Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Περί Λύπης Β'

Ἰωάννου Κ. Ἀγγελοπούλου
ΠΕΡΙ ΛΥΠΗΣ Β'
περιοδικὸ Παρεμβολὴ 120/2017


1. Ἐπιπτώσεις τῆς διεστραμμένης λύπης καὶ ἀθυμίας
        Οἱ ἐπιπτώσεις τῆς διεστραμμένης λύπης (δηλ. τῆς κατὰ κόσμον λύπης) εἶναι πολλὲς καὶ ὁρισμένες φορὲς καταστροφικὲς γιὰ τὸν ἄνθρωπο.


        Πρώτη ἐπίπτωση εἶναι ἡ ἀπουσία κινήτρων καὶ διαθέσεως γιὰ δημιουργικὲς πράξεις καὶ ἐνέργειες. Ἡ λύπη ὁδηγεῖ τὸν αἰχμάλωτό της σὲ ἀθυμία, δυσθυμία καὶ παραίτηση ἀπὸ πράξεις δημιουργίας. Ὁ ἄνθρωπος πλέον δὲν ἔχει τὴν διάθεση νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ ἄλλα πράγματα πέραν τῶν ἀναγκαίων καὶ ὑποχρεωτικῶν. Κάποιες φορὲς παραμελεῖ καὶ τὰ στοιχειώδη καθήκοντα τῆς διατροφῆς καὶ τῆς προσωπικῆς ὑγιεινῆς του.
        Δευτέρα ἐπίπτωση εἶναι ἡ ἀχαριστία καὶ ἡ ἀγνωμοσύνη τοῦ λυπημένου ἀνθρώπου ἀπέναντι στὶς πολλὲς καὶ ποικίλες εὐεργεσίες καὶ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ. Ὁ θλιμμένος ἄνθρωπος λησμονεῖ, λόγῳ τῆς ἐξάρσεως τῆς λύπης του, τὶς τόσες πολλὲς εὐλογίες ποὺ ἐδέχετο καὶ δέχεται καθημερινῶς ἀπὸ τὸν δωρεοδότη Κύριο. Αὐτὸ γίνεται ἐντονώτερο μὲ τὴν ἀσθένεια τῆς καταθλίψεως, ἡ ὁποία τὰ τελευταῖα χρόνια πλήττει ἐφήβους καὶ νέους μὲ ἀνησυχητικὰ ποσοστά.
        Ἡ κορύφωση τῆς διεστραμμένης λύπης εἶναι ὅτι ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπόγνωση καὶ στὴν ἀπελπισία, ἀφοῦ θεωρεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἀλλάξει κάτι στὴν ζωή του. Ἡ ἀπόγνωση θεωρεῖται ἀπὸ πολλοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἕνα ἐπικίνδυνο βάραθρο, ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ μὴ ἀναστρέψιμη κατάσταση. Ἡ ἀπόγνωση συνδέεται μὲ τὴν ἀμετανοησία καὶ τὴν βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν μόνη ἁμαρτία, ἡ ὁποία δὲν συγχωρεῖται, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖ ὅτι ὁ Θεὸς ἀδυνατεῖ νὰ τὸν σώσει ἀπὸ αὐτὸ τὸ τέλμα (βλ. Ματθ. 12: 31).
        «Κάτω ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τῆς ἀπόγνωσης (μερικὲς φορὲς ἀκόμη καὶ τῆς ἁπλῆς ἀθυμίας) ὁ ἄνθρωπος συχνὰ ὁδηγεῖται σὲ ὑποταγὴ σὲ διαλυτικὰ πάθη, σκεπτόμενος ὅτι αὐτὰ θὰ μπορέσουν ν' ἀποτελέσουν φάρμακο γιὰ τὴν κατάστασή του» (Jean Claude Larchet, Ἡ θεραπευτικὴ τῶν πνευματικῶν νοσημάτων, τόμ. Α΄, σ. 310). Καὶ αὐτὴ εἶναι μιὰ πολλὴ σημαντικὴ ἐπίπτωση τοῦ πάθους τῆς λύπης. Ὁ ἄνθρωπος ὠθεῖται σὲ χειρότερα πάθη, νομίζοντας ὅτι ἔτσι ξεφεύγει γιὰ ὀλίγο χρόνο ἀπὸ τὸ διαρκὲς βασανιστήριο τῆς λύπης.
        Ἐνίοτε ἡ ἀπόγνωση σπρώχνει τὸν ἄνθρωπο καὶ στὸ μεγάλο ἁμάρτημα τῆς αὐτοχειρίας. Ὑπὸ τὸ βάρος τῆς λύπης ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἀβίωτη ζωὴ καὶ ἐπιλέγει νὰ βάλει τέλος σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση «δραπετεύοντας» ἀπὸ αὐτὴν καὶ ἀπαρνούμενος τὸ θεῖο δῶρο τῆς ζωῆς.
Συμπερασματικά, ἡ λύπη ἀπενεργοποιεῖ τὶς δυνάμεις καὶ τὶς δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ἐμποδίζει νὰ ἀναπτυχθεῖ καὶ νὰ προοδεύσει καὶ τὸν ἐγκλωβίζει σὲ ἕνα φαῦλο κύκλο ὁλοένα μεγαλύτερων ἀδιεξόδων.

2. Ἀντιμετώπιση τῆς διεστραμμένης λύπης καὶ ἀθυμίας
        Ἡ διεστραμμένη λύπη, ὡς διεστραμμένη φυσικὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, ἀντιμετωπίζεται μόνον διὰ τῆς ὑγιοῦς λύπης, δηλ. τῆς μετανοίας. Ἡ φυσικὴ δύναμη πρέπει νὰ χρησιμοποιεῖται ὅπως ὁ Θεὸς τὴν δημιούργησε καὶ τὴν τοποθέτησε ἐντὸς ἡμῶν. Κατὰ πρῶτον ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι μοναδικὴ πραγματικὴ αἰτία λύπης εἶναι ἡ μὴ συμμόρφωσή μας μὲ τὸ θεῖο θέλημα. Ὅπως ἀναφέραμε καὶ στὸ προηγούμενο ἄρθρο μοναδικὴ αἰτία λύπης πρέπει νὰ εἶναι ὄχι τὸ πάσχειν κακῶς, ἀλλὰ τὸ πράττειν κακῶς.
        Ἡ συναίσθηση τῶν δωρεῶν καὶ πολλαπλῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ μᾶς βοηθᾶ, ἐπίσης, πολὺ στὸ νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὶς ἀνθρώπινες περιπέτειες καὶ ἀντιξοότητες τῆς ζωῆς μας. Δὲν μένουμε μόνον στὰ ἀρνητικά, ἀλλὰ βλέπουμε καὶ τὶς πάρα πολλὲς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ στὴν ζωή μας.
        Τὸ κυριώτερο, ὅμως, ὅπλο κατὰ τῆς λύπης εἶναι ἡ ἀγάπη μας πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πόσο ἐκφραστικὰ ἐρωτᾶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμός…» (Ῥωμ. 8: 35). Ἐὰν ἔχουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἐνώπιόν μας, τότε τίποτα τὸ ἀνθρώπινο δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς λυπήσει.
        Ἡ αἴσθηση τῆς χαρᾶς «ὅτι εὑρήκαμεν τὸν Κύριον» (βλ. Ἰω. 1: 42, 46), ἡ αἴσθηση τῆς πληρότητος («ἵνα ἡ χαρὰ ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη», Ἰω. 16:  24) καὶ ἡ εὕρεσις νοήματος καὶ ἀποστολῆς γιὰ τὴν ζωή μας εἶναι μεγάλα ὅπλα μὲ τὰ ὁποῖα ἀποκρούει ὁ πιστὸς χριστιανὸς τὶς προσβολὲς τοῦ δαίμονος τῆς λύπης.
        Πολὺ βοηθάει καὶ τὸ ἄνοιγμα τοῦ ἑαυτοῦ μας σὲ ἄλλους πνευματικοὺς ἀδελφοὺς καὶ πατέρες. «Γιὰ ὅποιον βρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς λύπης εἶναι σημαντικὸ νὰ μὴ ἀποσύρεται [Σ.τ.μ.: Νὰ μὴ κλείνεται] στὸν ἑαυτό του, γεγονὸς ποὺ θὰ εὐνοοῦσε τὴν παραπέρα ἀνάπτυξη τῆς νόσου· ἀντίθετα ἔχει σημασία ν' ἀνοίγεται, νὰ ἐξαγορεύεται τοὺς λογισμούς του σὲ ἔμπειρους πνευματικοὺς καὶ νὰ συζητάει μαζί τους. Μ' αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ μπορέσει ν' ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τοὺς λογισμούς του καὶ ν' ἀκούει λόγους παρακλητικοὺς [Σ.τ.μ.: Παρηγορητικούς] ποὺ θ' ἀποτελέσουν γι' αὐτὸν ἀναντικατάστατη βοήθεια» (Jean Claude Larchet, Ἡ θεραπευτικὴ τῶν πνευματικῶν νοσημάτων, τόμ. Β', σ. 271.).
        Ὁ ἅγιος γέροντας τῶν ἡμερῶν μας π. Πορφύριος συμβούλευε ὅσους κατατρύχοντο ἀπὸ τὴν λύπη καὶ τὴν δαιμονικὴ κατάθλιψη νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν μουσική, νὰ φροντίζουν ἕνα κῆπο, νὰ διαβάζουν τὴν Ἁγία Γραφή (καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς Ψαλμούς) καὶ ἔτσι θὰ ἐκδιώκουν τὰ πονηρὰ πνεύματα τῆς λύπης ἀπὸ μέσα τους (βλ. Γέροντος Πορφυρίου, Συνομιλία γιὰ τὴν κατάθλιψη, Ἐκδόσεις «Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος»).
        Τέλος, ὅπως προείπαμε, μὲ τὴν κατὰ Θεὸν λύπη, δηλαδὴ τὴν λύπη γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ τὴν ἔμπρακτη μετάνοια στρέφουμε τὴν φυσικὴ αὐτὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μας πρὸς τὸν ὀρθὸ προσανατολισμό της. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν χρησιμοποιοῦμε θετικὰ καὶ δημιουργικὰ γιὰ τὴν ὁμοίωσή μας μὲ τὸν Θεό.


Προτεινομένη Βιβλιογραφία
Ὠδὴ στὸ ἐφήμερο. Ἡ λύπη κατὰ τοὺς Πατέρες (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2009). Jean Claude Larchet, Ἡ θεραπευτικὴ τῶν πνευματικῶν νοσημάτων, τόμ. Α΄ καὶ Β΄ (Ἀθήνα: Ἀποστ. Διακονία, 2008).

Δεν υπάρχουν σχόλια: