Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2019


Ἰωάννου Κ. Ἀγγελοπούλου

ΗΘΙΚΟΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΩΝ ΕΚΤΡΩΣΕΩΝ

Ἀκτῖνες (2019) 129- 134



1. Εἰσαγωγὴ
          α. Τὸ ζήτημα τῶν ἐκτρώσεων ἀποτελεῖ σημαντικὸ ἠθικὸ ζήτημα γιὰ τὶς δυτικὲς κοινωνίες. Στὶς περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς ἔχει ἐδῶ καὶ κάποιες δεκαετίες νομοθετικῶς κατοχυρωθῆ μέχρι ἑνὸς χρονικοῦ ὁρίου (3 μηνῶν τὸ κυοφορούμενο ἔμβρυο[1]) νὰ τελοῦνται ἐλευθέρως κατὰ τὴν βούλησι τῶν γονέων, κυρίως τῆς μητρὸς τοῦ κυοφορουμένου. Τὸ ζήτημα ἐγείρει ἠθικὰ ἐρωτήματα, κυρίως γιὰ τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς τοῦ κυοφορουμένου καθὼς καὶ γιὰ τὸ πότε ἀρχίζει ἡ ἀνθρωπίνη ζωή.
          β. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει ὅλα τὰ ἠθικὰ ζητήματα μὲ βάσι ἀφ’ ἑνὸς τὶς ἐπιστημονικὲς γνώσεις ἑκάστης ἐποχῆς καὶ ἀφ’ ἑτέρου καὶ κυρίως μὲ βάσι τὴν δογματική της διδασκαλία. Ὡς δόγματα τῆς Ἐκκλησίας ὁρίζομε τὶς ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων Του παραδεδομένες ἀλήθειες - διδασκαλίες Του, οἱ ὁποῖες παρελήφθησαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ διαφυλάσσονται ἐντὸς αὐτῆς ἀνοθεύτως καὶ ἀπαρασαλεύτως. Οἱ θεωρητικὲς αὐτὲς διδασκαλίες - ἀλήθειες τοῦ Χριστοῦ ἔχουν ἠθικὲς ἀκολουθίες καὶ συνεπαγωγές. Μὲ βάσι καὶ κριτήριο τὰ δόγματα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία καλεῖται σὲ ἑκάστη ἐποχὴ νὰ προσεγγίση καὶ νὰ διαφωτίση τὰ ἀναφυόμενα ἠθικὰ προβλήματα. Δὲν ἔχει σημασία ἐὰν τὰ προβλήματα εἶναι καινούργια ἢ ἐὰν προϋπῆρχαν καὶ σὲ παλαιότερες ἐποχές. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ παραμένει αἰώνιος καὶ κατὰ τὴν διατύπωσι τοῦ Ἰδίου: «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσιν»[2].

2. Δογματικὴ προσέγγισις
          α. Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας περὶ τοῦ ἀνθρώπου ὀνομάζεται ἀνθρωπολογία. Ἡ ὀρθόδοξος ἀνθρωπολογία θεμελιώνεται στὴν περὶ Δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ὡς κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ προσώπου διδασκαλία καὶ στὴν Χριστολογία, τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
          β. Κατὰ τὴν ἀνθρωπολογία τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα - ποίημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν»[3]. Τὸ δημιούργημα αὐτὸ ἔχει ἐντός του τὴν «πνοὴν ζωῆς»[4] ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Εἶναι διφυὲς ὄν, ἀποτελούμενο ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή. Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, μετὰ τὴν προπατορικὴ ἁμαρτία καὶ τὴν εἴσοδο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου στὴν κτίσι, φθείρεται καὶ πεθαίνει, ἐνῷ ἡ ψυχὴ παραμένει ἄφθορος καὶ ἀθάνατος κατὰ χάριν καὶ κατὰ μετοχὴν τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν. Μὲ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ἐδωρήθη καὶ πάλιν σὲ ὁλόκληρο τὴν ἀνθρωπότητα ἡ μέλλουσα ἀνάστασις καὶ ἀφθαρσία τῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἑνωθοῦν μετὰ τῶν ψυχῶν καὶ θὰ ζοῦν αἰωνίως εἴτε στὴν μακαριότητα τοῦ παραδείσου, εἴτε στὴν ὀδύνη τῆς κολάσεως.
          γ. Ἡ ἕνωσις τῆς ψυχῆς μὲ τὸ σῶμα γίνεται κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς συλλήψεως τοῦ ἀνθρώπου[5]. Ἡ Ἐκκλησία ἀπέρριψε κάποιες κακοδοξίες περὶ προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, κατὰ τὴν ἐπίδρασι τοῦ πλατωνισμοῦ, καὶ ἀπεδέχθη τὴν ταυτόχρονο δημιουργία ψυχῆς καὶ σώματος γιὰ ἕνα ἕκαστο νέο ἄνθρωπο. Ἐπὶ παραδείγματι ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης διδάσκει: «Περὶ δὲ τοῦ πότε τὰς ἀρχὰς αἱ ψυχαὶ τῆς ὑπάρξεως ἔχουσιν, ὡς ἀκόλουθον ὂν τοῖς προεξητασμένοις, ζητεῖν καταλείπεται. Εἰ γὰρ δοθείη τὸ πρὸ τοῦ σώματος ἐν ἰδιαζούσῃ τινὶ καταστάσει τὴν ψυχὴν βιοτεύειν, ἀνάγκη πᾶσα τὰς ἀτόπους ἐκείνας δογματοποιίας ἰσχὺν ἔχειν νομίσαι τῶν διὰ κακίας τὰς ψυχὰς εἰσοικιζόντων τοῖς σώμασιν. Ἀλλὰ μὴν ἐφυστερίζειν τῶν ψυχῶν τὴν γένεσιν καὶ νεωτέραν τῆς τῶν σωμάτων εἶναι συμπλάσεως, οὐδεὶς ἂν τῶν εὖ φρονούντων ὑπονοήσειεν, φανεροῦ πᾶσιν ὄντος ὅτι οὐδὲν τῶν ἀψύχων κινητικήν τε καὶ αὐξητικὴν ἐν ἑαυτῷ δύναμιν ἔχει· τῶν δὲ τῇ νηδύι ἐντρεφομένων οὔτε ἡ αὔξησις οὔτε ἡ τοπικὴ κίνησίς ἐστιν ἀμφισβητήσιμός τε καὶ ἀμφίβολος. Λείπεται οὖν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ψυχῆς τε καὶ σώματος ἀρχὴν τῆς συστάσεως οἴεσθαι»[6] (Γιὰ τὸ ζήτημα πότε ἀρχίζει τὴν ὕπαρξι ἡ ψυχὴ σὲ ἀκολουθία μὲ τὰ προεκτεθέντα ὑπολείπεται νὰ συζητήσωμε. Ἐὰν ἔχει δοθῆ νὰ ζῆ ἡ ψυχὴ σὲ κάποια ἰδιαιτέρα κατάστασι πρὶν ἀπὸ τὸ σῶμα, τότε ἀναγκαστικῶς θὰ ἰσχύουν ἐκεῖνες οἱ δοξασίες, οἱ ὁποῖες ὑποστηρίζουν ὅτι ἐξ αἰτίας κάποιας κακίας - ἁμαρτίας εἰσῆλθαν οἱ ψυχὲς στὰ σώματα. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡ δημιουργία τῶν ψυχῶν ἐγίνετο μετὰ τὴν πλάσι τῶν σωμάτων, οὐδεὶς λογικῶς σκεπτόμενος θὰ ἐδέχετο, ἀφοῦ εἶναι φανερὸ σὲ ὅλους ὅτι τίποτα τὸ ἄψυχο δὲν ἔχει μέσα του κινητικὴ καὶ αὐξητικὴ δύναμι. Καὶ γι' αὐτὰ ποὺ τρέφονται στὴν κοιλία τῆς ἐγκύου οὔτε ἡ αὔξησις οὔτε ἡ κίνησις εἶναι ἀμφιβαλλόμενα καὶ ἀμφισβητήσιμα. Κατὰ συνέπεια ὑπολείπεται μία ταυτοχρόνως χρονικὴ ἀρχὴ νὰ ἔχουν ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα). Τὸ ἴδιο ἀναλύει ἐκτενέστερα καὶ στὸ ἔργο του περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου. Σημειώνει ἐκεῖ: «ἑνὸς ὄντος τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ διὰ ψυχῆς τε καὶ σώματος συνεστηκότος, μίαν αὐτοῦ καὶ κοινὴν τῆς συστάσεως τὴν ἀρχὴν ὑποτίθεσθαι, ὡς ἂν μὴ αὐτὸς ἑαυτοῦ προγενέστερός τε καὶ νεώτερος γένοιτο»[7] (Ἐπειδὴ ἕνα πράγμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀποτελούμενος ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα, μίαν ἀρχὴ τῆς συστάσεώς του δεχόμαστε, γιὰ νὰ μὴ γίνει ὁ ἴδιος προγενέστερος καὶ νεώτερος τοῦ ἑαυτοῦ του). «Μήτε ψυχὴν πρὸ τοῦ σώματος μήτε χωρὶς ψυχῆς τὸ σῶμα ἀληθὲς εἶναι λέγειν»[8] (Οὔτε ἀληθεύει νὰ λέγη κάποιος ὅτι ὑπάρχει ψυχὴ πρὶν ἀπὸ τὸ σῶμα, οὔτε σῶμα χωρὶς ψυχή). Καὶ ἐπιχειρηματολογεῖ ὡς ἑξῆς: «ὡς γὰρ οὐκ ἔστι τὴν κατὰ τὰ μέλη διάρθρωσιν ἐνιδεῖν τῷ πρὸς τὴν σύλληψιν τοῦ σώματος ἐντιθεμένῳ πρὸ τῆς διαπλάσεως· οὕτως οὐδὲ τὰς τῆς ψυχῆς ἰδιότητας ἐν τῷ αὐτῷ δυνατόν ἐστι κατανοῆσαι, πρὶν προελθεῖν εἰς ἐνέργειαν»[9] (Ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοῦμε πρὶν τὴν σύλληψι τὴν διάρθρωση τῶν μελῶν τοῦ σώματος, ἔτσι οὔτε τὶς ἰδιότητες τῆς ψυχῆς μποροῦμε νὰ κατανοήσωμε πρὶν γίνουν ἐνεργές).
          δ. Αὐτὴν τὴν διδασκαλία τὴν διετύπωσε ἡ Ἐκκλησία στὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐξ ἀφορμῆς τῆς αἱρέσεως τοῦ Νεστορίου. Τότε ἐκλήθη νὰ ἀπαντήση στὸ ἐρώτημα πότε προσέλαβε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς τὴν ἀνθρωπίνη φύσι· πρὶν τὴν γέννησί Του ἢ ὅπως ὑπεστήριζε ὁ Νεστόριος μετὰ τὴν γέννησι Αὐτοῦ καὶ ἄρα ὀρθῶς ὠνόμαζε τὴν Μητέρα Του Χριστοτόκο ἢ Ἀνθρωποτόκο καὶ ὄχι Θεοτόκο, ὅπως ἤδη τὴν ἀπεκάλει ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὴν ὀρθὴ διατύπωσι τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἡ ἀπάντησις ἦταν «ἐξ αὐτῆς τῆς συλλήψεως ἑνῶσαι ἑαυτῷ τὸν ἐξ αὐτῆς [τῆς Θεοτόκου Παρθένου] ληφθέντα ναόν»[10] (Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς συλλήψεως ἕνωσε μὲ τὸν ἑαυτό Του ὁ Θεὸς Λόγος τὸν ναό, δηλαδὴ τὴν ψυχοσωματικὴ ἑνότητα, ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὴν Θεοτόκο Παρθένο). Συναφῶς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «ἐξ ἄκρας συλλήψεως». Γράφει ἐπὶ λέξει: «Οὔτε γὰρ γενόμενος πρότερον καθ’ ἡμᾶς ὕστερον γέγονεν ὑπὲρ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἢ ἐκ πρώτης ὑπάρξεως ἄμφω ὑπῆρξε διὰ τὸ ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἐν αὐτῷ τῷ Λόγῳ τὴν ὕπαρξιν ἐσχηκέναι»[11] (Οὔτε εἶχε γίνει πρὶν οὔτε ὕστερα ἔγινε, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς συλλήψεως ἔγινε καὶ τὰ δύο, ψυχὴ καὶ σῶμα, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τὴν ἀνθρωπίνη φύσι). Ἀπὸ τὴν χριστολογικὴ αὐτὴ διδασκαλία ἡ Ἐκκλησία συμπεραίνει ὅτι καὶ σὲ κάθε ἀνθρωπίνη σύλληψι ἡ ἕνωσις ψυχῆς καὶ σώματος γίνεται «ἐξ ἄκρας συλλήψεως». Αὐτὴ εἶναι μία θεμελιώδης, γιὰ τὴν Ἐκκλησία, διδασκαλία, βάσει τῆς ὁποίας στέκει ἐπικριτικῶς σὲ ὅλες τὶς παρεμβάσεις στὸ κυοφορούμενο ἔμβρυο, οἱ ὁποῖες μποροῦν νὰ προκαλέσουν τὸν τερματισμὸ τῆς κυοφορίας του καὶ τὴν διάσπασι τῆς ἑνιαίας ψυχοσωματικῆς ὑπάρξεώς του.

3. Ἠθικὴ προσέγγισις
          α. Ἡ Ἠθικὴ τῆς Ἐκκλησίας πηγάζει καὶ ἐξαρτᾶται, ὅπως καὶ ἀνωτέρω, ἐσημειώσαμε ἀπὸ τὴν Δογματική της. «Πᾶσα θεωρητικὴ τῆς πίστεως ἀλήθεια τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔχει καὶ τὰς ἠθικὰς διαστάσεις αὐτῆς»[12]. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία τὸ ἔμβρυο θεωρεῖται δογματικῶς (μὲ βάσι τὴν Ἀνθρωπολογία καὶ τὴν Χριστολογία τῆς Ἐκκλησίας, τὶς ὁποῖες ἀναπτύξαμε προηγουμένως) ὡς ἐν δυνάμει ἄνθρωπος, κάθε διακοπὴ αὐτῆς τῆς πορείας πρὸς τὴν ὁλοκλήρωσι καὶ γέννησί του θεωρεῖται ἐφάμαρτος καὶ παρομοιάζεται - ἐξισώνεται μὲ τὸν φόνο ἑνὸς γεννηθέντος προσώπου.
          β. Ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ φόνου, τὸ «οὐ φονεύσεις»[13], εἶναι γενικὴ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ὁ φόνος θεωρεῖται μεγάλη ἁμαρτία διότι διακόπτει βιαίως μία ἀνθρωπίνη ζωή, γιὰ τὴν δημιουργία τῆς ὁποίας ἐνεργεῖ ἀφανῶς ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Τὸ δῶρο τῆς ζωῆς τὸ ὁποῖο χαρίζει ὁ Θεὸς στὰ δημιουργήματά Του, καταστρατηγεῖται ἀπὸ τὴν βούλησι κάποιων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὡς ὕπατο ἐπιχείρημα ἐπικαλοῦνται τὸ δικαίωμα τοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ τους.
          γ. Νὰ σημειώσωμε ἐδῶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὁμιλοῦσα περὶ ζωῆς δὲν τὴν περιορίζει στὴν βιολογική της διάστασι. Ἡ ἀνθρωπίνη ζωὴ ἔχει καὶ πνευματικὴ διάστασι. Ὅπως ὀρθῶς ἔχει διατυπωθῆ: «ἡ ἐξ ἀπείρου φιλανθρωπίας ὑπὸ τοῦ Θεοῦ δημιουργηθεῖσα ἀνθρώπινος ζωὴ εἶναι κατὰ πάντα ἁγία, ἱερὰ καὶ ἀξιοσέβαστος εἴτε αὕτη εὑρίσκεται ἐν τῷ γίγνεσθαι, εἴτε ἐν τῇ φυσικῇ αὐτῆς ὡριμάνσει - τελειώσει. Ἡ ἀνθρωπίνη ὕπαρξις, τ.ἔ. ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖται ἐξ ἀγάπης ὑπὸ τοῦ αἰωνίου Θεοῦ οὐχὶ διὰ νὰ μείνῃ μόνον ἁπλοῦς ἄνθρωπος, ἀλλὰ διὰ νὰ αὐξηθῇ κατὰ Θεὸν καὶ νὰ καταστῇ, ἄνθρωπος ὤν, Θεὸς κατὰ χάριν. Αὐτὸ οὐδὲν ἕτερον δηλοῖ εἰ μὴ ὅτι ὁ ἐν ἐμβρύῳ εὑρισκόμενος ἄνθρωπος ἐξελέγη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ “πρὸ καταβολῆς κόσμου εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν ἅγιον καὶ ἄμωμον κατενώπιον αὐτοῦ, ἐν ἀγάπῃ προορίσας αὐτὸν εἰς υἱοθεσίαν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ” (Πρβλ. Ἐφεσ. 1: 4-5). Ἡ ἀνθρωπίνη ζωή, ἥτις ἄρχεται ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς συλλήψεως, τυγχάνει νὰ εἶναι ἀνωτέρα πάντων τῶν λοιπῶν δημιουργημάτων, ἤ, ὡς ἐπιγραμματικώτατα γράφει ὁ Μακάριος τῆς Αἰγύπτου, “τιμιώτερος οὖν ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὑπὲρ πάντα τὰ δημιουργήματα, τάχα δὲ τολμήσω λέγειν, ὅτι μὴ μόνον τῶν ὁρατῶν δημιουργημάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀοράτων, ἤγουν τῶν λειτουργικῶν πνευμάτων”[14]»[15].
          δ. Δυστυχῶς ἡ ἔννομος τάξις πολλῶν χωρῶν δὲν ἀναγνωρίζει τὰ θεμελιώδη ἀνθρώπινα δικαιώματα στὰ κυοφορούμενα ἔμβρυα. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει, γιατὶ ἐπικρατεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ ἰσχυροτέρου, ἐν προκειμένῳ τοῦ γεννήτορος ἔναντι τῶν ὑπ’ αὐτοῦ γεννηθησομένων. Ἡ ἀλλαγὴ νοοτροπίας καὶ νομοθεσίας ἐπετεύχθη μετὰ τὴν πίεσι πολλῶν ὀργανωμένων ὁμάδων γιὰ τὴν αὐτοδιάθεσι τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος τῆς γυναικός, μὲ τὸ σαθρὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ ἔμβρυο ἀποτελεῖ δῆθεν προέκτασι τοῦ γυναικείου ἀνθρωπίνου σώματος. Γνωρίζομε, βεβαίως, ἀπὸ τὴν βιολογία ὅτι τὸ ἔμβρυο καὶ τὸ γεννώμενο παιδίο ἔχει μόνον τὸ 50% τοῦ DNA του ἀπὸ τὴν μητέρα καὶ τὸ ὑπόλοιπο 50% προέρχεται ἀπὸ τὸν πατέρα του. Κατὰ συνέπεια δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ἐξ ὁλοκλήρου προέκτασις ἢ προϊὸν τοῦ γυναικείου σώματος.
          ε. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα στὸν ὅρκο τοῦ Ἱπποκράτους διαβάζομε ὅτι ἀνάμεσα στὰ ἠθικὰ καθήκοντα τοῦ ἰατροῦ ἦταν καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς βοηθείας πρὸς ἔκτρωσι - ἄμβλωσι τῶν κυοφορουμένων. «Οὐ δώσω δὲ οὐδὲ φάρμακον οὐδενὶ αἰτηθεὶς θανάσιμον, οὐδέ ὑφηγήσομαι ξυμβουλίην τοιήνδε· ὁμοίως δὲ οὐδὲ γυναικὶ πεσσὸν φθόριον». Ὑπῆρχε, δηλαδή, ἡ αἴσθησις ὅτι ἡ τεχνητὴ διακοπὴ τῆς κυήσεως ἀντίκειται στὸν ἔμφυτο ἠθικὸ νόμο τῶν ἀνθρώπων ἐν γένει.
          στ. Ἡ σημερινὴ διερεύνησις ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Ἰατρικῆς καὶ τῆς Ψυχολογίας τῶν ἐπιπτώσεων στὴν γυναῖκα ἡ ὁποία ὑποβάλλεται σὲ ἔκτρωσι εἶναι λίαν διαφωτιστική. Οἱ γυναῖκες αὐτές, στὴν πλειονότητά τους, βασανίζονται ἀπὸ ψυχολογικὰ τραύματα καὶ κατάθλιψι καὶ συχνὰ οἱ πολλὲς ἐκτρώσεις τὶς καθιστοῦν στεῖρες[16].
          ζ. Ἡ ποιμαντικὴ μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὶς ἀνεπιθύμητες ἐγκυμοσῦνες εἶναι ἡ ψυχολογικὴ καὶ οἰκονομικὴ στήριξις τῶν γυναικῶν αὐτῶν νὰ γεννήσουν τὸ παιδί τους καὶ κατόπιν εἴτε νὰ τὸ ἀναθρέψουν μόνες τους, εἴτε νὰ τὸ δώσουν πρὸς υἱοθεσία σὲ ἄτεκνα ζεύγη. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀποφεύγεται ἡ θανάτωσις τοῦ ἐμβρύου καὶ στηρίζονται ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς ὅσοι θὰ ἀναλάβουν τὴν φροντίδα του. Στὴν κατεύθυνσι αὐτὴ δραστηριοποιοῦνται καὶ στὴν χώρα μας Σύλλογοι καὶ Ὀργανώσεις μὲ μεγάλη ἐπιτυχία.
          η. Γιὰ τελείως εἰδικὰ ζητήματα, ὅπως ἡ κυοφορία ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ βιασμό ἢ ὁ μεγάλος κίνδυνος νὰ πεθάνη ἡ μητέρα τοῦ ἐμβρύου, ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν ἁρμοδίων Πνευματικῶν της μπορεῖ νὰ λάβη ἄκρως ἐξατομικευμένες λύσεις, ὡς ἐξαίρεσι καὶ ὄχι ὡς κανόνα γιὰ ἄλλους[17]. Ἐκ παραλλήλου ὑπῆρξαν γυναῖκες μὲ θερμὴ πίστι, οἱ ὁποῖες ἔφεραν στὸν κόσμο ἄρρωστα καὶ ἀνάπηρα παιδιὰ καὶ ἀνέλαβαν τὸ βάρος γιὰ τὴν ἀνατροφή τους, θεωρῶντας ὅτι αὐτὸ ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὶς δικές τους ζωές.
          θ. Ἡ διαφώτισις τοῦ κοινοῦ γιὰ τὴν οἱονεὶ «γενοκτονία», ἡ ὁποία συντελεῖται μὲ τὶς ἀνεξέλεγκτες ἐκτρώσεις, ἀποτελεῖ ποιμαντικὸ χρέος τῆς Ἐκκλησίας. Κι ἐδῶ σημειώνομε τὶς πολὺ ἀξιόλογες προσπάθειες Συλλόγων καὶ Ὀργανώσεων, ὅπως τὸ «Ἀφῆστε με νὰ ζήσω», «Σύλλογος Ἀγέννητου Παιδιοῦ», «Σύλλογος ἡ Ἀγκαλιά» κ.ἄ. Κυρίως, ὅμως, ἡ διαφώτισις αὐτὴ πρέπει νὰ γίνεται στὶς ἐφηβικὲς καὶ νεανικὲς ἡλικιακὲς ὁμάδες γιὰ νὰ ἀποφεύγεται ἡ ἔκτρωσις καὶ τὰ ζημιογόνα ἀποτελέσματά της[18].

4. Ἐπίλογος
          Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας καὶ σήμερα, ὅπως καὶ πάντοτε, πρέπει νὰ ἐνεργῆ πρὸς οἰκοδομὴν τῶν πιστῶν καὶ καθαίρεσι τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ μακρὰν τοῦ Θεοῦ κόσμου. Ἐὰν οἱ ἐκτρώσεις προσλάβουν ἠθικὴ ἀξία, τότε καὶ ἡ εὐθανασία καὶ ἡ εὐγονικὴ θὰ ἀπαιτήσουν νομιμοποίησι, ὅπως ἤδη συμβαίνει σὲ κάποιες χῶρες.
          Ὁ αὐτονομημένος ἀπὸ τὸν Θεὸ ἄνθρωπος δὲν πρόκειται νὰ σταματήση σὲ κανένα ὅριο· συνεχῶς θὰ προσπαθεῖ νὰ σφετερισθῆ τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων γιὰ τὴν κατὰ τὸν λογισμό του «καλοπέρασί» του στὴν ἐνταῦθα ζωή, τὴν μοναδικὴ τὴν ὁποία ἀποδέχεται καὶ ὑπολογίζει.




Ἐνδεικτικὴ Βιβλιογραφία

Γρηγοριου Νυσσησ, Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου (ΒΕΠ 65Α, 11-92, PG 44, 124- 256).
Engelhardt Herman, «Οἱ ἐκτρώσεις καὶ οἱ πόλεμοι τῶν πολιτισμῶν», http://www.agiazoni.gr/article.php?id=69087949837872368483.
Βαντσου Μιλτιαδη, Ἠθικὴ θεώρηση τῆς ἔκτρωσης, Θεσσαλονίκη: Σφακιανάνη, 2009.
Βασιλειάδη Νικολάου, Πότε «ἐμψυχοῦται» τὸ ἀνθρώπινο ἔμβρυο; Ἀθῆναι: Σωτήρ, 1986.
Ζαφειρη Χρυσοστόμου - Γερασιμου, «Αἱ ἀμβλώσεις καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Θέσις καὶ ἀντίθεσις», Θεολογία 58 (1987) 185-232, 385-424, 691-711 καὶ 59 (1988) 137-148, 246-277, 438-465, 660-711 καὶ 60 (1989) 7-76.
Καλαμαρα Μελετιου, Ἐκτρώσεις, Πρέβεζα: Ἱερὰ Μητρόπολις, 1992.
Καρακατσανη Κωνσταντινου, Ἀμβλώσεις: Ἡ ἐσχάτη ἀνομία, Θεσσαλονίκη: Ὀρθόδοξος Κυψέλη, 2018.
Μαντζουνέα Ευαγγελου, Ἡ νομιμοποίησις τῶν ἐκτρώσεων, Ἀθῆναι 1982.
Μητσοπουλου Νικολάου, Ἡ περὶ τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ὡς ψυχοσωματικῆς ὑπάρξεως διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ χριστολογικὴ θεμελίωσις αὐτῆς, Ἀθῆναι 19862.
Μιχαηλιδη Σαββα, «Ἔκτρωση. Μῦθοι καὶ πραγματικότητα», Κοινωνία (1984) 542-574.
Σιασου Ζωης, «Τὸ πραγματικὸ κόστος μιᾶς ἔκτρωσης», Ἀκτῖνες (2017) 83-87.




[1] Κατὰ τὴν ἀπόφασι τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῶν Η.Π.Α. τὸ 1973. Βλ. Ἀποστόλου Νικολαΐδη, Προβληματισμοὶ χριστιανικοῦ ἤθους, (Ἀθήνα 2000), σ. 417.
[2] Λουκ. 21: 33 κ.παρ.
[3]  Γεν. 1: 26.
[4] Γεν. 2: 7.
[5] Βλ. σχετικῶς Νικολάου Μητσοπούλου, Ἡ περὶ τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ὡς ψυχοσωματικῆς ὑπάρξεως διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ χριστολογικὴ θεμελίωσις αὐτῆς (Ἀθῆναι 19862).
[6] Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, (ΒΕΠ 68, 362-363, PG 44, 125). Πρβλ. Νικολάου Μητσοπούλου, Ἡ περὶ τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ὡς ψυχοσωματικῆς ὑπάρξεως διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ χριστολογικὴ θεμελίωσις αὐτῆς (Ἀθῆναι 19862), σ. 15.
[7] Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, κθ', 1 (ΒΕΠ 65Α, 79).
[8] Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, κθ', 3 (ΒΕΠ 65Α, 80).
[9] Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, κθ', 4 (ΒΕΠ 65Α, 80).
[10] Βλ. Ἔκθεσις πίστεως τῶν «διαλλαγῶν», ἐν Ἰωάννου Καρμίρη, Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα, τόμ. Ι (Ἀθῆναι 1960), σ. 155. Πρβλ. Νικολάου Μητσοπούλου, Ἡ περὶ τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ὡς ψυχοσωματικῆς ὑπάρξεως διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ χριστολογικὴ θεμελίωσις αὐτῆς (Ἀθῆναι 19862), σ. 22.
[11] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, 56 (Schriften, Bd. II, σ. 136, PG 94, 1032). Πρβλ. Νικολάου Μητσοπούλου, Ἡ περὶ τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ὡς ψυχοσωματικῆς ὑπάρξεως διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ χριστολογικὴ θεμελίωσις αὐτῆς (Ἀθῆναι 19862), σ. 22.
[12] Νικολάου Μητσοπούλου, Ἡ περὶ τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ὡς ψυχοσωματικῆς ὑπάρξεως διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ χριστολογικὴ θεμελίωσις αὐτῆς (Ἀθῆναι 19862), σ. 5.
[13] Ἐξόδ. 20: 15.
[14] Μακαρίου, Ὁμιλίαι, XV, 22 (PG 34, 589D).
[15] Χρυσοστόμου - Γερασίμου Ζαφείρη, «Αἱ ἀμβλώσεις καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Θέσις καὶ ἀντίθεσις», Θεολογία 58 (1987) σσ. 206-207.
[16] Περισσότερα βλ. Χρυσοστόμου - Γερασίμου Ζαφείρη, «Αἱ ἀμβλώσεις καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Θέσις καὶ ἀντίθεσις», Θεολογία 58 (1987) σσ. 695 κ.ἑξ., 701 κ.ἑξ.
[17] Πρβλ. Γεωργίου Μαντζαρίδη, Χριστιανικὴ Ἠθική, (Θεσσαλονίκη: Πουρναρᾶς, 19913), σ. 418.
[18] Γιὰ τὶς ἐπιπτώσεις τῶν ἐκτρώσεων βλ. Ζωῆς Σιάσου, «Τὸ πραγματικὸ κόστος μιᾶς ἔκτρωσης», Ἀκτῖνες (2017) 83-87.