Σάββατο, 17 Αυγούστου 2019


Ἰουστίνου Πόποβιτς,
Πῶς λειτουργεῖ ὡς ἕνα Σῶμα ἡ Ἐκκλησία



«Ὅλα τὰ χαρίσματα στὴν Ἐκκλησία, ὅλα τὰ διακονήματα, ὅλοι οἱ λειτουργοί της, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Προφῆτες, οἱ Διδάσκαλοι, οἱ Πατέρες, οἱ Ἐπίσκοποι, οἱ ἱερεῖς, οἱ λαϊκοί, συναποτελοῦν ἕνα σῶμα, αὐτὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι εἶναι ἀπαραίτητοι στὸν καθένα, καὶ ὁ καθένας σὲ ὅλους. Ὅλους τοὺς συνδέει σὲ ἕνα καθολικό, θεανθρώπινο σῶμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, ὁ ἑνοποιὸς καὶ κτίτωρ τῆς Ἐκκλησίας. Κάθε μέλος δὲν σώζεται παρὰ μόνο μὲ τὴν βοήθεια ὁλοκλήρου τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν βοήθεια ὅλων τῶν μελῶν της, τόσο τῶν ἐπιγείων ὅσο καὶ τῶν ἐπουρανίων. Κατὰ κάποιον χαρισματικο-μυστηριακὸ τρόπο, ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας συνεργοῦν στὴν σωτηρία ἑκάστου μέλους της. Ποιὸς μπορεῖ νὰ γνωρίζει πόσα ὁ καθένας μας, γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς δικῆς του σωτηρίας, ὀφείλει στὰ ἐπίγεια καὶ ἐπουράνια μέλη, στὶς προσευχές, στὴν ἐλεημοσύνη, στὴν νηστεία, στὰ δάκρυα, στὶς θλίψεις, στὶς ἀρετές τους; Τὸ ὅτι εἶναι κανεὶς μέλος τῆς Ἐκκλησίας σημαίνει ὅτι εἶναι ὀργανικῶς συνδεδεμένος μὲ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς Μάρτυρες καὶ Ὁμολογητὲς καὶ τοὺς Θαυματουργοὺς καὶ μὲ ὅλες τὶς Οὐράνιες Δυνάμεις, τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφεὶμ καὶ τοὺς Ἀγγέλους. Ἂν δὲν τὸ βιώνουμε αὐτὸ εἶτε ἐγὼ εἴτε ἐσὺ εἴτε ὁποιοσδήποτε ἄλλος, τοῦτο σημαίνει ὅτι κάτι ἔχει ἀλλοιωθεῖ στὸ αἰσθητήριό μας, στὴν αὐτεπίγνωση καὶ στὴν αὐτοαίσθησή μας· σημαίνει ὅτι μὲ τὴν φιλαμαρτία μας ἀποκόψαμε ἐκείνους τοὺς νευρῶνες ποὺ μᾶς συνδέουν μὲ τὴν ἁγία καὶ καθολικὴ καρδιὰ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τοὺς ἁγίους καὶ καθολικοὺς ὀφθαλμούς της, συνεπῶς δὲν αἰσθανόμαστε αὐτὸ ποὺ ἐκείνη αἰσθάνεται καὶ δὲν ἀντικρίζουμε αὐτὸ ποὺ ἐκείνη ἀντικρίζει. Καὶ γιὰ ποιὸν λόγο εἴμαστε ἕνα σῶμα; Γιὰ νὰ ζήσουμε τὴν μία, ἁγία καὶ καθολικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ἁγία καὶ καθολικὴ ψυχή της, μὲ τὴν ἁγία καὶ καθολικὴ βούλησή της. Καὶ ἔτσι θὰ μᾶς εἶναι ὅλα κοινά: καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ πίστη καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ λύπη καὶ ἡ χαρὰ καὶ ὁ πόνος καὶ ἡ σωτηρία καὶ ἡ θέωση καὶ ἡ θεανθρωποίηση καὶ ἡ ἀθανασία καὶ ἡ αἰωνιότητα καὶ ἡ μακαριότητα. Καὶ σὲ ὅλα αὐτὰ μᾶς ὁδηγεῖ καὶ μᾶς καθοδηγεῖ, μᾶς κατευθύνει καὶ μᾶς ἑνώνει ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν ἀνήκουμε στοὺς ἑαυτούς μας· ἀνήκουμε, κατὰ πάντα, στὴν Ἐκκλησία καί, πρωτίστως, στὴν χαρισματικὴ ψυχή της, στὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Αὐτὴ ἡ αἴσθηση εἶναι ἡ κεφαλαιώδης καὶ ἀδιάλειπτη εὐαγγελικὴ αἴσθηση κάθε ἀληθινοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας. Σὲ κανέναν στὴν Ἐκκλησία δὲν ἀνήκουν τὰ πάντα, παρὰ στὸν καθένα ἀνήκουν τόσα, ὅσα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὅρισε κατὰ τὸ μέτρο τῆς πίστεως καὶ κατὰ τὴν πάνσοφο Θεία πρόνοία Του, γιὰ τὸν καθένα ξεχωριστὰ καὶ γιὰ ὅλους μαζί. Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος εὐαγγελίζεται πρὸς τοὺς χριστιανούς: ‘Ὑμεῖς δε ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; Μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; Μὴ πάντες διερμηνεύουσι;’ (Α’ Κορ. 12: 27-30). Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον χορηγεῖ τὶς πνευματικὲς δωρεὲς ‘ἑκάστῳ καθὼς βούλεται’ (Α’ Κορ. 12: 11). Τὶς κατανέμει κατὰ τὴν δύναμη καὶ τὸν ζῆλο τοῦ καθενός (Βλ. Ματθ. 25: 15)»[1].



[1] Ιουστίνου Πόποβιτς, Δογματική. Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς ἀλήθειας (Ἅγιον Ὄρος: Μονὴ Βατοπαιδίου, 20192), σσ. 181-182.