι, καὶ τὴν ἑπόμενη μέρα αὐτὸ ἐμφανίζεται στὸ κατώφλι μας. Θέλουμε νὰ πληροφορηθοῦμε κάτι, καὶ τὸ ἑπόμενο δευτερόλεπτο ἡ ἀπάντηση ἐμφανίζεται στὴν ὀθόνη μας. Χάνουμε τὴν ἱκανότητα νὰ βρίσκουμε λύσεις, νὰ ὑπομένουμε τὴ ματαίωση καθὼς ἀναζητοῦμε μιὰ ἀπάντηση, νὰ περιμένουμε ὑπομονετικὰ νὰ ἀποκτήσουμε τὰ πράγματα ποὺ θέλουμε». «Ἄλλος παράγοντας ποὺ συντελεῖ στὸ πρόβλημα τῆς καταναγκαστικῆς ὑπερκατανάλωσης εἶναι ἡ αὐξανόμενη ποσότητα τοῦ ἐλεύθερου χρόνου μας καὶ ἡ παρεπόμενη ἀνία». «Ἡ κατανάλωση ντοπαμίνης δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕναν τρόπο νὰ γεμίσουν οἱ ὧρες ποὺ δὲν ἀφιερώνονται στὴν ἐργασία, ἀλλὰ καὶ ἕναν λόγο ἀποχῆς ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ἐργασίας». Οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι ἔλεγαν: «ἀργία, μήτηρ πάσης κακίας».

«Ὁ κατηγορικὸς αὐτοπεριορισμὸς περιορίζει τὴν κατανάλωση κατηγοριοποιῶντας τοὺς παράγοντες ἔκλυσης ντοπαμίνης. Διαχωρίζουμε τὴν ντοπαμίνη ποὺ ἐπιτρέπουμε στὸν ἑαυτό μας ἀπὸ ἐκείνη ποὺ τοῦ ἀπαγορεύουμε. Ἡ συγκεκριμένη μέθοδος μᾶς βοηθάει νὰ ἀποφεύγουμε ὄχι μόνο τὸ ναρκωτικό μας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐκλυτικοὺς παράγοντες ποὺ μᾶς κάνουν νὰ τὸ λαχταροῦμε. Εἶναι ἰδιαίτερα χρήσιμη ἀναφορικὰ μὲ ἐθιστικοὺς παράγοντες ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε ἐντελῶς, ὅπως τὸ φαγητό, τὸ σὲξ καὶ τὰ ἔξυπνα τηλέφωνα, ἀλλὰ μὲ τοὺς ὁποίους προσπαθοῦμε νὰ ἔχουμε μιὰ πιὸ ὑγιῆ σχέση». «Ἔχει κάτι τὸ τραγικὸ καὶ συγκινητικὸ τὸ νὰ πρέπει νὰ ἐπιβάλεις ἀπαγορεύσεις στὸν ἑαυτό σου». «Ὁ αὐτοπεριορισμὸς εἶναι ἕνας τρόπος νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι». «κάθε οὐσία ποὺ ὠθεῖ πρὸς τὴν πλευρὰ τῆς εὐχαρίστησης εἶναι δυνητικὰ ἐθιστική». Μᾶς ἐνθυμίζουν τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλὰ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος» (Α’ Κορ. 6: 12).

«Στὴν Τρίτη δεκαετία τῆς ζωῆς μου ξεκίνησα τὸ Prozac, γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς χρόνιας, χαμηλοῦ βαθμοῦ, ὀξυθυμίας καὶ τοῦ ἄγχους μου. Εἶχα διαγνωστεῖ μὲ ‘ἄτυπη κατάθλιψη’. Ἔνιωσα ἀμέσως καλύτερα. Τὸ κυριότερο, ἔπαψα νὰ θέτω τὰ μεγάλα ἐρωτήματα. Γιατί ὑπάρχουμε;Ἔχουμε ἐλεύθερη βούληση; Γιατί ὑποφέρουμε; Ὑπάρχει Θεός; Τώρα ἁπλῶς πήγαινα παρακάτω». «Ὅπως ὁ πόνος εἶναι τὸ τίμημα ποὺ καταβάλλουμε γιὰ τὴν εὐχαρίστηση, ἡ εὐχαρίστηση εἶναι ἡ ἀνταμοιβή μας γιὰ τὸν πόνο». Καὶ κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο: «τῆς δὲ ἡδονῆς θάνατός ἐστιν ὁ πόνος· ὅ τε προαιρετικὸς καὶ ὁ παρὰ προαίρεσιν»[6].

«Τὰ ὑψηλὰ ἐπίπεδα σωματικῆς δραστηριότητας σὲ παιδιὰ γυμνασίου καὶ λυκείου καὶ σὲ νεαροὺς ἐνήλικες συνδέονται μὲ χαμηλότερα ποσοστὰ χρήσης ναρκωτικῶν. Ἐπίσης, ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι ἡ ἄσκηση βοηθάει τοὺς ἐθισμένους νὰ διακόψουν ἢ νὰ μειώσουν τὴ χρήση». «Ὅπως λέω στοὺς ἀσθενεῖς μου, ἂν ἁπλῶς περπατᾶς στὴ γειτονιά σου γιὰ τριάντα λεπτὰ τὴ μέρα, θὰ δεῖς οὐσιαστικὴ διαφορά. Τὰ στοιχεῖα εἶναι ἀδιάσειστα: ἡ ἄσκηση ἔχει βαθύτερη καὶ διαρκέστερη θετικὴ ἐπίδραση στὴ διάθεση, στὸ ἄγχος, στὴ γνωστικὴ λειτουργία, στὰ ἐπίπεδα ἐνέργειας καὶ στὸν ὕπνο ἀπ’ ὅ,τι ὁποιοδήποτε χάπι ποὺ θὰ μποροῦσα νὰ συνταγογραφήσω». Καὶ στὴν νηπτικὴ γραμματεία διαβάζομε: «Μὴ ἀπαναινόμεθα καὶ σωματικῶν ἀσκήσεων κόπους· ἐκ μὲν γὰρ γῆς σῖτος· ἐκ δὲ τῶν τοιούτων χαρὰ πνευματικὴ καὶ πεῖρα καλῶν ἐκβλαστάνει»[7] (Νὰ μὴ ἀπορρίπτωμε τοὺς κόπους τῶν σωματικῶν ἀσκήσεων. Γιατὶ ἀπὸ τὴν γῆ βγαίνει τὸ σιτάρι καὶ ἀπὸ τοὺς σωματικοὺς κόπους ἡ πνευματικὴ χαρὰ καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν καλῶν βλασταίνουν).

«Ἡ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια – τὸ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια γιὰ τὰ σημαντικὰ καὶ γιὰ τὰ ἀσήμαντα, εἰδικὰ ὅταν αὐτὸ μᾶς ἐκθέτει καὶ μᾶς κοστίζει – παίζει βασικὸ ρόλο ὄχι μόνο στὴν ἀνάρρωση ἀπὸ τὸν ἐθισμό, ἀλλὰ καὶ στὴν προσπάθειά μας νὰ ἔχουμε μιὰ πιὸ ἰσορροπημένη ζωὴ στὸ κορεσμένο ἀπὸ ἀνταμοιβὲς οἰκοσύστημά μας. Ἡ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια καρποφορεῖ σὲ πολλὰ ἐπίπεδα. Πρῶτον, προάγει τὴ συναίσθηση τῶν πράξεών μας. Δεύτερον, σφυρηλατεῖ οὐσιαστικὲς ἀνθρώπινες σχέσεις. Τρίτον, ὁδηγεῖ σὲ μιὰ ὑπεύθυνη στάση ἀπέναντι στὸν ἑαυτό μας ὄχι μόνο ἀναφορικὰ μὲ τὸ παρόν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ μέλλον. Τέταρτον, εἶναι μεταδοτική. Πέμπτον, μπορεῖ νὰ προλάβει τὴν ἀνάπτυξη κάποιου μελλοντικοῦ ἐθισμοῦ». Πόσο μᾶς θυμίζουν αὐτὰ τὰ ἀποσπάσματα τὴν προτροπὴ τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ αὐθεντικὴ μετάνοια καὶ εἰλικρινῆ ἐξομολόγησι; Καὶ συνεχίζει ἀλλοῦ γιὰ τὴν λυτρωτικὴ δύναμι τῆς Ἐξομολογήσεως: «Ὁ μῦθος τοῦ Ὀδυσσέα ἀναδεικνύει μιὰ βασικὴ συνιστῶσα τῆς ἀλλαγῆς συμπεριφορᾶς: μέσῳ τῆς ἀφήγησης τῶν βιωμάτων μας, τὰ θέτουμε ὑπὸ τὸν ἔλεγχό μας. Ἡ εἰλικρινὴς ἀποκάλυψη τῶν βιωμάτων μας, στὸ πλαίσιο εἴτε τῆς ψυχοθεραπείας, εἴτε τῆς συνομιλίας μὲ ἕναν ὑποστηρικτὴ ἀπὸ τοὺς ΑΑ [Ἀνώνυμους Ἀλκοολικούς], εἴτε τῆς ἐξομολόγησης σὲ ἕνα ἱερέα, εἴτε τῆς ἐκμυστήρευσης σὲ ἕναν φίλο, εἴτε τῆς καταγραφῆς σὲ ἕνα ἡμερολόγιο, μᾶς ἐπιτρέπει νὰ σχηματίσουμε μιὰ ἀνάγλυφη εἰκόνα τῆς συμπεριφορᾶς μας καὶ ἐνίοτε νὰ τὴν ἀντιληφθοῦμε γιὰ πρώτη φορά. Αὐτὸ ἰσχύει ἰδιαίτερα γιὰ τὶς ἐν μέρει αὐτοματοποιημένες καὶ ἀσυναίσθητες συμπεριφορές».

«Στὸν χῶρο τῆς ψυχολογίας γίνεται μιὰ διάκριση ἀνάμεσα στὸ συναίσθημα τῆς ντροπῆς καὶ σὲ αὐτὸ τῆς ἐνοχῆς: ἡ ντροπὴ μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε ἄσχημα γιὰ τὸν ἑαυτό μας· ἡ ἐνοχὴ μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε ἄσχημα γιὰ τὶς πράξεις μας χωρὶς νὰ βλέπουμε ἀρνητικὰ τὸν ἑαυτό μας. Ἡ ντροπὴ εἶναι ἕνα δυσπροσαρμοστικὸ συναίσθημα. Ἡ ἐνοχὴ εἶναι ἕνα προσαρμοστικὸ συναίσθημα». Τὸ ἀπόσπασμα μᾶς ἐνθυμίζει τὸ χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ τὴν διπλῆ ἔννοια τῆς λύπης: «ἡ γὰρ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται· ἡ δὲ τοῦ κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται … τὸ κατὰ Θεὸν λυπηθῆναι ὑμᾶς, πόσην κατειργάσατο ὑμῖν σπουδήν, ἀλλὰ ἀπολογίαν, ἀλλὰ ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ φόβον, ἀλλὰ ἐπιπόθησιν, ἀλλὰ ζῆλον, ἀλλὰ ἐκδίκησιν! ἐν παντὶ συνεστήσατε ἑαυτοὺς ἁγνοὺς εἶναι ἐν τῷ πράγματι» (Β’ Κορ. 7: 10-11).

Ἀκόμη καὶ στοὺς τρόπους τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ἐθισμῶν ἡ ἀσκητικὴ γραμματεία εἶχε προηγηθεῖ ἀπὸ τὴν σύγχρονο ψυχοθεραπεία πολλοὺς αἰῶνες πρὶν καὶ γι’ αὐτὸ διαπιστώνομε τόσες πολλὲς ὁμοιότητες.

Ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων (ψυχοθεραπείας καὶ ἀσκητικότητος) γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοὺς ἐθισμοὺς ἢ πάθη[8], (ὅπως τοὺς ἀναφέρει ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ ρῆμα πάσχω = ὑποφέρω, γιατὶ τὰ πάθη κάνουν τὸν ἐμπαθῆ νὰ ὑποφέρη) εἶναι ἡ Θεία Χάρις, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ εἶναι πανσθενουργός. Στὴν ψυχοθεραπεία ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται μόνος του, ἐνῷ στὴν Ἐκκλησία συνδράμει τὴν ἀναιμικὴ ἀνθρωπίνη προσπάθεια ἡ παντοδύναμος Θεία Χάρις.

Πολλὲς θεραπευτικὲς κοινότητες γιὰ τὴν ἀπεξάρτησι ἀπὸ τὶς διάφορες οὐσίες καὶ ἐθισμοὺς ἔχουν ὡς σύνθημα: «μπορεῖς, ἀλλὰ ὄχι μόνος». Αὐτὸ μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν ρῆσι τοῦ Κυρίου μας: «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. 15: 5) καὶ τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ» (Φιλ. 4: 13).

 

 




[1] Βλ. Εὐσεβίου Βίττη, Ἡδονὴ - Ὀδύνη. Ὁ διπλὸς καρπὸς τῆς αἰσθήσεως (Ἀθήνα: Ἀκρίτας, 1990).

[2] Ὅλα τὰ ἀποσπάσματα προέρχονται ἀπὸ τὸ βιβλίο: Anna Lembke, Ἡ γενιὰ τῆς ντοπαμίνης. Ἀναζητῶντας ἰσορροπία τὴν ἐποχὴ τῶν ἀπολαύσεων (Ἀθήνα: Πατάκης, 2023).

[3] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον, ὁμιλία ΜH’, γ’ (PG 58, 490).

[4] παρά: Εὐσεβίου Βίττη, Ἡδονὴ - Ὀδύνη. Ὁ διπλὸς καρπὸς τῆς αἰσθήσεως (Ἀθήνα: Ἀκρίτας, 1990), σ. 56.

[5] Τὸ Γεροντικόν (Ἀθῆναι: Ἀστήρ, 1979), σ. 41β, πρβλ. Ἱεροθέου Βλάχου, Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία, 1 (Λεβάδεια: Ἱερὰ Μονὴ Γενεθλίου Θεοτόκου, 1989), σ. 223.

[6] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, (Φιλοκαλία, τόμ. Β’, σ. 118), παρά: Εὐσεβίου Βίττη, Ἡδονὴ - Ὀδύνη. Ὁ διπλὸς καρπὸς τῆς αἰσθήσεως (Ἀθήνα: Ἀκρίτας, 1990), σ. 202.

[7] Φιλοθέου Σιναΐτου, Νηπτικὰ κεφάλαια, κη΄ (Φιλοκαλία τόμ. Β΄, σ. 283).

[8] Γιὰ τὰ πάθη καὶ τὴν ἀντιμετώπισί τους βλ. τὸ μικρὸ βιβλίο Ζωὴ χωρὶς πάθη (Ἀθήνα: ΧΦΕ, 2019) καὶ τὸ δίτομο ἔργο τοῦ Jean Claude Larcet, Ἡ θεραπευτικὴ τῶν πνευματικῶν νοσημάτων (Ἀθήνα: Ἀποστ. Διακονία, 2008).