Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2020


Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο:  ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

«τὸ σύμπαν ποὺ μᾶς περιβάλλει γίνεται ὅλο καὶ λιγότερο ὑλικό· δὲν εἶναι πιὰ συγκρίσιμο μὲ μιὰ ἀπέραντη μηχανή, ἀλλὰ μᾶλλον μὲ μιὰ ἀπέραντη σκέψη»[1].


«Ποιὸ εἶναι τὸ καινούριο ποὺ χαρακτηρίζει αὐτὴ τὴ σκέψη; Τὸ ὅτι σβήνει τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὴν ὕλη καὶ στὸ πνεῦμα. Ἔτσι ἀποφασίσαμε νὰ τῆς δώσουμε τὴν ὀνομασία: μεταρεαλισμός»[2].
«Παραδείγματα; ἡ μὴ ἀποφασιμότητα στὰ μαθηματικά (ποὺ δηλώνει πὼς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδειχθεῖ ἂν μιὰ πρόταση εἶναι σωστὴ ἢ ὄχι) ἢ ἡ συμπληρωματικότητα στὴ φυσική (ποὺ λέει πὼς τὰ σωματίδια ἤ, ἀκριβέστερα, τὰ στοιχειώδη φαινόμενα εἶναι ταυτοχρόνως σωματιδιακὰ καὶ κυματικά)»[3].
«ἡ σταθερὰ τοῦ Πλὰνκ σημειώνει τὸ ὅριο τῆς διαιρετότητας τῆς ἀκτινοβολίας καὶ συνεπῶς τὸ ἔσχατο ὅριο κάθε διαιρετότητας»[4].
«οἱ πιὸ πρόσφατες ἀνακαλύψεις τῆς νέας φυσικῆς ἀγγίζουν τὴ σφαίρα τῆς μεταφυσικῆς»[5].
«ἡ κβαντικὴ θεωρία. Μὲ αὐτήν, παύουν νὰ ἰσχύουν οἱ ἑρμηνεῖες τοῦ σύμπαντος, ποὺ ἀνταποκρίνονται στὴν κοινὴ λογικὴ καὶ βασίζονται στὴν ἀντικειμενικότητα καὶ τὸν ντετερμινισμό. Τί θὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε στὴ θέση τους; Πὼς ἡ πραγματικότητα 'αὐτὴ καθ' ἑαυτή', δὲν ὑπάρχει. Πὼς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ τὴν παρατηρήσουμε. Πὼς οἱ στοιχειώδεις μονάδες ποὺ τὴ συνιστοῦν μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα πρᾶγμα (κῦμα) καὶ ταυτοχρόνως ἕνα ἄλλο (σωματίδιο). Καὶ πώς, ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὴ ἡ πραγματικότητα εἶναι κατὰ βάθος ἀπροσδιόριστη. Παρ' ὅλη τὴ δύναμή της, ποὺ στηρίζεται σὲ πολλοὺς αἰῶνες φυσικῶν θεωριῶν καὶ πειραμάτων, ἡ ματεριαλιστικὴ θεώρηση τοῦ κόσμου σβήνει μπροστὰ στὰ μάτια μας: πρέπει νὰ ἑτοιμαστοῦμε νὰ εἰσχωρήσουμε μέσα σὲ ἕναν κόσμο ὁλοκληρωτικὰ ἄγνωστο»[6].
«Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο αὐτῆς τῆς λογικῆς παραδοξότητας: ἡ ὕπαρξη μιᾶς τάξης στοὺς κόλπους τοῦ χάους. Τί τὸ κοινὸ ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ μιὰ στήλη καπνοῦ, μιὰ ἀστραπή, μιὰ σημαία ποὺ πλαταγίζει στὸν ἄνεμο ἢ στὸ νερὸ ποὺ τρέχει ἀπὸ μιὰ βρύση; Τὰ φαινόμενα αὐτὰ εἶναι πράγματι χαοτικά, δηλαδὴ ἄτακτα. Ἐντούτοις, ἐξετάζοντάς τα κάτω ἀπὸ τὸ φῶς αὐτῆς τῆς καινούριας προσέγγισης ποὺ ἀποκαλεῖται θεωρία τοῦ χάους, ἀνακαλύπτουμε πὼς συμβάντα ποὺ φαινομενικὰ δείχνουν ἀποδιοργανωμένα, μὴ προβλέψιμα, κρύβουν μιὰ ἐκπληκτικὴ καὶ βαθιὰ τάξη. Πῶς νὰ ἐξηγήσουμε τὴν ὕπαρξη μιᾶς τέτοιας τάξης στὴν καρδιὰ τοῦ χάους; Ἀκόμα ἀκριβέστερα: μέσα σὲ ἕνα σύμπαν ὑποκείμενο στὴν ἐντροπία, συρόμενο ἀκατανίκητα πρὸς μιὰ αὐξανόμενη ἀταξία, γιατὶ καὶ πῶς ἐμφανίζεται ἡ τάξη;»[7].
«Ὁ Χάιντεγκερ, ποὺ μιλοῦσε μὲ σύμβολα, μοῦ ἔδειξε, στὸ τραπέζι τῆς ἐργασίας του, πλάι στὴν εἰκόνα τῆς μητέρας του, ἕνα μακρόστενο, διάφανο βάζο μὲ ἕνα ρόδο. Στὰ μάτια του, αὐτὸ τὸ ρόδο συμβόλιζε τὸ μυστήριο τοῦ εἶναι, τὸ αἴνιγμα τοῦ Ὄντος. Καμιὰ λέξη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ἐκεῖνο τὸ ρόδο. Βρισκόταν ἐκεῖ, ἁπλό, καθάριο, γαλήνιο, σιωπηλό, σίγουρο γιὰ τὸν ἑαυτό του, μὲ μιὰ λέξη: φυσικό, ὅπως ἕνα πράγμα ἀνάμεσα στὰ πράγματα, ἐκφράζοντας τὴν παρουσία τοῦ ἀόρατου πνεύματος κάτω ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὰ ὁρατὴ ὕλη»[8].
«Ὁ κλειδαρᾶς ποὺ κατασκεύασε αὐτὸ τὸ κλειδὶ δὲν ἤξερε πὼς τὸ ὑλικὸ ποὺ σφυρηλατοῦσε εἶχε γεννηθεῖ μὲς στὸ φλεγόμενο στρόβιλο ἑνὸς νέφους ἀπὸ ἀρχέγονο ὑδρογόνο»[9].
«Οἱ ἀστροφυσικοὶ παίρνουν γιὰ σημεῖο ἐκκίνησης τὰ πρῶτα δισεκατομμυριοστὰ τοῦ δευτερολέπτου μετὰ τὴ δημιουργία. Νά μας λοιπὸν στὰ 10-43 δευτερόλεπτα μετὰ τὴ Μεγάλη Ἔκρηξη. Σὲ αὐτὴν τὴν ἀφάνταστα μικρὴ ἡλικία, ὁλόκληρο τὸ σύμπαν, μὲ ὅλα ὅσα θὰ ἐμπεριεῖχε ἀργότερα, τοὺς γαλαξίες, τοὺς πλανῆτες, τὴ Γῆ μὲ τὰ δέντρα καὶ τὰ λουλούδια της, καθὼς καὶ τὸ περίφημο κλειδί, ὅλα αὐτὰ ἐμπεριέχονται σὲ μιὰ σφαῖρα μεγέθους μόλις 10-33 ἑκατοστῶν, δηλαδὴ δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων φορὲς μικρότερη ἀπὸ τὸν πυρῆνα ἑνὸς ἀτόμου ... Γιὰ νὰ σχηματίσουμε μιὰ ἰδέα σχετικά, ἡ διάμετρος τοῦ πυρήνα ἑνὸς ἀτόμου εἶναι 'μόνον' 10-13 ἑκατοστά»[10].
«σὲ αὐτὸ τὸ στάδιο, οἱ τέσσερις βασικὲς ἀλληλεπιδράσεις (βαρύτητα, ἠλεκτρομαγνητικὴ δύναμη, ἰσχυρὴ δύναμη καὶ ἀσθενὴς δύναμη) εἶναι ἀκόμα ἀδιαφοροποίητες, συγχωνευμένες σὲ μία καὶ μόνη συμπαντικὴ δύναμη ... Κι ὅλα αὐτὰ μέσα σὲ ἕνα σύμπαν ποὺ εἶναι δισεκατομμύρια φορὲς πιὸ μικρὸ ἀπ' ὅσο τὸ κεφάλι μιᾶς καρφίτσας!»[11].
«Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς ἐμποδίζει νὰ μάθουμε τί συνέβη πρὶν ἀπὸ τὰ 10-43 δευτερόλεπτα· ἡ βαρύτητα ὑψώνει ἕνα ἀνυπέρβλητο φραγμὸ σὲ κάθε ἔρευνα: πέρα ἀπὸ τὸν 'Τοῖχο τοῦ Πλάνκ', βρίσκεται τὸ ἀπόλυτο μυστήριο»[12].
«μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε πώς, στὴν ἀρχή, ἀκριβῶς πρὶν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Ἔκρηξη, μιὰ ροὴ ἀπροσμέτρητης ἐνέργειας μεταφέρθηκε μέσα στὸ ἀρχέγονο κενό, ἐπιφέροντας τὴν πρωταρχικὴ κβαντικὴ κυμάτωση ἀπ' ὅπου θὰ γεννιόταν τὸ σύμπαν μας»[13].
«σὲ μιὰ φανταστικὴ στιγμή, ὁ Δημιουργός, ἔχοντας ἐπίγνωση πὼς εἶναι ὁ Ὢν μὲς στὴν ὁλότητα τοῦ τίποτα, θὰ ἀποφασίσει νὰ δημιουργήσει ἕναν καθρέφτη γιὰ τὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη. Ἡ ὕλη, τὸ σύμπαν, εἶναι οἱ ἀντανακλάσεις τῆς συνείδησής του, ἡ τελειωτικὴ ρήξη μὲ τὴν ὡραῖα ἁρμονία τοῦ ἀρχέγονου μηδενός: κατὰ κάποιον τρόπο, ὁ Θεὸς δημιούργησε μιὰ εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ του»[14].
«ἡ ὕλη δὲν εἶναι παρὰ τὸ ἀπολίθωμα μιᾶς ἀπώτατης ἐποχῆς ὅπου βασίλευε μιὰ τέλεια ἁρμονία ἀνάμεσα στὶς διάφορες ἀλληλεπιδράσεις. Ἐπειδή, κοντὰ στὴν Ἐποχὴ τοῦ Πλάνκ, ὅταν ἡ θερμοκρασία βρισκόταν στὸ ζενίθ της, ἡ ἀρχέγονη σούπα θὰ πρέπει νὰ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ σωματίδια πιὸ βασικὰ ἀπὸ τὰ κουάρκ: τὰ σωματίδια Χ»[15].
«ὁ Κόσμος, ἔτσι ὅπως τὸν γνωρίζουμε σήμερα, μὲ ὅλα ὅσα περιέχει, ἀπὸ τὰ ἄστρα μέχρι τὸ κλειδί σας πάνω σὲ αὐτὸ τὸ γραφεῖο, δὲν εἶναι παρὰ τὸ ἀσυμμετρικὸ ἀπομεινάρι ἑνὸς σύμπαντος πού, κάποτε, ἦταν τέλεια συμμετρικό. Ἡ ἐνέργεια τῆς ἀρχέγονης πύρινης σφαίρας ἦταν τόσο μεγάλη ὥστε οἱ τέσσερις ἀλληλεπιδράσεις - ἡ βαρύτητα, ἡ ἠλεκτρομαγνητικὴ δύναμη, ἡ ἰσχυρὴ πυρηνικὴ δύναμη καὶ ἡ δύναμη τῆς διάσπασης - ἦταν τότε ἑνωμένες σὲ μιὰ καὶ μόνη ἀλληλεπίδραση μὲ τέλεια συμμετρία. Ὕστερα, αὐτὴ ἡ πύρινη σφαῖρα, ἡ ἀποτελούμενη ἀπὸ κουάρκ, ἠλεκτρόνια καὶ φωτόνια, πέρασε στὴ φάση τῆς διαστολῆς, τὸ σύμπαν ψυχράνθηκε καὶ ἡ τέλεια συμμετρία ἔσπασε στὴ στιγμή»[16].
«Τὸ πιὸ μεγάλο μήνυμα τῆς θεωρητικῆς φυσικῆς στὰ δέκα τελευταῖα χρόνια συνίσταται στὸ γεγονὸς πὼς μπόρεσε νὰ ἀποκαλύψει τὴν τελειότητα τῶν ἀπαρχῶν τοῦ σύμπαντος: ἕναν ὠκεανὸ ἄπειρης ἐνέργειας. Κι αὐτὸ ποὺ οἱ φυσικοὶ τὸ κατονομάζουν μὲ τὶς λέξεις τέλεια συμμετρία, ἔχει γιὰ μένα ἕνα ἄλλο ὄνομα: αἰνιγματικός, ἄπειρα μυστηριώδης, παντοδύναμος, αἰώνιος, δημιουργὸς καὶ τέλειος. Δὲν τολμῶ νὰ τὸν κατονομάσω, γιατὶ ὅλα τὰ ὀνόματα εἶναι ἀτελῆ γιὰ τὸ Ὂν ποὺ δὲν ἔχει ὅμοιό του»[17].
«Πῶς μιὰ ροὴ ἐνέργειας ποὺ κυλᾶ δίχως σκοπὸ μπορεῖ νὰ σκορπίσει τὴ ζωὴ καὶ τὴ συνείδηση μὲς στὸν κόσμο;»[18].
«Ὅμως τὸ ἀποφασιστικὸ ἅλμα γίνεται στὸ ἐπίπεδο τῶν μακρομορίων. Σὲ αὐτὸ τὸ στάδιο, ἡ πεταλούδα δείχνει ἀπείρως πιὸ δομημένη, πιὸ ὀργανωμένη ἀπ' ὅσο τὸ πετραδάκι. Αὐτὸ τὸ μικρὸ παράδειγμα μᾶς ἐπέτρεψε νὰ συλλάβουμε τὴ μόνη οὐσιαστικὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ ἄψυχο καὶ τὸ ζωντανό: τὸ ἕνα εἶναι ἁπλῶς πιὸ πλούσιο σὲ πληροφορία ἀπὸ τὸ ἄλλο»[19].
«τὸ σύμπαν ἔχει ἕναν ἄξονα, ἤ, ἀκόμα καλύτερα: ἕνα νόημα»[20].
«Ἂς πάρουμε μιὰ συγκεκριμένη περίπτωση: ἕνα ζωντανὸ κύτταρο ἀποτελεῖται ἀπὸ μιὰ εἰκοσάδα ἀμινοξέα ποὺ σχηματίζουν μιὰ συμπαγῆ 'ἁλυσίδα'. Ἡ λειτουργία αὐτῶν τῶν ἀμινοξέων ἐξαρτᾶται μὲ τὴ σειρά της ἀπὸ περίπου 2.000 εἰδικὰ ἔνζυμα. Ἀκολουθῶντας τὸν ἴδιο συλλογισμό, οἱ βιολόγοι κάθισαν καὶ ὑπολόγισαν πὼς ἡ πιθανότητα νὰ σχηματιστεῖ ἕνα ζωντανὸ κύτταρο ἀπὸ χίλια ἔνζυμα ποὺ θὰ συνενωθοῦν τυχαῖα σύμφωνα μὲ μιὰ ὁρισμένη τάξη (κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ἐξελικτικῆς πορείας δισεκατομμυρίων χρόνων) εἶναι μία στὶς 101000»[21].
«Ἕνας ἔντιμος ἄνθρωπος, ἐφοδιασμένος μὲ ὅλη τὴ γνώση ποὺ διαθέτουμε σήμερα, θὰ ὄφειλε νὰ βεβαιώσει πὼς ἡ ἀρχὴ τῆς ζωῆς μοιάζει σὰν νὰ ὀφείλεται σὲ θαῦμα, τόσο πολλὲς προϋποθέσεις ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ δημιουργεῖ (Φράνσις Κρίκ)»[22].
«Ἂς πάρουμε ἕνα παράδειγμα ἀνάμεσα σὲ πολλὰ ἄλλα: γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ ἕνα χρησιμοποιήσιμο μόριο RNA ἀπὸ νουκλεοτίδια ποὺ θὰ ἔχουν ἑνωθεῖ 'κατὰ τύχη', ἡ φύση θὰ ἔπρεπε νὰ πειραματίζεται στὰ τυφλὰ γιὰ τουλάχιστον 1015 χρόνια, δηλαδὴ γιὰ μιὰ περίοδο ἑκατὸ φορὲς μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν ὁλικὴ ἡλικία τοῦ σύμπαντός μας. Ἄλλο παράδειγμα: ἂν ὁ ἀρχέγονος ὠκεανὸς εἶχε γεννήσει ὅλες τὶς ἐκδοχὲς (δηλαδὴ ὅλα τὰ ἰσομερῆ) ποὺ μποροῦν νὰ προκύψουν 'κατὰ τύχη', μὲ ἀφετηρία ἕνα μονάχα μόριο ἀποτελούμενο ἀπὸ μερικὲς ἑκατοντάδες ἄτομα, αὐτὸ θὰ ὁδηγοῦσε στὴν κατασκευὴ πάνω ἀπὸ 1080 πιθανῶν ἰσομερῶν. Ὅμως, ὁλόκληρο τὸ σύμπαν περιέχει ἀναμφίβολα λιγότερα ἀπὸ 1080»[23].
«Τὸ ἐκπληκτικότερο ἀπ' ὅλα εἶναι τὸ γεγονὸς πὼς κάθε νιφάδα χιονιοῦ εἶναι μοναδικὴ στὸν κόσμο: ταξιδεύοντας γιὰ μιὰ ὥρα μὲς στὸν ἄνεμο, ὑφίσταται κάθε εἴδους ἐπιδράσεις (ἀνάλογα μὲ τὴ θερμοκρασία, τὴν ὑγρασία, τὴν παρουσία ρύπων στὴν ἀτμόσφαιρα) ποὺ θὰ τῆς προσδώσουν μιὰ ἰδιαίτερη μορφή: τὸ τελικὸ σχῆμα μιᾶς νιφάδας ἐμπεριέχει τὴν ἱστορία ὅλων τῶν ἀτμοσφαιρικῶν συνθηκῶν ποὺ συνάντησε στὸ δρόμο της»[24].
«Δίχως ἐμᾶς, δίχως μιὰ συνείδηση ποὺ νὰ μαρτυρήσει γι' αὐτό, τὸ σύμπαν δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει: εἴμαστε τὸ ἴδιο τὸ σύμπαν, ἡ ζωή του, ἡ συνείδησή του, ἡ εὐφυΐα του»[25].
«Κι ἐδῶ ἀγγίζουμε τὸ μεγάλο μυστήριο: ἂς θυμηθοῦμε πὼς ὁλόκληρη ἡ πραγματικότητα βασίζεται σὲ ἕνα μικρὸ ἀριθμὸ κοσμολογικῶν σταθερῶν - λιγότερων ἀπὸ δεκαπέντε. Πρόκειται γιὰ τὴ σταθερὰ τῆς βαρύτητας, τὴν ταχύτητα τοῦ φωτός, τὸ ἀπόλυτο μηδέν, τὴ σταθερὰ τοῦ Πλάνκ κ.λπ. Γνωρίζουμε μὲ ἀξιοσημείωτη ἀκρίβεια τὶς τιμὲς αὐτῶν τῶν σταθερῶν»[26].
«Αὐτὸ ἐπέτρεψε τὸ ξετύλιγμα ὅλων τῶν φάσεων ποὺ ἀκολούθησαν. Ἄλλο ἕνα παράδειγμα αὐτῆς τῆς ἀσύλληπτης ρύθμισης: ἂν αὐξάναμε μόλις κατὰ ἕνα τοῖς ἑκατὸ τὴν ἰσχὺ τῆς πυρηνικῆς δύναμης ποὺ ἐλέγχει τὴ συνοχὴ τοῦ ἀτομικοῦ πυρήνα, θὰ ἀφαιρούσαμε ἀπὸ τοὺς πυρῆνες τοῦ ὑδρογόνου κάθε πιθανότητα νὰ παραμείνουν ἐλεύθεροι· θὰ συνενώνονταν μὲ ἄλλα πρωτόνια καὶ νετρόνια γιὰ νὰ σχηματίσουν βαρεῖς πυρῆνες. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ λοιπὸν ποὺ τὸ ὑδρογόνο θὰ ἔπαυε νὰ ὑπάρχει, δὲν θὰ μποροῦσε πιὰ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὰ ἄτομα τοῦ ὀξυγόνου γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ τὸ νερό, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴ γέννηση τῆς ζωῆς. Ἀντιθέτως, ἂν μειώναμε ἐλάχιστα αὐτὴ τὴν πυρηνικὴ δύναμη, τότε θὰ γινόταν ἀδύνατη ἡ σύντηξη τῶν πυρήνων τοῦ ὑδρογόνου. Δίχως τὴν πυρηνικὴ σύντηξη, τέρμα οἱ ἥλιοι, τέρμα οἱ ἐνεργειακὲς πηγές, τέρμα ἡ ζωή»[27].
«Πράγματι, ὅποιες παραμέτρους καὶ νὰ ἐξετάσουμε, τὸ συμπέρασμα εἶναι πάντοτε τὸ ἴδιο: ἂν τροποποιήσουμε ἔστω καὶ ἐλάχιστα τὶς τιμές τους, ἀποκλείουμε κάθε πιθανότητα γιὰ τὴ γέννηση τῆς ζωῆς. Οἱ βασικὲς σταθερὲς τῆς φύσης καὶ οἱ ἀρχικὲς συνθῆκες ποὺ ἐπέτρεψαν τὴν ἐμφάνιση τῆς ζωῆς, δείχνουν, λοιπόν, ρυθμισμένες μὲ μιὰ ἰλιγγιώδη ἀκρίβεια. Ἂς ἀνα|φέρουμε ἀκόμα ἕνα νούμερο: ἂν τὸ ποσοστὸ ἐπέκτασης τοῦ σύμπαντος, στὴν ἀρχή του, εἶχε ὑποστεῖ μιὰ ἀπόκλιση τῆς τάξης τοῦ 10-40, ἡ ἀρχικὴ ὕλη θὰ εἶχε διασκορπιστεῖ στὸ κενό: τὸ σύμπαν δὲν θὰ εἶχε μπορέσει νὰ γεννήσει τοὺς γαλαξίες, τὰ ἄστρα καὶ τὴ ζωή. Γιὰ νὰ σχηματίσουμε μιὰ ἰδέα γιὰ τὴν ἀσύλληπτη ἀκρίβεια μὲ τὴν ὁποία δείχνει νὰ ρυθμίστηκε τὸ σύμπαν, ἀρκεῖ νὰ φανταστοῦμε τὴ δεξιοτεχνία ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ διαθέτει ἕνας παίκτης τοῦ γκὸλφ ὁ ὁποῖος, χτυπῶντας ἀπὸ τὴ Γῆ, θὰ κατάφερνε νὰ ρίξει τὴν μπάλα του σὲ μιὰ τρύπα κάπου στὸν Ἄρη!»[28].
«Βασισμένοι σὲ ἕνα νόμο ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὶς ἀριθμητικὲς λύσεις ἀλγεβρικῶν ἐξισώσεων, προγραμμάτισαν μηχανὲς παραγωγῆς τυχαίου. Διαπίστωσαν, λοιπόν, πώς, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τῶν πιθανοτήτων, αὐτοὶ οἱ ὑπολογιστὲς θὰ ἔπρεπε νὰ δουλεύουν ἐπὶ δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων δισεκατομμυρίων χρόνια, δηλαδὴ σχεδὸν ἐπ' ἄπειρον, μέχρι νὰ μπορέσει νὰ προκύψει ἕνας συνδυασμὸς ἀριθμῶν ἀνάλογος μὲ ἐκείνους ποὺ ἐπέτρεψαν τὴ δημιουργία τοῦ σύμπαντος καὶ τῆς ζωῆς. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ μαθηματικὴ πιθανότητα μιᾶς τυχαίας δημιουργίας τοῦ σύμπαντος εἶναι πρακτικὰ μηδενική»[29].
«Σήμερα, θέλω νὰ δώσω δίκιο στὸν Μπερξὸν καὶ τὸν Τεγιάρ. Ὅπως ἐκεῖνοι, τείνω κι ἐγὼ νὰ πιστέψω πὼς ἡ ὕλη εἶναι φτιαγμένη ἀπὸ πνεῦμα καὶ συνεπῶς μᾶς ὁδηγεῖ ἄμεσα στὴν ἐνατένιση τοῦ Θεοῦ. Μήπως, ἑξῆντα χρόνια μετὰ τὶς μεγάλες ἀνακαλύψεις τῆς κβαντικῆς θεωρίας, οἱ ἀπόψεις μου γιὰ τὴν 'πνευματικότητα' τῆς ὕλης ἢ ἀκόμα γιὰ τὴν ὑλικότητα τοῦ πνεύματος, εἶναι πιὰ ἀντικειμενικὰ θεμελιωμένες;»[30].
«ἂς ὑποθέσουμε πὼς θέλω νὰ μετρήσω ὅλα τὰ ἄτομα ἑνὸς κόκκου ἁλατιοῦ. Κι ἂς ὑποθέσουμε ἀκόμα πὼς εἶμαι τόσο ταχὺς ὥστε νὰ καταμετρῶ ἕνα δισεκατομμύριο τὸ δευτερόλεπτο. Παρὰ τὴν ἐκπληκτική μου ταχύτητα, θὰ χρειαζόμουν πάνω ἀπὸ πενῆντα αἰῶνες γιὰ νὰ κάνω τὴν πλήρη ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἀτόμων ποὺ περιέχονται μέσα σὲ ἐκεῖνο τὸ μικροσκοπικὸ κόκκο ἁλατιοῦ. Ἄλλη μιὰ εἰκόνα: ἂν τὸ κάθε ἄτομο τοῦ κόκκου μας εἶχε τὸ μέγεθος κεφαλιοῦ καρφίτσας, τὸ σύνολο τῶν ἀτόμων ποὺ συνθέτουν αὐτὸν τὸν κόκκο ἁλατιοῦ, θὰ κάλυπτε ὁλόκληρη τὴν Εὐρώπη μὲ ἕνα ὁμοιόμορφο στρῶμα, πάχους εἴκοσι ἑκατοστῶν»[31].
«Ὑπάρχει μιὰ κάποια ὁμοιότητα ἀνάμεσα στὸ ἀπείρως μεγάλο καὶ τὸ ἀπείρως μικρό»[32].
«Τὸ πιὸ ἐκπληκτικὸ εἶναι πώς, σήμερα, ἡ πλειονότητα τῶν φυσικῶν ἀποδέχεται τὴν ἰδέα πὼς τὰ κουὰρκ θὰ μείνουν ἀσύλληπτα γιὰ πάντα: θὰ παραμείνουν ἀμετάκλητα 'στὴν ἄλλη πλευρά' τῆς παρατηρήσιμης πραγματικότητας. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ἀναγνωρίζουν ξεκάθαρα ὅτι ἡ ἴδια ἡ γνώση μας γιὰ τὴν πραγματικότητα βασίζεται σὲ μιὰ μὴ ὑλικὴ διάσταση, σὲ ἕνα σύνολο ὀντοτήτων ἄυλων καὶ ἄμορφων, ποὺ ὑπερβαίνουν τὸ χωρόχρονο, ποὺ ἡ 'ὑπόστασή΄ τους δὲν εἶναι παρὰ ἕνα σύννεφο ἀπὸ ἀριθμούς»[33].
«Δέστε αὐτὸ τὸ ἁπλὸ λουλούδι ποὺ κρατῶ στὰ χέρια μου. Εἶναι κάτι τὸ τρομακτικὰ πολύπλοκο: ὁ χορὸς δισεκατομμυρίων δισεκατομμυρίων ἀτόμων (ποὺ ὁ ἀριθμός τους ξεπερνᾶ τὸν ἀριθμὸ ὅλων τῶν πλασμάτων τοῦ πλανήτη μας, τὸν ἀριθμὸ τῶν κόκκων τῆς ἄμμου ὅλων τῶν ἀκτῶν μας)»[34].
«οἱ φυσικοὶ ἀρχίζουν νὰ διακρίνουν πὼς αὐτὸ ποὺ χαρακτηρίζει ἕνα πεδίο εἶναι ἡ συμμετρία ἤ, ἀκριβέστερα, ἡ ὁλικὴ ἀμεταβλησία τῆς συμμετρίας»[35].
«Ἐφεξῆς, γνωρίζουμε πὼς τὰ στοιχειώδη σωματίδια δὲν ἔχουν καμία ὕπαρξη μὲ τὴν αὐστηρὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, πὼς δὲν εἶναι παρὰ προσωρινὲς ἐκδηλώσεις ἄυλων πεδίων. Αὐτό, λοιπόν, μᾶς ὑποχρεώνει νὰ ἀπαντήσουμε στὴν ἑξῆς ἐρώτηση: τὰ πεδία εἶναι ἡ ἔσχατη πραγματικότητα; Εἶναι κάποιες ξένες ὀντότητες ποὺ ἐμφανίστηκαν μὲς στὴ γεωμετρία ἤ, ἀντιθέτως, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἴδια ἡ γεωμετρία;»[36].
«Πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν λόγων σας, ἕνας ὅλο καὶ αὐξανόμενος ἀριθμὸς φυσικῶν ὑποστηρίζει πὼς τὸ σύμπαν δὲν εἶναι παρὰ ἕνα εἶδος βάσης δεδομένων, μιὰ ἀπέραντη μήτρα πληροφορίας. Κάτω ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὀπτική, ἡ πραγματικότητα μᾶς παρουσιάζεται σὰν ἕνα πλέγμα ἀπὸ ἄπειρες διασυνδέσεις, ἕνα ἀπεριόριστο ἀπόθεμα ἀπὸ πιθανὰ πλάνα καὶ πρότυπα ποὺ διασταυρώνονται καὶ ἀλληλοσυνδυάζονται σύμφωνα μὲ νόμους ποὺ μᾶς εἶναι ἀπρόσιτοι καὶ ποὺ ἴσως δὲν θὰ τοὺς κατανοήσουμε ποτέ»[37].
«Ὅμως ἡ κβαντικὴ θεωρία μᾶς λέει κάτι τὸ ἐντελῶς διαφορετικό: ὑποστηρίζει πὼς ἂν παρατηρήσουμε αὐτὸ τὸ λουλούδι | στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἀτόμου, ἡ βαθύτερη ἀλήθεια καὶ ἡ ὕπαρξή του εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες μὲ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὸ παρατηροῦμε»[38]. 
«Ἔχουμε σχεδὸν τὴν ἐντύπωση πὼς τὰ φωτόνια εἶναι προικισμένα μὲ ἕνα εἶδος στοιχειώδους συνείδησης, πράγμα ποὺ μὲ παραπέμπει ἀκατανίκητα στὴ σκέψη τοῦ Τεγιὰρ ντὲ Σαρντὲν γιὰ τὸν ὁποῖο τὸ καθετὶ μέσα στὸ σύμπαν, ἀκόμα καὶ τὸ πιὸ μικρὸ σωματίδιο, εἶναι φορέας ἑνὸς κάποιου βαθμοῦ συνείδησης ...»[39].
«Ἐδῶ μᾶς παρουσιάζεται μιὰ εὐκαιρία νὰ συμφιλιώσουμε τὸν Ἀϊνστάιν μὲ τοὺς ὑπέρμαχους τῆς κβαντικῆς θεωρίας. Πράγματι, καθὼς βεβαιώνει ἡ ἐν λόγῳ θεωρία, τὰ ζάρια ὑπάρχουν καὶ παραϋπάρχουν· ἐντούτοις, γιὰ νὰ πλησιάσουμε τὴν ἄποψη τοῦ Ἀϊνστάιν, αὐτὸς ποὺ παίζει ζάρια δὲν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος»[40].
«Γιὰ τὸν Ντάβιντ Μπόμ, τὸ ὁλόγραμμα παρουσιάζει μιὰ ἐντυπωσιακὴ ἀναλογία μὲ τὴν ὁλικὴ καὶ ἀδιαίρετη τάξη τοῦ σύμπαντος»[41].
«Ἀνάλογες θεωρήσεις ὁδήγησαν τὸν φυσικὸ Ἔντιγκτον στὴν ἀκόλουθη παρατήρηση: 'Θὰ μπορούσαμε, ἴσως, νὰ ποῦμε πὼς τὸ συμπέρασμα ποὺ βγαίνει ἀπὸ αὐτὲς τὶς θέσεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης εἶναι πὼς γύρω στὸ 1927 ἡ θρησκεία κατέστη κάτι τὸ δυνατὸν γιὰ ἕναν ὀρθολογιστὴ ἐπιστήμονα'»[42].
«Παρομοίως, δὲν ὑπάρχουν μήτε ἦχοι μήτε μουσικὲς μελωδίες: στιγμαῖες παραλλαγὲς τῆς πίεσης τοῦ ἀέρα στὰ τύμπανά μας. Δὲν ὑπάρχει μήτε τὸ κρῦο μήτε ἡ ζέστη: μονάχα μόρια ποὺ μετακινοῦνται μὲ λιγότερη ἢ περισσότερη κινητικὴ ἐνέργεια καὶ οὕτω καθ' ἑξῆς»[43].



[1] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 15.
[2] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 16.
[3] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 18.
[4] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 19.
[5] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 19.
[6] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 20.
[7] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 21.
[8] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 26.
[9] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 36.
[10] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 37.
[11] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 38.
[12] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 44.
[13] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 47.
[14] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 48-49.
[15] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 50-51.
[16] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 51.
[17] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 52.
[18] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 54.
[19] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 56.
[20] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 63.
[21] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 64.
[22] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 65.
[23] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 68.
[24] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 74.
[25] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 79.
[26] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 79.
[27] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 80.
[28] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 81-82.
[29] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 83.
[30] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 92.
[31] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 94.
[32] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 96.
[33] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 102.
[34] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 110.
[35] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 112.
[36] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 115.
[37] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 117.
[38] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 124-125.
[39] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 128.
[40] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 134.
[41] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 161.
[42] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 169.
[43] Ζὰν Γκιτόν, Γκρίσκα καὶ Ἰγκὸρ Μπογκντανόφ, Θεὸς καὶ ἐπιστήμη. Πρὸς τὸ μεταρεαλισμό (Ἀθήνα: Ἀστάρτη, 1999), σ. 172.