Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Τό νόημα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς

ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ Θεία Λειτουργία, προσδοκία τοῦ ἠγαπημένου: «Πουθενὰ ἀλλοῦ, πραγματικά, δὲν ὑπάρχει τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς νηστείας καὶ πουθενὰ ἡ Σαρακοστὴ δὲν ἀποκαλύπτεται κα­λύτερα ἢ πληρέστερα παρὰ μόνο κατὰ τὶς μέρες ἐκεῖνες ποὺ τε­λεῖται ἡ ἑσπερινὴ Θεία Κοινωνία (Λειτουργία τῶν
Προηγιασμένων)· καὶ ἀποκαλύπτεται ὄχι μόνο τὸ νόημα τῆς Σαρακοστῆς ἀλ­λὰ καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς στὴν ὁλότητά τους. «Ἐν Χριστῷ» ὅλη ἡ ζωή, ὁλόκληρος ὁ χρόνος, ἡ ἱστορία, ὁ ἴδιος ὁ κόσμος ἔχει γίνει προσδοκία, προετοιμασία, ἐλπίδα, ἀ­νάληψη. Ὁ Χριστὸς ἔχει ἔλθει· ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ «ἤγγικεν»! Στὸν «κόσμο τοῦτο» μποροῦμε μόνο νὰ προγευόμαστε τὴ δόξα καὶ τὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ σὰν Ἐκκλησία ἀφή­νουμε αὐτὸν τὸν κόσμο «ἐν πνεύματι» καὶ συναντιόμαστε στὸ τραπέζι τοῦ Κυρίου ὅπου, στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, ἀτενίζουμε τὸ ἄκτιστο φῶς καὶ τὴ λαμπρότητα. Αὐτὴ ἡ πρόγευση μᾶς δίνεται γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ἐπιθυμοῦμε καὶ νὰ ἀγαποῦμε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ νοσταλγοῦμε μιὰ τελειότερη κοινωνία μὲ τὸ Θεὸ στὴν ἐπερχόμενη «ἀνέσπερη μέρα». Καὶ κάθε φορά, ἔχοντας γευτεῖ τὴν «εἰρήνη καὶ τὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ», γυρίζουμε στὸν κόσμο αὐτὸ καὶ βρισκόμαστε πάλι στὸ μακρὺ στενὸ καὶ δύσκολο δρόμο, πάλι στὴ νηστεία, στὴν προπαρασκευὴ καὶ στὴν ἀναμονή. Περιμένουμε «τὸ ἑσπέρας» αὐτοῦ τοῦ κόσμου ποὺ θὰ μᾶς κάνει μέτοχους τῆς μακάριας ἀκτινοβολίας τῆς ἅγιας δόξας τοῦ Θεοῦ, τῆς «ἀρχῆς» ποὺ δὲν ἔχει τέλος»[1].
Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ προσδίδει νόημα στὴν ζωή μας: «Ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι περίοδος γιὰ ἀναζήτηση νοήματος. Νὰ βρῶ, δηλαδή, νόημα στὴν ἐπαγγελματική μου ζωὴ στὰ πλαίσια τῆς κλήσης μου· νόημα στὶς προσωπικὲς σχέσεις μου μὲ τ' ἄλλα πρόσωπα· νόημα στὴ φιλία· νόημα στὶς εὐθῦνες μου. Δὲν ὑπάρχει ἀπασχόληση, ἐπάγγελμα ποὺ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ 'μεταμορφωθεῖ' - ἔστω καὶ γιὰ λίγο μόνο - μὲ στόχο ὄχι τὴ μεγαλύτερη ἀπόδοση ἢ τὴν καλύτερη ὀργάνωση, ἀλλὰ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Ἡ ἴδια προσπάθεια γιὰ 'ἐσωτερικοποίηση' ὅλων τῶν σχέσεών μας εἶναι ἀπαραίτητη γιατὶ εἴμαστε ἐλεύθερες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ποὺ καταντήσαμε (χωρὶς τὶς περισσότερες φορὲς νὰ τὸ ξέρουμε) φυλακισμένοι στὰ συστήματα τὰ ὁποῖα προοδευτικὰ κάνουν τὸν κόσμο μας ἀπάνθρωπο. Καὶ ἂν στὴν πίστη μας ὑπάρχει κάποιο νόημα, αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι συνδεδεμένο μὲ τὴ ζωὴ καὶ ὅλα τὰ συνακόλουθά της. Χιλιάδες ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι οἱ ἀπαραίτητες ἀλλαγὲς ἔρχονται μόνο ἀπ' ἔξω μὲ τὴν ἐπανάσταση καὶ τὴν ἀλλαγὴ στὶς ἐξωτερικὲς συνθῆκες. Στὸ χέρι τους εἶναι νὰ ἀποδείξουν οἱ χριστιανοὶ ὅτι στὴν πραγματικότητα καθετὶ ξεκινάει ἀπὸ μέσα - ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴ ζωὴ σύμφωνα μὲ τὴν πίστη αὐτή. Ἡ Ἐκκλησία ὅταν μπῆκε στὸν | Ἑλληνο-ρωμαϊκὸ κόσμο, δὲν κατάγγειλε τὴ δουλεία, δὲν ξεσήκωσε σὲ ἐπανάσταση. Αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ πίστη της, ἡ νέα θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ζωῆς εἶναι κείνη ποὺ προοδευτικὰ καταργεῖ τὴ δουλεία. Ἕνας 'ἅγιος' - καὶ ἅγιος ἐδῶ σημαίνει, πολὺ ἁπλά, κάθε ἄνθρωπος ποὺ παίρνει πάντοτε στὰ σοβαρὰ τὴν πίστη του - θὰ κάνει πολὺ περισσότερα γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ κόσμου παρὰ χιλιάδες τυπωμένα προγράμματα. Ὁ ἅγιος εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς ἐπαναστάτης σ' αὐτὸν τὸν κόσμο»[2].
ΝΗΣΤΕΙΑ ὡς κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ποὺ μᾶς παρέχει τὴν ζωή: «Στὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ἁμαρτία δὲν εἶναι μόνο ἡ παράβαση τῆς ἐντολῆς ποὺ φέρνει σὰν συνέπεια τὴν τιμωρία· εἶναι πάντοτε ἕνας ἀκρωτηριασμὸς τῆς ζωῆς ποὺ μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὸ Θεό. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ ἱστορία τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας μᾶς παρουσιάζεται σὰν μιὰ πράξη τροφῆς. Ἡ τροφὴ εἶναι μέσο ζωῆς· αὐτὸ μᾶς κρατάει ζωντανούς. Ἀλλὰ ἀκριβῶς ἐδῶ εἶναι ἡ βασικὴ ἐρώτηση: Τί σημαίνει νὰ εἶναι κανεὶς ζωντανὸς καὶ τί σημαίνει 'ζωή'; Γιὰ μᾶς σήμερα αὐτοὶ οἱ ὅροι ἔχουν πρωταρχικὰ μιὰ βιολογικὴ ἔννοια: ζωὴ εἶναι συγκεκριμένα αὐτὸ ποὺ τελικὰ ἐξαρτιέται ἀπὸ τὴν τροφὴ καί, ἀκόμα γενικότερα, ἀπὸ τὸν ὑλικὸ κόσμο. Ἀλλὰ γιὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση αὐτὴ ἡ ζωή '... ἐπ' ἄρτῳ μόνῳ' ταυτίζεται μὲ τὸ θάνατο γιατὶ ἀκριβῶς εἶναι μιὰ θνητὴ ζωή, γιατὶ ὁ θάνατος κυριαρχεῖ | πάντοτε μέσα της. Ὁ Θεός, τὸ ξέρουμε αὐτό,  'δὲν δημιούργησε τὸ θάνατο'. Αὐτὸς εἶναι ὁ δοτήρας τῆς Ζωῆς. Πῶς λοιπὸν ἡ ζωὴ ἔγινε θνητή; Γιατὶ ὁ θάνατος καὶ πάλι ὁ θάνατος εἶναι ἡ μόνη ἀπόλυτη βεβαιότητα κάθε ὕπαρξης; Ἡ Ἐκκλησία ἀπαντάει: διότι ὁ ἄνθρωπος ἀρνήθηκε τὴ ζωὴ ὅπως τὴν ἔκανε ὁ Θεὸς καὶ τοῦ τὴν πρόσφερε, καὶ προτίμησε μιὰ ζωὴ ποὺ νὰ ἐξαρτιέται ὄχι ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ ἀλλὰ 'ἐπ' ἄρτῳ μόνῳ'. Ὄχι μονάχα παράκουσε τὸ Θεὸ καὶ αὐτοτιμωρήθηκε, ἀλλὰ ἄλλαξε ὁλόκληρη τὴ σχέση ἀνάμεσα στὸν ἑαυτό του καὶ σ' ὅλη τὴν κτίση. Σίγουρα ὁ κόσμος δόθηκε στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεὸ σὰν 'τροφή', σὰν μέσο ζωῆς· ἀκόμα ἡ ζωὴ ἦταν γιὰ νὰ γίνει κοινωνία μὲ τὸ Θεό· δὲν εἶχε δικό της σκοπὸ ἀλλὰ περιεχόταν ὁλόκληρη στὸ Θεό. 'Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων' (Ἰωαν. 1, 14). Ἔτσι ὁ κόσμος καὶ ἡ τροφὴ δημιουργήθηκαν σὰν μέσα ἐπικοινωνίας μὲ τὸ Θεὸ καὶ μόνον ἂν ὁ ἄνθρωπος δεχόταν ν' ἀνοιχτεῖ στὸ Θεὸ θὰ τοῦ πρόσφεραν ὅλα αὐτὰ τὴ ζωή. Ἡ τροφὴ αὐτὴ μόνη της, μέσα της, δὲν ἔχει ζωὴ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει ζωή. Μόνο ὁ Θεὸς ἔχει Ζωὴ καὶ εἶναι Ζωή. Μέσα στὴν τροφὴ ὁ ἴδιος ὁ Θεός - καὶ ὄχι οἱ θερμίδες - εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ζωῆς. Ἔτσι ἡ τροφή, ἡ ζωή, ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία μαζί Του ἦταν ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πράγμα. Ἡ ἀπύθμενη τραγωδία τοῦ Ἀδὰμ εἶναι ὅτι ἔφαγε 'χωρισμένος' ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ νὰ μπορέσει νὰ γίνει ἀνεξάρτητος ἀπ' Αὐτόν. Καὶ ἂν τὸ ἔκανε αὐτὸ ἦταν γιατὶ πίστευε πὼς ἡ τροφὴ εἶχε μέσα της ζωὴ καὶ ἔτσι ἐκεῖνος γευόμενος αὐτὴ τὴν τροφὴ θὰ γινόταν σὰν τὸ Θεό, θὰ εἶχε δηλαδὴ μέσα του δική του ζωή! Μὲ ἄλλα λόγια: πίστευε στὴν τροφή, ἐνῶ ὁ σκοπὸς πίστης, ἐμπιστοσύνης καὶ ἐξάρτησης εἶναι ὁ Θεὸς καὶ μόνο ὁ Θεός. Ὁ κόσμος καὶ ἡ τροφὴ ἔγιναν ὁ θεός του, ἡ πηγὴ καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ζωῆς του. Ἔγινε σκλάβος τους»[3].






[1] Alexander Schmemann, Μεγάλη Σαρακοστὴ (Ἀθήνα: Ἀκρίτας, 1981), σ. 64.
[2] Alexander Schmemann, Μεγάλη Σαρακοστή (Ἀθήνα: Ἀκρίτας, 1981), σ. 120-121.
[3] Alexander Schmemann, Μεγάλη Σαρακοστή (Ἀθήνα: Ἀκρίτας, 1981), σ. 108-109.

Δεν υπάρχουν σχόλια: