Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Ἐπιφανίου Κύπρου, Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον

 

Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον

ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου

 Λόγος εἰς τὴν θεόσωμον Ταφὴν τοῦ Κυρίου (PG 43, 440-448)

 

«Ὁ δὲ Ἰωσὴφ … ἀφοῦ ἔδιωξε κάθε φόβο τόλμησε καὶ πῆγε στὸν Πιλᾶτο γιὰ νὰ ζητήσει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ εἰσερχόμενος στὸν Πιλᾶτο χρησιμοποίησε μὲ σοφία λόγια γιὰ νὰ ἐπιτύχει τὸν ποθούμενο σκοπό του. Γιατὶ δὲν χρησιμοποίησε βαρύγδουπα καὶ ὑψηλὰ λόγια γιὰ νὰ τὸν ἐξοργίσει καὶ χάσει τὸ αἴτημά του … Δικαστά, ἦλθα νὰ σοῦ ζητήσω κάτι τὸ πολὺ μικρό.

Καὶ ἔτσι εἶπε: δῶσε μου τὸν νεκρὸ γιὰ ταφή. Τὸ σῶμα ἐκείνου τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζαρηνοῦ, ποὺ καταδικάσθηκε ἀπὸ σένα, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ πτωχοῦ, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ ἀστέγου, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ κρεμασμένου, τοῦ γυμνοῦ, τοῦ ἀναξίου, τοῦ γυιοῦ τοῦ ξυλουργοῦ, τοῦ δεσμώτη, τοῦ ζῶντος στὴν ὕπαιθρο, τοῦ ξένου, τοῦ ἀγνωρίστου καὶ στὴν ξενιτειά, τοῦ καταφρονηθέντος καὶ κρεμασθέντος. Δῶσε μου αὐτὸν τὸν ξένο. Τί σοῦ χρησιμεύει τὸ σῶμα αὐτοῦ τοῦ ξένου; Δῶσε μου αὐτὸν τὸν ξένο. Αὐτὸν ποὺ ἦλθε ἀπὸ μακρινὴ χώρα γιὰ νὰ σώσει τὸν ξένο. Κατέβηκε στὴν σκοτεινὴ περιοχὴ γιὰ νὰ σηκώσει τὸν ξένο. Δῶσε μου αὐτὸν τὸν ξένο, γιατὶ μόνον αὐτὸς ὑπάρχει ξένος. Δῶσε μου αὐτὸν τὸν ξένο, τὴν χώρα τοῦ ὁποίου ἀγνοοῦμε οἱ ξένοι. Δῶσε μου αὐτὸν τὸν ξένο, τοῦ ὁποίου ἀγνοοῦμε τὸν πατέρα. Δῶσε μου αὐτὸν τὸν ξένο τοῦ ὁποίου ἀγνοοῦμε τὸν τοκετὸ καὶ τὸν τόπο καὶ τὸν τρόπο γεννήσεως οἱ ξένοι. Δῶσε μου αὐτὸν τὸν ξένο, ποὺ ἔζησε παράξενη ζωὴ στὰ ξένα. Δῶσε με μου τὸν Ναζωραῖο ξένο ποὺ δὲν εἶχε ποὺ νὰ πλαγιάσει τὸ κεφάλι του. Δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, τὸν γεννηθέντα στὴν φάτνη σὰν ξένος στὰ ξένα, ἄστεγος. Δῶσε μου αὐτὸν τὸν ξένο ποὺ ἀπὸ αὐτὴ τὴν φάτνη ἔφυγε σὰν ξένος λόγῳ τοῦ Ἡρώδου. Δῶσε μου αὐτὸν τὸν ξένο ποὺ ἀπὸ τὰ σπάργανα ξενιτεύθηκε στὴν Αἴγυπτο, αὐτὸν ποὺ δὲν εἶχε πόλη, οὔτε χωριό, οὔτε σπίτι, οὔτε διαμονή, οὔτε συγγενῆ. Σὲ ξένη χώρα βρίσκεται αὐτὸς ὁ ξένος. Δῶσε μου, ἡγεμόνα, αὐτὸν ποὺ εἶναι γυμνὸς στὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ. Νὰ σκεπάσω αὐτὸν ποὺ σκέπασε τὴν γύμνωση τῆς δικῆς μου φύσεως. Δῶσε μου τὸν νεκρὸ καὶ συγχρόνως Θεό. Νὰ σκεπάσω αὐτὸν ποὺ κάλυψε τὶς ἀνομίες μου. Δῶσε μου αὐτὸν τὸν νεκρό, ἡγεμόνα, ποὺ ἔθαψε στὸν Ἰορδάνη τὴν δική μου ἁμαρτία. Γιὰ ἕνα νεκρὸ σὲ παρακαλῶ ποὺ ἀδικήθηκε ἀπὸ ὅλους, προδώθηκε ἀπὸ μαθητή του, πωλήθηκε ἀπὸ φίλο του, διώχθηκε ἀπὸ τὰ ἀδέλφια του, ραπίσθηκε ἀπὸ δοῦλο. Γιὰ ἕνα νεκρὸ σὲ παρακαλῶ ποὺ κατακρίθηκε ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ποὺ ποτίσθηκε μὲ ξύδι, ποὺ τραυματίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ θεράπευσε, ποὺ ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τοὺς μαθητές του, ποὺ στερήθηκε τὴν μάνα Του. Γιὰ ἕνα νεκρό, ἡγεμόνα, σὲ ἐκλιπαρῶ γιὰ ἕνα ἄστεγο κρεμασμένο στὸ ξύλο».

 Ὁ δὲ Ἰωσὴφ … πάντα φόβον ἀποῤῥιψάμενος, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον, αἰτούμενος τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· καὶ εἰσελθὼν πανσόφως ἐχρήσατο, ἵνα τοῦ ποθουμένου σκοποῦ ἐντὸς γένηται. ∆ιὸ οὐκ ἐχρήσατο πρὸς Πιλᾶτον κόμποις τισὶ καὶ ὑψηλοῖς ῥήμασιν, ἵνα μὴ εἰς ὀργὴν τοῦτον ἐξάψας ἐκπέσῃ τῆς αἰτήσεως· … Ὦ κριτὰ, αἰτούμενος παρὰ σοῦ ἐλήλυθα αἴτησιν πάνυ μικράν.

Καὶ οὕτως· ∆ός μοι νεκρὸν πρὸς ταφήν· τὸ σῶμα ἐκείνου τοῦ παρὰ σοῦ κατακριθέντος Ἰησοῦ τοῦ Ναζαρηνοῦ, Ἰησοῦ τοῦ πτωχοῦ, Ἰησοῦ τοῦ ἀοίκου, Ἰησοῦ τοῦ κρεμαμένου, τοῦ γυμνοῦ, τοῦ εὐτελοῦς, Ἰησοῦ τοῦ τέκτονος υἱοῦ, Ἰησοῦ τοῦ δεσμίου, τοῦ αἰθρίου, τοῦ ξένου, καὶ ἐπὶ ξενίᾳ ἀγνωρίστου, τοῦ εὐκαταφρονήτου, καὶ ἐπὶ πᾶσι κρεμαμένου. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον· τί γάρ σε ὠφελεῖ τὸ σῶμα τούτου τοῦ ξένου; ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον· ἐκ μακρᾶς γὰρ ἦλθεν ὧδε τῆς χώρας, ἵνα σώσῃ τὸν ξένον· κατῆλθε γὰρ εἰς τὴν σκοτεινὴν ἀνενέγκαι τὸν ξένον. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον· αὐτὸς γὰρ καὶ μόνος ὑπάρχει ξένος. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, οὗτινος τὴν χώραν ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, οὗτινος τὸν πατέρα ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, οὗτινος τὸν τόπον καὶ τὸν τόκον, καὶ τὸν τρόπον ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ξένην ζωὴν καὶ βίον ζήσαντα ἐπὶ ξένα. ∆ός μοι τοῦτον τὸν Ναζωραῖον ξένον [οὗ τὸν τόκον καὶ τὸν τρόπον ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ἑκούσιον ξένον], τὸν μὴ ἔχοντα ὧδε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ὡς ξένον ἐπὶ ξένης ἄοικον, ἐπὶ φάτνης τεχθέντα. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐξ αὐτῆς τῆς φάτνης ὡς ξένον ἐξ Ἡρώδου φυγόντα. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐξ αὐτῶν τῶν σπαργάνων ἐν Αἰγύπτῳ ξενωθέντα, οὐ πόλιν ἔχοντα, οὐ κώμην, οὐκ οἶκον, οὐ μονὴν, οὐ συγγενῆ· ἐπ' ἀλλοδαπῆς δὲ χώρας τυγχάνει οὗτος ὁ ξένος. ∆ός μοι, ὦ ἡγεμὼν, τοῦτον τὸν ἐπὶ ξύλου γυμνόν· σκεπάσω τὸν τῆς ἐμῆς φύσεως σκεπάσαντα γύμνωσιν. ∆ός μοι τοῦτον τὸν νεκρὸν ὁμοῦ καὶ Θεόν· σκεπάσω τὸν τὰς ἐμὰς ἀνομίας καλύψαντα. ∆ός μοι, ὦ ἡγεμὼν, νεκρὸν, τὸν ἐπὶ Ἰορδάνου τὴν ἐμὴν ἁμαρτίαν ἐνθάψαντα. Ὑπὲρ νεκροῦ παρακαλῶ ὑπὸ πάντων ἀδικηθέντος, ὑπὸ φίλου πραθέντος, ὑπὸ μαθητοῦ προδοθέντος, ὑπὸ ἀδελφῶν διωχθέντος, καὶ ὑπὸ δούλου ῥαπισθέντος. Ὑπὲρ νεκροῦ πρεσβεύω, τοῦ ὑπὸ τῶν ὑπ' αὐτοῦ ἐκ δουλείας ἐλευθερωθέντων κατακριθέντος, τοῦ ὑπ' αὐτοῦ ὄξος ποτισθέντος, τοῦ ὑπὸ τῶν ἰαθέντων ὑπ' αὐτοῦ τραυματισθέντος, τοῦ ὑπὸ τῶν μαθητῶν καταλειφθέντος, καὶ αὐτῆς τῆς μητρὸς ἀποστερηθέντος. Ὑπὲρ νεκροῦ, ὦ ἡγεμὼν, δυσωπῶ, τοῦ ἐπὶ ξύλου κρεμαμένου ἀοίκου.