Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Γιάννη Τσέντου, Πρόσθες ἡμῖν πίστιν


ΓΙΑΝΝΗ Κ. ΤΣΕΝΤΟΥ
«Πρόσθες ἡμῖν πίστιν»
Παρεμβολὴ τεῦχος 126/2018



          Δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο γιὰ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους νὰ συλλάβουμε καὶ νὰ κατανοήσουμε αὐτὸ ποὺ δὲν μᾶς φαίνεται ἁπλῶς εὐχάριστο, ἀλλὰ καὶ μᾶς συμφέρει πραγματικά, ὥστε αὐτὸ νὰ ποθήσουμε καὶ αὐτὸ νὰ ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Χριστό. Τὰ αἰτήματά μας πρὸς τὸν Θεὸ συμβαίνει πολὺ συχνὰ νὰ εἶναι τόσο ἐπιπόλαια καὶ τόσο παιδαριώδη, ὥστε καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ τὰ σκεφτόμαστε ἀργότερα καὶ νὰ μειδιᾶμε.
          Καὶ ὅμως, σὲ μία τοὐλάχιστον περίπτωση, ποὺ μᾶς ἀφηγεῖται τὸ Κατὰ Λουκᾶν ἅγιο εὐαγγέλιο[1], οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἕνωσαν τὴ φωνή τους σὲ ἕνα αἴτημα τὸ ὁποῖο νιώθουμε ὅτι καὶ ἐμεῖς θὰ μπορούσαμε καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπευθύνουμε στὸν Κύριο. Ὁ Χριστὸς εἶχε μαζέψει τοὺς μαθητές Του καὶ τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὰ σκάνδαλα ποὺ ἀναπόφευκτα θὰ ἔρχονταν, γιὰ τὴν προσοχὴ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδείξουν, γιὰ τὴ διάκριση ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν. Καὶ τότε οἱ ἀπόστολοι, διαβάζουμε, μὲ ἕνα στόμα, εἶπαν στὸν Κύριο ἕναν λόγο ποὺ καὶ ἐμεῖς νιώθουμε τὴν ἀνάγκη νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ τὰ χείλη μας: Κύριε, Τοῦ εἶπαν, «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν» («Δῶσέ μας περισσότερη πίστη»)[2].
          Αὐτὸ τό «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν», αὐτὸ τὸ αἴτημα γιὰ περισσότερη πίστη, δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται στὰ χείλη μας κάθε μέρα καὶ ὥρα τῆς ζωῆς μας. Καὶ σήμερα ἴσως περισσότερο παρὰ ποτέ.

*     *     *

          Σὲ κάποιους, ἀσφαλῶς, θὰ ἔμοιαζε παράδοξο νὰ ζητᾶμε πίστη στὴν ἐποχή μας. Γιὰ νὰ εἶναι ὁ λόγος μας συγκροτημένος, πρέπει νὰ ἀπαντήσουμε καὶ σὲ αὐτούς· σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐνδεχομένως θὰ μᾶς εἰρωνεύονταν, λέγοντας ὅτι, ἐπιτέλους, δὲν ζοῦμε πιὰ στὴν ἐποχὴ τοῦ «Πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα»· ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς ἐπιστήμης, τῆς πληροφορίας, τῆς ἔκρηξης τῆς τεχνολογίας. Σὲ αὐτὴν τὴν ἐποχή, θὰ μᾶς ἔλεγαν, ἔρχεστε ἐσεῖς καὶ λέτε, «Πρόσθες ἡμῖν... πίστιν»; Μά, στὴν ἐποχὴ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας εἶναι ἀνόητο νὰ ἐπενδύει κανεὶς στὴν πίστη καὶ νὰ κτίζει πάνω σὲ αὐτήν.
          Καὶ ὅμως, ἀπαντᾶμε, εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, εἴτε μᾶς ἀρέσει εἴτε ὄχι, οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ κτίζουμε πάνω στὴν πίστη. Μοιάζει παράδοξο αὐτὸ ποὺ θὰ ποῦμε, ἀλλά, ὅταν φθάνουμε στὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ Θεοῦ, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν, καὶ μάλιστα ἐξίσου. Ὁ ἕνας ἀσφαλῶς μπορεῖ νὰ δέχεται ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὁ ἄλλος ὄχι. Κανένας ὅμως ἀπὸ τοὺς δύο δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδείξει αὐτὸ ποὺ δέχεται. Ἁπλούστατα, ὁ ἕνας πιστεύει ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὁ ἄλλος πιστεύει ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Ἀλλὰ καὶ οἱ δύο ἐξίσου πιστεύουν.
          Ὑπ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὅταν φθάνουμε στὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ Θεοῦ, πραγματικὰ δὲν ὑπάρχει πιστὸς καὶ ἄπιστος. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τοποθετοῦνται πάνω σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα μὲ τὴν πίστη. Αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀλήθεια εἶναι μιὰ μικρὴ ἀλλὰ ἀναγκαία διευκρίνιση ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε κατὰ νοῦν, ὅταν ξεκινᾶμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ θέμα τῆς πίστης.

*     *     *

          Ἂς ἔλθουμε ὅμως στὸ αἴτημα τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου: «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν». Καὶ ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ μιὰ φαινομενικὰ ἁπλοϊκὴ ἐρώτηση: Τί σημαίνει «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν»; Αὐτονόητο, θὰ πεῖτε· σημαίνει: «Δῶσέ μας περισσότερη πίστη». Ναί, ἀλλὰ τί σημαίνει «περισσότερη πίστη»; Πραγματικά, ἂν πίστη στὸν Θεὸ εἶναι ἁπλῶς ἡ καταφατικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα ἂν ὑπάρχει Θεός, τότε τί πάει νὰ πεῖ «περισσότερη πίστη»; Ἀφοῦ ἡ ἀπάντησή μας στὸ ἐρώτημα ἂν ὑπάρχει Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ εἴτε ναὶ εἴτε ὄχι· δὲν ὑπάρχει περισσότερο ἢ λιγώτερο ναὶ ἢ ὄχι. Οὔτε πάλι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ὑπάρχει περισσότερο ἢ λιγώτερο· εἴτε ὑπάρχει εἴτε δὲν ὑπάρχει. Τί πάει νὰ πεῖ, λοιπόν, «περισσότερη πίστη»;
          Ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσουμε σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα μονολεκτικά, θὰ λέγαμε ὅτι «περισσότερη πίστη» σημαίνει περισσότερη συνέπεια: Ναί, δεχόμαστε ὅτι ὑπάρχει Θεός. Πόσο ὅμως συνεπεῖς εἴμαστε σὲ αὐτή μας τὴν παραδοχή; πόσο ἐπιτρέπουμε στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ νὰ χρωματίσει ὅλη μας τὴ ζωή, ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη;
          Θὰ φέρουμε ἐδῶ δύο παραδείγματα, γιὰ νὰ ἐξηγήσουμε τί ἐννοοῦμε, ὅταν μιλᾶμε ἐδῶ γιὰ συνέπεια καὶ ἀσυνέπεια. Καὶ τὰ δύο εἶναι ἀντλημένα ἀπὸ τὸν Μέγα Βασίλειο.
          Παράδειγμα πρῶτο: Ἂν ἄκουγες, γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅτι στὴν ἐκκλησία μοιράζουν χρυσάφι, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἔλεγες, «Δὲ βαριέσαι· θὰ πάω καὶ μοῦ δώσουν αὔριο» (μὲ τὰ λόγια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, «εἰ χρυσὸν τῇ ἐκκλησίᾳ διένεμον, οὐκ ἄν μοι εἶπες· αὔριον ἥξω, καὶ αὔριον δώσεις»). Ἀλλὰ τί θὰ ἔκανες; Θὰ ἔσπευδες καὶ θὰ ζητοῦσες πιεστικὰ τὸ χρυσάφι ποὺ σοῦ ἔταξαν, καὶ μάλιστα θὰ δυσφοροῦσες, ἂν ἡ διανομή καθυστεροῦσε. Τώρα ὅμως, ποὺ στὴν ἐκκλησία δὲν προσμένεις νὰ πάρεις ὑλικὸ πλοῦτο, ἀλλά, ὅπως γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος, «ψυχῆς καθαρότητα», κάτι ποὺ θεωρητικὰ λὲς ὅτι ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ ὅλο τὸ χρυσάφι τοῦ κόσμου, ὄχι δὲν σπεύδεις, ἀλλὰ ψάχνεις καὶ βρίσκεις χίλιες προφάσεις καὶ χίλιους λόγους νὰ μὴν πᾷς[3]. Τί ἄλλο εἶναι αὐτό, ἂν ὄχι ἀσυνέπεια;
          Παράδειγμα δεύτερο: Γιατί, ρωτάει ὁ Μέγας Βασίλειος τὸν πλούσιο νέο τοῦ εὐαγγελίου, στεναχωριέσαι καὶ νιώθεις ἕνα δάγκωμα στὴν ψυχή, ὅταν ἀκοῦς τόν Κύριο νὰ σοῦ λέει, Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι τέλειος, πήγαινε πώλησε τὰ ὑπάρχοντά σου, δῶσε στοὺς φτωχοὺς καὶ ἀκολούθησέ με[4]; Ἀκόμη καὶ ἂν ὅλα αὐτὰ μποροῦσες νὰ τὰ πάρεις μαζί σου στὴ μέλλουσα ζωή, καὶ πάλι αὐτὰ δὲν θὰ ἄξιζαν τίποτα μπροστὰ στὰ ἐκεῖ ἀγαθά· ἂν τώρα εἶναι καὶ ἀνάγκη νὰ μείνουν ἐδῶ, γιατί νὰ μὴν τὰ πωλήσουμε, γιὰ νὰ πάρουμε τὸ κέρδος ποὺ μποροῦμε νὰ πάρουμε ἀπὸ αὐτά; Καὶ συνεχίζει ὁ Μέγας Βασίλειος (θὰ τὸ ποῦμε μὲ σημερινοὺς ὅρους): Ὅταν δίνεις πλῆθος χρημάτων καὶ ἀγοράζεις ἕνα αὐτοκίνητο, ἂς ποῦμε –ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει ἕνα ἄλογο–, ὄχι δὲν λυπᾶσαι, ἀλλὰ καὶ πετᾷς ἀπὸ τὴ χαρά σου καὶ τό ’χεις καύχημά σου ὅτι ἔκανες καλὴ ἀγορά· πῶς λοιπόν, ὅταν καλεῖσαι νὰ δώσεις λίγα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὁ ἴδιος ἀναγνωρίζεις ὅτι εἶναι φθαρτὰ καὶ νὰ πάρεις σὲ ἀντάλλαγμα βασιλεία οὐρανῶν, ὄχι δὲν χαίρεσαι, ἀλλὰ τά «βάφεις μαῦρα», ἀρνεῖσαι καὶ ἐπινοεῖς χίλιες προφάσεις γιὰ ἔξοδα ποὺ ἔχεις νὰ κάνεις;[5] Τί ἄλλο εἶναι αὐτό, ἂν ὄχι ἀσυνέπεια;
          Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, λοιπόν, «περισσότερη πίστη» σημαίνει περισσότερη συνέπεια. Ναί, ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει περισσότερο ἢ λιγώτερο· μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι περισσότερο ἢ λιγώτερο παρὼν στὴ ζωή μας, ἀνάλογα μὲ τὸν χῶρο ποὺ ἐμεῖς θὰ τοῦ ἀφήσουμε νὰ κατοικήσει μέσα μας. Διότι δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι στόχος μας εἶναι, τελικά, τό «κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν», ὅπως λέγει ὁ Παῦλος[6], νὰ κατοικήσει ὁ Θεὸς διὰ τῆς πίστεως μέσα στὴν καρδιά μας.

*     *     *

          Ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο ποὺ πρέπει νὰ ποῦμε ἐδῶ, κάτι ποὺ συνδέεται στενώτατα μὲ τὰ ὅσα λέμε γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴ συνέπεια. Ὑπάρχουν πολλοὶ σήμερα, δυστυχῶς ὅλο καὶ περισσότεροι, οἱ ὁποῖοι πολὺ ἁπλᾶ... ἀποφεύγουν νὰ τοποθετηθοῦν πάνω στὸ ἐρώτημα ἂν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει Θεός. Λένε: «Μπορεῖ νὰ ὑπάρχει Θεός· μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ὑπάρχει· γιατί πρέπει ἐγὼ νὰ τοποθετηθῶ πάνω σὲ αὐτό;».
          Λάθος! Δὲν μποροῦμε νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὸ ἐρώτημα ἂν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει Θεός. Ἂν τὸ κάνουμε, μὲ τὴν κουτοπόνηρη λογική μας, πρακτικὰ ἔχουμε ἐπιλέξει νὰ πιστεύουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Διότι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει Θεός, καὶ νὰ μὴν μᾶς ἀφορᾷ· ἂν ὑπάρχει, πρέπει νὰ μᾶς ἀφορᾷ, πρέπει νὰ Τὸν βάλουμε στὴ ζωή μας. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ λοιπὸν ποὺ ἐπιλέγουμε νὰ λέμε ὅτι δὲν μᾶς ἀφορᾷ καὶ ζοῦμε χωρὶς Θεό, πρακτικὰ ὄχι ἁπλῶς ἔχουμε ἐπιλέξει νὰ πιστεύουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀκόμα χειρότερο καὶ σοβαρώτερο, πάνω σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πίστη ἔχουμε οἰκοδομήσει ὁλόκληρη τὴ ζωή μας.
          Προσοχή, λοιπόν! Ὅταν φθάνουμε στὸ ἐρώτημα ἂν ὑπάρχει ἢ ὄχι Θεός, δὲν μποροῦμε νὰ ψηφίσουμε... «παρών». Εἶναι σὰν νὰ πέφτουμε ἀπὸ ἕναν γκρεμὸ καὶ νὰ βλέπουμε ἕνα χέρι νὰ ἐκτείνεται πρὸς τὸ μέρος μας, γιὰ νὰ πιαστοῦμε ἀπὸ αὐτὸ καὶ νὰ μὴν πέσουμε. Εἴτε θὰ κρατηθοῦμε ἀπὸ αὐτό, εἴτε ὄχι. Ἄν, μέσα στὴν κουτοπονηριά μας, γυρέψουμε νὰ ἀποφύγουμε νὰ ἀποφασίσουμε ἂν θὰ κρατηθοῦμε ἢ δὲν θὰ κρατηθοῦμε, ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ μὲ τὸ νὰ ἐπιλέξουμε νὰ μὴν κρατηθοῦμε. Καὶ τότε, βεβαίως, ὁ γκρεμὸς εἶναι ὅλος δικός μας.
          Γι’ αὐτό, Θεέ μου, «πρόσθες ἡμῖν πίστιν». Ἡ κουτοπόνηρη προσπάθεια νὰ ἀποδράσουμε ἀπὸ τὸ ἐρώτημα ἂν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει Θεός, τόσο συχνὴ στὴν ἐποχή μας, εἶναι ἡ βάση καὶ τὸ θεμέλιο γιὰ αὐτὸ ποὺ ἡ ἀσκητικὴ γραμματεία ὀνομάζει «ἀκηδία», ἀπὸ τὸ στερητικὸ ἀ- καὶ τὸ ρῆμα κήδομαι, ποὺ σημαίνει φροντίζω, ἐνδιαφέρομαι, νοιάζομαι, μεριμνῶ. Καὶ ἡ ἀκηδία, ἡ πλήρης ἔλλειψη φροντίδας καὶ ἐνδιαφέροντος, εἶναι ἀπὸ μία ἄποψη τὸ φοβερώτερο ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη· γιατί, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ὅλα μὲν τὰ ἄλλα πάθη ἀντιμετωπίζονται μὲ μία ἀρετὴ τὸ καθένα· ἀκηδία ὅμως εἶναι «περιεκτικὸς θάνατος»[7].
          Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ πίστη –καὶ ἐννοοῦμε βεβαίως τὴ γνήσια, τὴν ἀληθινή, τὴ συνεπῆ πίστη– δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἐκδηλώνεται στὴν πράξη, στὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία ἑνὸς ἑκάστου ἀνθρώπου. Γιατί, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, «ἡ πίστις τὴν ἀδελφὴν ἑαυτῆς, τὴν ἀγαθὴν πολιτείαν ἐπιζητεῖ»[8]. Πίστη ποὺ δὲν ἀνθίζει στὸν βίο ὡς ἀρετὴ εἶναι αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία διαβάζουμε στὴν Καθολικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Ἰακώβου ὅτι «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι»[9]. Μιὰ τέτοια, κενὴ καὶ ἄκαρπη πίστη δὲν θὰ ξέφευγε ἀπὸ τὴν ἁπλῆ παραδοχὴ ὅτι, ναί, ὑπάρχει Θεός, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος ἔχει κάθε δίκιο νὰ λέει ὅτι, μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, «καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι»[10]. Ἡ γνήσια ὅμως πίστη, ἡ ἀληθινὴ πίστη, ἡ συνεπὴς πίστη, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι «πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη», ὅπως γράφει ὁ Παῦλος στὴν Πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή[11].

*     *     *

          Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἀκόμη ἔννοια ὑπὸ τὴν ὁποία θὰ μπορούσαμε νὰ δοῦμε τό «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν», τὸ αἴτημα δηλαδὴ γιὰ περισσότερη πίστη. Σύμφωνα μὲ αὐτήν, ἀνάμεσα στὴ λιγώτερη καὶ τὴν περισσότερη πίστη δὲν ὑπάρχει ἁπλῶς καὶ μόνον ποσοτικὴ διαφορά· ὑπάρχει μιὰ διαφορὰ βαθύτατα ποιοτική.
          Γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτό, εἶναι χρήσιμο νὰ θυμηθοῦμε ἐδῶ τὴ διάκριση ποὺ ἔκανε ὁ Ἀλέξανδρος Τσιριντάνης, μιλώντας γιὰ τὴν προσευχή, ἀνάμεσα στή «μικρή» καὶ τή «μεγάλη» πίστη: Ἡ «μικρή» πίστη, ὅπως ἐξηγοῦσε ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής, μᾶς λέει ὅτι ὁ Θεὸς θὰ φέρει τὰ πράγματα ὅπως τὰ θέλουμε. Ἡ «μεγάλη» πίστη, ἀπὸ τὴν ἄλλη, μᾶς λέει ὅτι θὰ θέλουμε τὰ πράγματα ὅπως θὰ τὰ φέρει ὁ Θεός. Σίγουρα, καὶ ἡ «μικρή» πίστη βρίσκεται παραπάνω ἀπὸ τὴν ἀπιστία· ἀλλὰ οὔτε αὐτὴ ἀντέχει. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη νὰ φθάσει στὴ μεγάλη πίστη. Καὶ εἶναι ἀληθινὰ μακάριος ὅποιος ἔχει φθάσει σὲ αὐτήν. Διότι πραγματικὴ πίστη δὲν εἶναι νὰ λὲς ὅτι ὁ Θεὸς θὰ κάνει ὅ,τι θέλω· πραγματικὴ πίστη εἶναι νὰ λὲς ὅτι θὰ θέλω ὅ,τι κάνει ὁ Θεός[12].
          Εἶναι σημαντικὸ νὰ καταλάβουμε αὐτὴ τὴ διαφορά, διότι σχεδὸν ὅλοι μας, τὶς περισσότερες τοὐλάχιστον φορές, μένουμε στή «μικρή» πίστη. Στὴν προσευχή μας μοιάζουμε νὰ ὑποβάλλουμε στὸν Θεὸ ἕναν κατάλογο αἰτημάτων, ζητώντας ἀπὸ Αὐτὸν ἁπλῶς νὰ βάλει τὴν ὑπογραφή του. Ὅσο κι ἂν στὴν Κυριακὴ προσευχὴ διδασκόμαστε νὰ λέμε στὸν Θεό «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου»[13], ἐμεῖς στὴν πράξη, τὶς περισσότερες τοὐλάχιστον φορές, στεκόμαστε μπροστὰ στὸν Θεὸ μὲ ἕνα κατὰ βάσιν αἴτημα: «Γενηθήτω τὸ θέλημά μου».
          Μιλώντας ἐδῶ γιὰ τὸ θέλημα, ἀξίζει νὰ θυμηθοῦμε αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ ποὺ κατορθώνει ἡ πίστη, ὅπως τὸ περιγράφει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος. Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος, ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους ἀσκητικοὺς Πατέρες, ἔζησε τὸν 6ο αἰῶνα καὶ στὴ διδασκαλία του ἐπέμεινε ἰδιαίτερα στὴ σημασία τῆς περικοπῆς τοῦ ἰδίου θελήματος. Καὶ τὸ θαυμαστὸ ποὺ περιγράφει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος εἶναι ὅτι, ὅσο ὁ ἄνθρωπος περικόπτει τὸ ἴδιον θέλημα, τόσο περισσότερο ἀναπαύεται σὲ ὅ,τι γίνεται! «Οὐ γὰρ θέλει τὰ πράγματα γίνεσθαι ὡς θέλει, ἀλλὰ θέλει ὡς γίνεται» (δὲν θέλει νὰ γίνονται τὰ πράγματα ὅπως θέλει, ἀλλὰ τὰ θέλει ὅπως γίνονται). Καὶ ἔτσι, «ὁ μὴ ἔχων ἴδιον θέλημα, πάντοτε τὸ ἴδιον ποιεῖ»[14]. Ἂν προσέξετε, θὰ διαπιστώσετε ὅτι αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ «μεγάλη» πίστη, γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶμε ἐδῶ.
          Μὲ τὴν ἴδια λογική, ὁ ἅγιος Πορφύριος ἔλεγε: «Πίστις δὲν σημαίνει, πάντοτε, βεβαιότητα γιὰ τὴ θεραπεία, ἀλλὰ σημαίνει πρωτίστως ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ». Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, πρόκειται ἐδῶ γιὰ ἐκεῖνο τὸ ἄλλο ὡραῖο ποὺ ἔλεγε ὁ Τσιριντάνης: ὅτι ὁ χριστιανὸς δὲν εἶναι οὔτε αἰσιόδοξος οὔτε ἀπαισιόδοξος· εἶναι πιστός. Δὲν ξεκινάει δηλαδὴ πεπεισμένος ὅτι θὰ γίνει ὁπωσδήποτε αὐτὸ ποὺ θέλει· οὔτε πάλι νιώθει ὅτι οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα συνωμοτοῦν ἐναντίον του· ὄχι· ἀλλὰ ἔχει ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, στὸν ὁποῖο ἔχει ἀναθέσει ἑαυτόν.
          Ἀξίζει μάλιστα νὰ σημειώσουμε τὸ ἑξῆς: Ἂν διαβάσουμε τοὺς μεγάλους νεώτερους Ἁγίους Ἁγιορεῖτες Πατέρες ποὺ τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχουν κερδίσει τὴν ἀγάπη τοῦ κόσμου μὲ τὸν ἁπλὸ καὶ μεστὸ πίστης λόγο τους, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι ὅλο καὶ περισσότερο, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ τὴν πίστη στὸν Θεό, ἀντὶ γιὰ τὸν ὅρο «πίστη», χρησιμοποιοῦν τὸν ὅρο «ἐμπιστοσύνη». Καὶ διόλου τυχαῖα· διότι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἡ «μεγάλη» πίστη: ἐμπιστοσύνη.
          «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν», λοιπόν, Θεέ μου, ὥστε νὰ περάσουμε ἀπὸ τή «μικρή» πίστη στή «μεγάλη», μᾶλλον δέ, στὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸ θέλημά Σου, ὥστε αὐτὸ νὰ ἀναζητοῦμε καὶ αὐτὸ νὰ μᾶς ἀναπαύει.

*     *     *

          Κλείνοντας, πρέπει νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ ἕναν ἀκόμη λόγο, ἴσως τὸν βασικό, ποὺ μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε τὴν ἀνάγκη σήμερα νὰ στραφοῦμε στὸν Κύριο καὶ νὰ τοῦ ζητήσουμε νὰ μᾶς ὁπλίσει, νὰ μᾶς θωρακίσει μὲ περισσότερη πίστη. Ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ὅτι ὅσοι θὰ ἐπιθυμούσαμε νὰ ζήσουμε κατὰ Χριστόν, ἔστω νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ ζήσουμε κατὰ Χριστόν, νιώθουμε ὅτι ζοῦμε σήμερα σὲ ἕναν κόσμο ἐχθρικὸ καὶ ἀφιλόξενο. Ὅτι εἴμαστε λίγοι, ἀπελπιστικὰ λίγοι, ἐν μέσῳ πολλῶν πολεμίων.
          Παντοῦ γύρω μας, ἀξίες καὶ ἰδανικὰ ἀνατρέπονται. Καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀνατρέπονται, ἀλλὰ καὶ ποδοπατοῦνται καὶ χλευάζονται. Παντοῦ κυριαρχεῖ ὁ ἀντίστροφος Μίδας τοῦ ἀθεϊσμοῦ, ὅπως τόσο παραστατικὰ τὸν εἶχε ὀνομάσει ὁ Ἀλέξανδρος Τσιριντάνης[15]. Ἀντίστροφος Μίδας, γιατὶ ὁ παλαιὸς ἐκεῖνος Μίδας, ὁ μυθικὸς βασιλιὰς τῆς Φρυγίας, ἔπιανε στὰ χέρια του ὁτιδήποτε, ἂς ποῦμε λάσπη καὶ χῶμα, καὶ τὸ ἔκανε χρυσάφι· ὁ σύγχρονος Μίδας τοῦ ἀθεϊσμοῦ πιάνει στὰ χέρια του χρυσάφι καὶ τὸ κάνει λάσπη καὶ χῶμα... Σὲ ἕνα τέτοιο περιβάλλον, νιώθουμε τὴν ἀνάγκη νὰ ἀναφωνήσουμε, μαζὶ μὲ τὸν Δαυῒδ καὶ τὴ Σωσάννα: «Στενά μοι πάντοθεν»[16]. Νὰ θρηνήσουμε μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο: «Ἔρρει τὰ καλά, γυμνὰ τὰ κακά, ὁ πλοῦς ἐν νυκτί, πυρσὸς οὐδαμοῦ, Χριστὸς καθεύδει»[17]. Κάποτε ἔρχεται αὐθόρμητα στὴ σκέψη μας τὸ ἐναγώνιο ἐρώτημα ἀπὸ τὸ Κατὰ Λουκᾶν εὐαγγέλιο: «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;»[18].
          Δὲν ξέρω βέβαια ἂν οἱ χριστιανοὶ ἦταν ποτὲ πολλοὶ στὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Ἀλλὰ ξέρω ὅτι κάποτε ὁ ἄπιστος ντρεπόταν νὰ διακηρύξει τὴν ἀπιστία του· ἐνῷ σήμερα ἔχουμε φθάσει σὲ ἕνα σημεῖο ποὺ ὁ πιστὸς ντρέπεται νὰ διακηρύξει τὴν πίστη του...
          Ἀσφαλῶς, οἱ χριστιανοὶ δὲν πόνταραν ποτὲ στοὺς ἀριθμοὺς οὔτε καταπτοοῦνταν, ὅταν οἱ πλειοψηφίες ἦταν ἐναντίον τους. Τὴν ἐποχὴ τῶν μαρτύρων οἱ χριστιανοὶ ἦταν μιὰ ἀσήμαντη μειοψηφία μέσα στὴν ἀχανῆ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, ἀλλὰ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη δὲν παύει νὰ εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς πιὸ μεγάλης δόξας γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Μὲ τὴν ἴδια λογική, δὲν θὰ ἔπρεπε ἴσως νὰ ἀνησυχοῦμε γιὰ τὰ παιδιά μας σήμερα, ποὺ τὰ πιστὰ παιδιὰ εἶναι μειοψηφία, ἢ ποὺ εἶναι ἀναγκασμένα νὰ ἔχουν στὰ σχολεῖα δασκάλους καὶ καθηγητὲς ποὺ ἐνίοτε διδάσκουν τὴν ἀθεΐα καὶ νὰ μεγαλώσουν σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ εἶναι ἡ ἴδια σχολεῖο τοῦ ὑλισμοῦ. Ἄλλωστε, καὶ ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη ἦταν μόλις δεκαοκτὼ χρονῶν, ἀλλά «ἐφίμωσε λαμπρῶς τοὺς κομψοὺς τῶν ἀσεβῶν τοῦ πνεύματος τῇ μαχαίρᾳ»[19], ὅπως λέμε στὸ ἀπολυτίκιό της.
          Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα μὲ τὰ σημερινὰ παιδιὰ εἶναι ἄλλο. Καὶ δυστυχῶς τὸ πρόβλημα δὲν ἀφορᾷ μόνο τὰ παιδιά, ἀλλὰ καὶ τὴ γενιὰ τῶν μεγαλυτέρων. Τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι σήμερα εἴμαστε –μὲ συγχωρεῖτε, ἂν φανεῖ κάπως ἀπόλυτο αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ– ἀκατήχητοι. Ὅ,τι ὑγιὲς ἔχουμε μέσα μας ἀπὸ τὴ φύση, τὴν οἰκογένεια, τὴν παράδοση, δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ τὸ ἐκτιμήσουμε σωστά, νὰ τὸ κατανοήσουμε, νὰ τὸ ὑπερασπισθοῦμε. Κι αὐτὸ σιγὰ σιγά, παραπεταμένο, καταπιεζόμενο καὶ πανταχόθεν βαλλόμενο, ἀτονεῖ, σβήνει καὶ χάνεται.
          Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν ἕνα αἴτημα σήμερα εἶναι τὸ αἴτημα γιὰ ἐπανακατήχηση, γιὰ ἐπανευαγγελισμὸ τοῦ λαοῦ μας: νὰ γνωρίσουμε ξανὰ ὡς λαὸς τὴν πίστη, τὴ δύναμη καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστης μας. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν ἕνα ἐρώτημα εἶναι: Ποιὸς θὰ ἀναλάβει αὐτὴ τὴν ἐπανακατήχηση, αὐτὸν τὸν ἐπανευαγγελισμό; Μήπως... τὸ κράτος; Μήπως... τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα καὶ τὸ σχολεῖο μὲ τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν; Ἂς ἀρκεσθοῦμε νὰ ποῦμε ὅτι, καθὼς φαίνεται, δὲν μποροῦμε νὰ ἐπενδύσουμε ἐκεῖ τὶς ἐλπίδες μας... Τότε ποιὸς θὰ ἀναλάβει αὐτὴ τὴν ἐπανακατήχηση, αὐτὸν τὸν ἐπανευαγγελισμό; Προφανῶς, ἡ Ἐκκλησία καὶ ὅσοι βρισκόμαστε μέσα σὲ αὐτήν.
          Ἔχουν περάσει σχεδὸν ὀγδόντα χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ μία ἀπὸ τὶς πιὸ φωτισμένες μορφὲς ποὺ ἀνέδειξε αὐτὸ ἐδῶ τὸ Ἔργο, ὁ θεολόγος καὶ μέλος τῆς Ἀδελφότητας Θεολόγων «Ἡ Ζωή» Ἀλέξανδρος Γκιάλας, γνωστὸς ἀπὸ τὸ ποιητικό του ἔργο ὡς ποιητὴς Γ. Βερίτης, ἔλεγε σὲ ἕνα κοινὸ φοιτητῶν τὰ ἀκόλουθα λόγια, ποὺ μοιάζουν νὰ ἔχουν γραφεῖ στὴ σημερινὴ ἐποχὴ καὶ γιὰ τὴ σημερινὴ ἐποχή:
          «Θὰ δουλέψουμε, θὰ φωνάξουμε, θὰ παλέψουμε. Θὰ τοὺς κάνουμε νὰ μᾶς ἀκούσουν. Αὐτὸ πρέπει νὰ γίνει. Καὶ θὰ γίνει ὄχι μὲ τὰ μέσα τῆς πολιτείας οὔτε μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἀρχῶν. Πρέπει νὰ εἴμαστε ἀποφασισμένοι νὰ ἀγωνιζόμαστε μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα ὄχι τῆς ἐλεύθερης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ διετέλεσε ὑπὸ Νέρωνας καὶ Δεκίους καὶ Διοκλητιανούς. Ἂν δὲν ἀναστήσουμε μέσα στὴν ψυχή μας τὸ πνεῦμα τῶν κατακομβῶν καὶ τοῦ μαρτυρίου, εἴμαστε ἄχρηστοι γιὰ τὴ σημερινὴ ἐποχή. Ὅταν μᾶς λείψει αὐτὸ τὸ πνεῦμα, θὰ ζοῦμε ἴσως ἀνετώτερα τὴ ζωή μας, θὰ παριστάνουμε ἴσως εὐκολώτερα τὸν ἱεραπόστολο, ἀλλὰ δὲν θὰ εἴμαστε ἕνα πρᾶγμα: δὲν θὰ εἴμαστε μαθητὲς Ἐκείνου».
          Μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα, σὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, πρέπει νὰ ἐργασθοῦμε σήμερα γιὰ τὴν ἐπανακατήχηση, τὸν ἐπανευαγγελισμὸ τοῦ λαοῦ μας. Ἀλλὰ καὶ ὡς χριστιανικὸ ἔργο πρέπει νὰ νιώσουμε ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ δικό μας καθῆκον σήμερα. Αὐτὴ εἶναι ἡ δική μας ἀποστολή. Ἤ, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε μὲ ἀκόμα μεγαλύτερη ἔμφαση, αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς ὕπαρξής μας. Ἕνα μόνο πρᾶγμα μᾶς χρειάζεται. Καὶ αὐτὸ ζητᾶμε. Κύριε, «πρόσθες ἡμῖν πίστιν».






ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Λουκ., ιζ΄ 1 κ.ἑ.
[2] Λουκ., ιζ΄ 5.
[3] Βασιλείου Καισαρείου τοῦ Μεγάλου, Ὁμιλία προτρεπτικὴ εἰς τὸ ἅγιον βάπτισμα, ed. J.-P. Migne, PG 31, 429 A.
[4] Ματθ., ιθ΄ 21· Μάρκ., ι΄ 21· Λουκ., ιη΄ 22.
[5] Βασιλείου Καισαρείας τοῦ Μεγάλου, Πρὸς τοὺς πλουτοῦντας, ed. Y. Courtonne, 3.32-39 (= ed. J.-P. Migne, PG 31, 288 BC).
[6] Ἐφ., γ΄ 17
[7] Ἰω. Κλίμ., Κλίμαξ, Λόγος ΙΓ΄, «Περὶ ἀκηδίας», κεφ. ϛ΄· PG 88, 860 C.
[8] Γρηγορίου Νύσσης, Πρὸς τοὺς βραδύνοντας εἰς τὸ βάπτισμα, (= ed. J.-P. Migne, PG 46, 432 A).
[9] Ἰακ., β΄ 20, β΄ 26· βλ. καὶ Ἰακ., β΄ 14· Ἰακ., β΄ 17. Αὐτὸ τὸ αἴτημα γιὰ τὴ σύζευξη πίστεως καὶ ἔργων τὸ βρίσκουμε συχνὰ στὴν Πατερικὴ καὶ Ἀσκητικὴ Γραμματεία· βλ., γιὰ παράδειγμα Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Εἰς ἑαυτόν, εἰς τὸν λαὸν καὶ τοὺς ποιμένας, ἐξ ἀγροῦ ἐπανήκοντα μετὰ τὰ κατὰ Μάξιμον (Λόγος ΚϚ΄), ed. J.-P. Migne, PG 35, 1233.34-37· Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστήν, Ὁμιλία Η΄, ed. W. Jaeger, τόμ. V, 434.3-6 (= ed. J.-P. Migne, PG 44, 748 B)· Ἰωάννου Κλίμακος, Κλίμαξ, Λόγος ΚϚ΄, «Περὶ διακρίσεως λογισμῶν, καὶ παθῶν, καὶ ἀρετῶν», μέρος Γ΄, κεφ. μβ΄-μγ΄ (= ed. J.-P. Migne, PG 88, 1089 A)· Ἰσαὰκ Σύρου, Λόγοι ἀσκητικοί, Λόγος ΚΒ΄ 4 <Bedjan Λόγος 7>, ΕΠΕ, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητικῶν 8Α, σελ. 344-346, 4.9-17· Διαδόχου Φωτικῆς, Κεφάλαια γνωστικὰ ἑκατόν, κεφ. κ΄, ΕΠΕ, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητικῶν 9, 136.3-7.
[10] Ἰακ., β΄ 19.
[11] Γαλ., ε΄ 6.
[12] Ἀλεξάνδρου Ν. Τσιριντάνη, Ἡ πίστις ὡς βίωμα, Γ΄ τόμος, Ἐκδόσεις Συζήτησις, Ἀθῆναι 1982, σελ. 179.
[13] Ματθ., στ΄ 10.
[14] Δωροθέου ἀββᾶ, Διδασκαλίαι διάφοροι, «Περὶ ἀποταγῆς» 28, ΕΠΕ, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητικῶν 12, 290· Διδ. Α΄, ιδ΄, PG 88, 1636 CD· Δωροθέου ἀββᾶ, ῾Ρήματα διάφορα ἐν συντόμῳ 12, ΕΠΕ, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητικῶν 12, 648· Διδασκαλίαι ψυχωφελεῖς διάφοροι, Διδ. ΙΘ΄, PG 88, 1809 BC.
[15] Ἀλεξάνδρου Ν. Τσιριντάνη, Ἡ πίστις ὡς βίωμα, Α΄ τόμος, Ἐκδόσεις Συζήτησις, Ἀθῆναι 1980, σελ. 18.
[16] Βασιλ. Δ΄, κδ΄ 14· Σωσάννα, κβ΄ 2.
[17] Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Εὐδοξίῳ ῥήτορι (Ἐπιστολὴ Π΄), ed. P. Gallay, 80, 2.3-5 (= ed. J.-P. Migne, PG 37, 153 C)
[18] Λουκ., ιη΄ 8.
[19] Ἀπὸ τὸ ἀπολυτίκιο τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης.







Δεν υπάρχουν σχόλια: