Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2020



Ἰωάννου Κ. Ἀγγελοπούλου
«Συγχωρητικότητα»
περιοδικὸ Παρεμβολὴ τεύχη 127, 128, 129, 131, 132



1. Ἔννοια καὶ διαστάσεις
Κατὰ τὰ λεξικὰ συγχώρηση σημαίνει τὴν παροχὴ συγγνώμης. Τὸ ρῆμα συγχωρῶ σημαίνει ἀφήνω ὀφειλήν, χαρίζω χρέος καὶ ἐκκλησιαστικῶς παρέχω συγγνώμην, δίδω ἄφεσιν ἁμαρτιῶν[1]. Συγχωρητικότητα, συνεπῶς, ὀνομάζομε τὴν ἀρετὴ ἐκείνη, συμφώνως μὲ τὴν ὁποία λησμονοῦμε τὸ κακὸ τὸ ὁποῖο μᾶς ἔκανε κάποιος καὶ συμφιλιωνόμαστε μαζί του, ἀφοῦ τὸν ἔχομε ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ «χρέος» του: Ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν. Ὁ ὅρος προέρχεται ἀπὸ τὶς λέξεις συν+χωρέω-ῶ καὶ δηλώνει ὅτι μὲ τὴν συγχώρηση μποροῦμε πλέον νὰ εὑρισκόμεθα μαζί, νὰ χωροῦμε μαζὶ ἐν ἀγάπῃ.
«Ἤδη στὴν Π.Δ., ὁ Νόμος ὄχι μόνο βάζει ὅριο στὴν ἐκδίκηση μὲ τὸν κανόνα τῶν ἀντιποίνων (Ἐξ. 21, 25), ἀλλὰ ἀκόμη ἀπαγορεύει τὸ μίσος γιὰ τὸν ἀδελφό, τὴν ἐκδίκηση καὶ τὴ μνησικακία πρὸς τὸν πλησίον (Λευ. 19, 17 ἑξ.). Ὁ σοφὸς υἱὸς Σειρὰχ μελέτησε αὐτὲς τὶς διατάξεις καὶ ἀνακάλυψε τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ συγγνώμη ποὺ παραχωρεῖ ὁ ἄνθρωπος στὸν ὅμοιό του καὶ στὴν ἄφεση ποὺ ζητάει ἀπὸ τὸ Θεό: ‘Ἄφες ἀδίκημα τῷ πλησίον σου καὶ τότε δεηθέντος σου αἱ ἁμαρτίαι σου λυθήσονται. Ἄνθρωπος ἀνθρώπῳ συντηρεῖ ὀργήν, καὶ παρὰ Κυρίου ζητεῖ ἴασιν; Ἐπ’ ἄνθρωπον ὅμοιον αὐτῷ, οὐκ ἔχει ἔλεος, καὶ περὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ δεῖται;’ (Σειρ. 27,30-28,7). Τὸ Βιβλίο τῆς Σοφίας Σολομῶντος συμπληρώνει αὐτὴ τὴ διδασκαλία, θυμίζοντας στὸν δίκαιο ὅτι στὶς κρίσεις του πρέπει νὰ ἔχει ὡς πρότυπο τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ (Σολ. 12,19.22). Ὁ Ἰησοῦς θὰ ἐπαναλάβει αὐτὴ τὴ διπλὴ διδασκαλία καὶ θὰ τὴ μετασχηματίσει. Ὅπως ὁ υἱὸς Σειρὰχ ἔτσι καὶ ὁ Ἰησοῦς διδάσκει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρέσει αὐτὸν ποὺ δὲν συγχωρεῖ, καὶ ὅτι, γιὰ νὰ ζητήσει κανεὶς τὴ συγγνώμη τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ συγχωρέσει τὸν ἀδελφό του. Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀνελέητου χρεοφειλέτη, προβάλλει ἐντυπωσιακὰ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια (Μτ 18,23-35), πάνω στὴν ὁποία ἐπιμένει ὁ Χριστός (Μτ 6,14 ἑξ.) καὶ δὲ μᾶς ἀφήνει νὰ τὴν ξεχάσουμε, ὁρίζοντάς μας νὰ τὴν ἐπαναλαμβάνουμε καθημερινὰ στὴν Κυριακὴ προσευχή: ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ λέμε ὅτι συγχωροῦμε. Αὐτὴ ἡ διαβεβαίωση συνδέεται μὲ τὴν παράκλησή μας, ἄλλοτε μὲ ἕνα ‘διότι’, ποὺ κάνει τὴ συγγνώμη μας τὸν ὅρο γιὰ τὴ θεία ἄφεση (Λκ 11,4), ἄλλοτε μὲ ἕνα ‘ὡς’, ποὺ τὴ θέτει ὡς τὸ μέτρο τῆς ἀφέσεως (Μτ 6,12). Ὁ Ἰησοῦς προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο: δίνει, ὅπως καὶ τὸ Βιβλίο τῆς Σοφίας Σολομῶντος, τὸ Θεὸ ὡς πρότυπο εὐσπλαχνίας (Λκ 6,35 ἑξ.) σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι ὁ Πατέρας τους καὶ ποὺ ὀφείλουν νὰ τὸν μιμοῦνται γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινὰ παιδιά του (Μτ 5,43 ἑξ· 48). Ἡ συγγνώμη δὲν εἶναι μόνο προϋπόθεση τῆς νέας ζωῆς, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ οὐσιώδη στοιχεῖα της: ὁ Ἰησοῦς δίνει λοιπὸν ἐντολὴ στὸν Πέτρο νὰ συγχωρεῖ ἀπεριόριστα, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν ἁμαρτωλό, ποὺ ἔχει τὴν τάση νὰ ἐκδικεῖται ὑπέρμετρα (Μτ 18,21 ἑξ·βλ. Γεν 4,24). Ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου (Λκ 23,34), ὁ Στέφανος πεθαίνει συγχωρώντας (Πραξ 7,60). Ὁ χριστιανός, γιὰ νὰ νικήσει ὅπως αὐτοὶ τὸ κακὸ μὲ τὸ καλό (Ῥωμ 12,21· βλ. 1 Πε 3,9), ὀφείλει νὰ συγχωρεῖ πάντοτε, καὶ νὰ συγχωρεῖ ἀπὸ ἀγάπη, ὅπως ὁ Χριστός (Κολ 3,13), ὅπως ὁ Πατέρας του (Ἐφ 4,32)»[2].
Ἡ συγχωρητικότης εἶναι σαφὴς καὶ θεμελιώδης ἐντολὴ τοῦ Κυρίου μας πρὸς τοὺς χριστιανούς, ἀφοῦ συνδέεται μὲ τὴν πρώτη ἐντολὴ τῆς ἀγάπης. Στὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία διαβάζομε: «Ἐὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ, ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου»[3]. Καὶ ὀλίγο κατωτέρω: «Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς. ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους»[4]. Ἡ ἐντολὴ τῆς συγχωρητικότητος ἐντάσσεται μέσα στὸ κείμενο τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς: «καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν»[5]. Στὴν ἐρώτησι, μάλιστα, τοῦ Πέτρου πόσες φορὲς πρέπει νὰ συγχωροῦμε ὁ Κύριος ἀπαντᾶ: «οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλ' ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά» καὶ λαμβάνει τὴν ἀφορμὴ νὰ διδάξη τὴν παραβολὴ τοῦ ὀφειλέτου τῶν μυρίων ταλάντων[6]. Καὶ ἐδῶ φανερώνεται ὅτι ἡ συγχωρητικότης ἀποτελεῖ θέλημα τοῦ Χριστοῦ γιὰ τοὺς χριστιανούς.

2. Ἐμπόδια καὶ δυσκολίες γιὰ τὴν ἐπίτευξή της
Ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἡ ἄρνηση ταπεινώσεως. Τὸ πρῶτο μεγάλο ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς συγχωρητικότητος εἶναι ὁ ἐγωισμός μας καὶ ἡ ἄρνηση ταπεινώσεώς μας. Θεωροῦμε ὅτι ταπεινούμεθα ἐὰν συγχωρήσουμε κάποιον ποὺ μᾶς ἔχει κάνει κακό. Ἡ συγγνώμη, ὅμως, εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴν συμφιλίωση: «Στὴν ἐπιθυμητὴ αὐτὴ πορεία πρὸς τὴ συμφιλίωση ὑπάρχει σήμερα ἕνα σοβαρότατο ἐμπόδιο. Εὔκολα ὅλοι λένε ‘λυπούμεθα’ ἢ καὶ ‘συλλυπούμεθα’ γιὰ τραγικὰ συμβάντα. Σπάνια ὅμως ζητοῦν συγγνώμη, ἀκόμη καὶ ὅταν εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι κάποιοι ἔχουν κάποια εὐθύνη. Χωρὶς ὅμως συναίσθηση τοῦ σφάλματος καὶ χωρὶς αἴτηση συγγνώμης δὲν ἐπιτυγχάνεται οὐσιαστικὴ διόρθωση»[7]. Ἡ αἴτηση συγγνώμης ἀπὸ αὐτὸν ποὺ φταίει εἶναι μὲν ἐπιθυμητή, ἀλλὰ ὁ συγχωρῶν πρέπει νὰ συγχωρεῖ καὶ χωρὶς αὐτὴν τὴν προϋπόθεση. Ὅπως ζητοῦμε τὴν δική μας συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεό, ἔτσι ἀφειδῶς νὰ συγχωροῦμε καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ μᾶς ἔχουν φταίξει.
Τὸ πάθος τῆς μνησικακίας. Μεγάλο ἐμπόδιο, ἐπίσης, γιὰ τὴν συγχωρητικότητα εἶναι καὶ τὸ πάθος τῆς μνησικακίας. Ὡς μνησικακία ἐννοοῦμε νὰ ἐνθυμόμαστε τὸ κακὸ ποὺ μᾶς ἔχει προξενήσει κάποιος καὶ νὰ μὴ τὸν συγχωροῦμε γι' αὐτό. Ἡ μνησικακία εἶναι ἔργο φαύλης ψυχῆς: «Γενναίας μὲν οὐκ ἔστιν ἔργον ψυχῆς, τὸ μνησικακεῖν, ἀλλὰ ταλαιπώρου καὶ φαύλης»[8]. Μὲ τὴν μνησικακία «κλειδώνουν» καὶ τὰ δικά μας ἁμαρτήματα, ἀφοῦ ἡ προϋπόθεση τῆς δικῆς μας συγχωρήσεως εἶναι νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους.
Ἡ μνησικακία ἐπὶ πλέον καταστρέφει τὴν προσευχή. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀναρωτιέται: «Ἀλήθεια, πῶς θὰ μπορέσεις νὰ ὑψώσεις τὰ χέρια σου στὸν Οὐρανό; Πῶς θὰ κινήσεις τὴ γλώσσα σου νὰ προσευχηθεῖς; Πῶς θὰ ζητήσεις συγνώμη; Ἀκόμη κι ἂν θέλει ὁ Θεὸς νὰ σοῦ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες, δὲν Τοῦ τὸ ἐπιτρέπεις ἐσύ, ἐπειδὴ δὲν συγχωρεῖς τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀδελφοῦ σου»[9]. Καὶ ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ διδάσκει ὅτι «αὐτὸς ποὺ προσεύχεται καὶ μνησικακεῖ μοιάζει μὲ ἐκεῖνον ποὺ σπέρνει στὴν θάλασσα καὶ περιμένει νὰ θερίση»[10].
Στοὺς λογισμοὺς τῆς μνησικακίας, συχνὰ ἀρνούμαστε τὴν συγγνώμη δῆθεν γιὰ τὸ καλὸ τοῦ ἐχθροῦ μας. Σὲ αὐτὸ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς δίδει τὴν ἀπάντηση: «Διότι, κι ἂν ἀκόμη ἐμεῖς συγχωρήσουμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀδίκησαν, κι ἂν ἀκόμη συμφιλιωθοῦμε μ' αὐτοὺς καὶ προσευχηθοῦμε στὸν Θεὸ γι' αὐτούς, ὁ Θεὸς δὲν τοὺς συγχωρεῖ, ἂν δὲν ἀλλάξουν και αὐτοὶ καὶ δὲν γίνουν καλύτεροι. Δὲν τοὺς συγχωρεῖ δηλαδὴ ὁ Θεός, γιατὶ ἀποβλέπει στὸ συμφέρον τους. Ἐσένα βέβαια σὲ ἐπαινεῖ καὶ δέχεται τὴ στάση σου, ἔρχεται ὅμως ἐναντίον ἐκείνου, γιὰ νὰ μὴ γίνει χειρότερος ἀπὸ τὴ δική σου διαλλακτικὴ συμπεριφορά»[11].
3. Ἐπίτευξη
α. Προϋποθέσεις. Γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς συγχωρητικότητος χρειάζονται κάποιες προϋποθέσεις. Οἱ κυριώτερες εἶναι οἱ ἀκόλουθες: Ἡ αἴσθηση τῆς ἡμετέρας ἁμαρτωλότητος. «Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς ὑποδεικνύει ἕναν πρακτικὸ τρόπο γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ συγχωροῦμε εὐκολώτερα τοὺς ἀδελφούς μας: Νὰ βλέπουμε τὶς δικές μας ἁμαρτίες καὶ νὰ κατηγοροῦμε τὸν ἑαυτό μας γι' αὐτές. Ἐφαρμόζοντας τὴ μέθοδο αὐτή, βρίσκουμε ἐλαφρυντικὰ γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ ἐπιπλέον διορθώνουμε τὸν ἑαυτό μας»[12]. Ἡ πεποίθηση ὅτι τὸ κακὸ τοῦ ἄλλου προέρχεται ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ ὅτι αὐτὸς ποὺ προκαλεῖ τὸ κακὸ παραμένει ἀσθενὴς καὶ ἄξιος λύπης καὶ συγχωρήσεως. «Νὰ σκεφτώμαστε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ μᾶς κάνει κακὸ ὁδηγεῖται στὶς πράξεις του ἀπὸ τὸν Διάβολο: 'Ὅταν κάποιος σοῦ κάνη κακό, μὴ βλέπης αὐτὸν ἀλλὰ τὸν δαίμονα ποὺ τὸν κινεῖ. Ὅλη τὴν ὀργή σου στρέψε την σ' αὐτόν, ἐνῶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ κινεῖται ἀπ' αὐτὸν πρέπει καὶ νὰ τὸν σπλαγχνισθῆς'»[13]. Ἡ αἴσθηση ὅτι ἐκτελοῦμε ἐντολὴ τοῦ Κυρίου: «Ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὰ πράξουμε αὐτά, καὶ ὅλα τ' ἄλλα ἂς εἶναι δεύτερα, ἂς ἔχουν πάντα προτεραιότητα γιὰ σένα οἱ ἐντολές Του» μᾶς συμβουλεύει πάλι ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος[14].
β. Ἐπίτευξη καὶ διατήρηση. Ἡ συγχωρητικότητα ἐπιβάλλεται, κατ’  ἀρχάς, ἐπειδὴ εἴμαστε μέλη ἑνὸς Σώματος: «Ὀφείλομεν οὖν συμπάσχειν καὶ συγχωρεῖν ἀλλήλοις, ὅτι ἓν σῶμά ἐσμεν καὶ ἀλλήλων μέλη καὶ τὸ αὐτὸ ὀφείλομεν ὑπὲρ ἀλλήλων φρονεῖν»[15].
Ἀντιθέτως, ἡ μνησικακία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ: «Εἶπε ὁ Ἀββᾶς Μακάριος: ἐὰν θυμηθοῦμε τὰ κακὰ ποὺ μᾶς προξενοῦν οἱ ἄνθρωποι, θὰ διαλύσουμε τὴν δύναμη τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ, τῆς προσευχῆς. Ἐὰν θυμηθοῦμε τὰ κακὰ ποὺ μᾶς προκαλοῦν οἱ δαίμονες θὰ εἴμαστε ἄτρωτοι, ἀσφαλεῖς»[16].
Ἡ συγχωρητικότητα ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν μνήμη τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου μας. «Πρῶτα - πρῶτα, οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς παροτρύνουν νὰ ἔχουμε κατὰ νοῦν τὴν ἀνάμνηση τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀνάμνηση αὐτὴ θὰ θεραπεύσει τὴν ψυχὴ ποὺ μνησικακεῖ, διότι 'θὰ αἰσθάνεται ὑπερβολικὴ ἐντροπή, καθὼς θὰ ἀναλογίζεται τὴ δική Του ἀνεξικακία' (Κλῖμαξ, Θ' 12)»[17].
Ἡ προσευχὴ γιὰ τὸ πρόσωπο ποὺ μᾶς ἐχθρεύεται ἐκδιώκει τὴν μνησικακία μας πρὸς αὐτό: «Ἔπειτα οἱ Πατέρες μᾶς συνιστοῦν, ἂν τρέφουμε μνησικακία πρὸς κάποιο πρόσωπο, νὰ προσευχόμαστε γι' αὐτὸ πρὸς τὸν φιλάνθρωπο Θεό. Ἔτσι, μὲ τὴ χάρη τῆς προσευχῆς θὰ ἁπαλύνεται ἡ ἀνάμνηση τοῦ κακοῦ ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ πλησίον καὶ θὰ ἐκδιώκεται ἀπὸ τὴν ψυχὴ ἡ μνησικακία»[18].
Ἡ ἐκδήλωση πραγματικῆς καὶ ἀνυποκρίτου ἀγάπης πρὸς τὸ ἐχθρευόμενο ἡμᾶς πρόσωπο βοηθᾶ πολύ: «Ἄλλοτε πάλι μᾶς προτρέπουν νὰ πλησιάζουμε τὸν ἀδελφὸ ποὺ μᾶς λύπησε, νὰ τοῦ δείχνουμε ἀγάπη, νὰ τὸν συγχωροῦμε, νὰ καταθέτουμε ταπεινὴ συμπεριφορὰ ἀπέναντί του καὶ ὅσο τὸ δυνατὸν νὰ τὸν προσεγγίζουμε καὶ ἔτσι θὰ συνεργήσουμε καὶ θὰ βοηθήσουμε τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀδελφό, νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὸ πάθος τῆς μνησικακίας»[19].
Συχνὰ ἀπαιτεῖται ἕνας συνδυασμὸς μεθόδων γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς συγχωρητικότητος: «Πῶς δὲ δύναται τοῦτο κατορθῶσαι; Διὰ τοῦ προσεύχεσθαι ἐξ ὅλης καρδίας ὑπὲρ τοῦ λυπήσαντος αὐτὸν καὶ λέγειν· Ὁ Θεός, βοήθησον τῷ ἀδελφῷ μου κἀμοὶ διὰ τῶν εὐχῶν αὐτοῦ. Καὶ εὑρίσκεται ὑπερευχόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ, ὅπερ ἐστὶ συμπαθείας καὶ ἀγάπης τεκμήριον, καὶ ταπεινούμενος διὰ τοῦ αἰτεῖν βοήθειαν διὰ τῶν εὐχῶν αὐτοῦ. Ὅπου δὲ συμπάθεια καὶ ἀγάπη καὶ ταπείνωσις, τί δύναται ἰσχύσαι θυμὸς ἢ μνησικακία ἢ ἕτερον πάθος; (...) Ὁ προσευχόμενος ὑπὲρ ἐχθρῶν, ἀμνησίκακος ἔσται»[20].
Ἡ ἔχθρα καὶ ἡ ὀργὴ σταματοῦν ἐὰν δὲν τὶς ἀντιπαλεύουμε: «Πῦρ εἶναι ὁ θυμός, μιὰ φλόγα ποὺ χρειάζεται πρώτη ὕλη γιὰ νὰ ἀνάψει. Μὴν δώσεις τροφὴ στὴν φλόγα καὶ γρήγορα θὰ κατασβέσεις τὸ κακό. Δὲν ἔχει ἀπὸ μόνη της δύναμη ἡ ὀργή, ἐὰν κάποιος ἄλλος δὲν τὴν ὑποδαυλίζει»[21].
Ἡ συγχωρητικότητα εἶναι εὔκολη, ἐπειδὴ δὲν ἀπαιτεῖ κόπο, χρήματα, χρόνο: «Ἀλλά, πές μου, ὑπάρχει εὐκολότερο πράγμα ἀπὸ τὸ νὰ συγχωρήσουμε αὐτὸν ποὺ μᾶς λύπησε; Πραγματικά, μήπως πρόκειται νὰ ὑποβληθοῦμε σὲ κόπο νὰ κάνουμε μακρινὸ ταξίδι, μήπως θὰ δαπανήσουμε χρήματα, μήπως θὰ μποῦμε στὸν κόπο νὰ παρακαλέσουμε ἄλλους νὰ μᾶς κάνουν κάποια χάρη; Ἀρκεῖ νὰ θελήσουμε μόνο, καὶ τὸ κατορθώνουμε στὴ στιγμή»[22]. «Ἂν ὅμως σοῦ πῶ, ἄφησε τὴν ὀργὴ καὶ συγχώρεσε τὸν ἀδελφό σου, ποιὰ ἀπὸ τὶς προφάσεις αὐτὲς μπορεῖς νὰ χρησιμοποιήσεις; Διότι, νομίζω, δὲν μπορεῖς νὰ φέρεις ὡς πρόφαση οὔτε ἀσθένεια σώματος, οὔτε φτώχεια, οὔτε ἀμάθεια, οὔτε ἀπασχόληση καὶ μέριμνα, οὔτε τίποτε ἄλλο. Γι' αὐτό, ἀπ' ὅλες σου τὶς ἁμαρτίες, αὐτὴ ἡ ἁμαρτία θὰ σοῦ εἶναι ἀσυγχώρητη»[23].
Ἡ συγγνώμη πρέπει νὰ δίδεται ἐντὸς τῆς ἰδίας ἡμέρας: «'Ὁ ἥλιος νὰ μὴ δύει καὶ νὰ σᾶς βρίσκει σὲ κατάσταση ὀργῆς καὶ θυμοῦ' (Ἐφεσ. 4, 26-27). Διότι, ἂν συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν ἀδελφό σου πρὶν νὰ βραδιάσει, τότε μπορεῖ νὰ ἔχεις ἀπὸ τὸν Θεὸ κάποια συγγνώμη. Ἂν ὅμως ἐξακολουθεῖς νὰ παραμένεις στὴν κατάσταση τῆς ἔχθρας καὶ μετὰ τὴ δύση τοῦ ἥλιου, τότε πλέον ἡ ἀπέχθειά σου αὐτὴ δὲν εἶναι ἀποκύημα τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ὀργῆς, ποὺ καταλαμβάνει αἰφνιδίως τὴν ψυχή, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ φθονερὴ καρδιὰ καὶ ἀπὸ ψυχὴ ἐμπαθὴ ποὺ ζεῖ στὴν πονηρία καὶ τρέφει τὴν κακία»[24].
Ἡ συγχωρητικότητα, τέλος, εἶναι ὑπακοὴ σὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ μας: «Ἄν ἔθετε νόμο ὁ βασιλιὰς ποὺ λέει 'ὅλοι οἱ ἐχθροὶ νὰ συμφιλιώνονται μεταξύ τους, διαφορετικὰ νὰ ἀποκεφαλίζονται', ἄραγε δὲν θὰ σπεύδαμε ὅλοι νὰ συμφιλιωθοῦμε μὲ τὸν πλησίον μας; Ἐγὼ νομίζω πὼς θὰ τὸ κάναμε. Ποιὰ λοιπὸν συγνώμη θὰ ἔχουμε, ἀφοῦ στὸν Δεσπότη μας Χριστὸ δὲν ἀπομένουμε οὔτε τόση τιμή, ὅση ἀπονέμουμε στοὺς συνανθρώπους μας, ποὺ εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ σὰν κι ἐμᾶς; Γι' αὐτὸ μᾶς ἔδωσε ἐντολὴ ὁ Κύριος νὰ λέμε: 'Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν' (Ματθ. 6, 12)»[25].
γ. Παραδείγματα ἁγίων. Τὸ πρῶτο καὶ μεγαλύτερο παράδειγμα συγχωρητικότητος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι»[26]. Τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου μας ἀκολούθησε καὶ ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος: «Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐκοιμήθη»[27]. «Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρει ὅτι ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, τὴν ὥρα ποὺ ὁδηγεῖτο στὸ μαρτύριο, συνάντησε στὸ δρόμο ἐκεῖνον ποὺ τὸν εἶχε καταδώσει. Τὸν σταμάτησε καὶ τὸν φίλησε λέγοντας: Εἰρήνευε, ἀδελφέ. Βλέποντας ἐκεῖνος τὴν τόση ἀνεξικακία, ἐθαύμασε κι ἐφώναξε μὲ ἐνθουσιασμό: Χριστιανὸς εἶμαι ἀπὸ σήμερα κι ἐγώ. Ὕστερα ἀπ' αὐτὴ τὴν ὁμολογία, τὸν ἀποκεφάλισαν μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο (Γεροντικὸν Θ. Χαμπάκη, σελ. 43, Ἀθῆναι 1960)»[28]. «Ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἐνῶ ὑπέφεραν, μακροθυμοῦσαν, χωρὶς νὰ ἀνταποδίδουν τὸ κακὸ σὲ κανένα καὶ χωρὶς νὰ ὀργίζωνται. Καὶ ἐνῶ τοὺς φόνευαν, τοὺς λιθοβολοῦσαν, τοὺς κατέκαιγαν, τοὺς ἔπνιγαν ἢ τοὺς κατέκοβαν, ἐκεῖνοι μακροθυμοῦσαν πρὸς τοὺς δημίους καὶ προσεύχονταν γι' αὐτούς, γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν»[29]. (Περισσότερα παραδείγματα βλ. στὸ τεῦχος Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν).

4. Ὠφέλη ἐκ τῆς συγχωρητικότητος
Χωρὶς τὴν συγχωρητικότητα δὲν ὑπάρχει ἀληθὴς μετάνοια: «Ὁ ἄνθρωπος ποὺ τρέφει μέσα στὴν ψυχή του τὴ μνησικακία, δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργήσει τὴ μετάνοια, διότι συνεχῶς ἔχει μπροστά του καὶ ἐξετάζει τὰ σφάλματα τοῦ ἀδελφοῦ, ἐνῶ τὰ δικά του τὰ δικαιολογεῖ καὶ τὰ ρίχνει πίσω του. Γι' αὐτὸ πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι 'αὐτὸς ποὺ διατηρεῖ τὴν ἔχθρα στὴν καρδιά του καὶ νομίζει ὅτι ἔχει μετάνοια, ὁμοιάζει μ' αὐτὸν ποὺ βλέπει στὸν ὕπνο του ὅτι τρέχει (Κλῖμαξ Θ', 15)»[30].
Χωρὶς τὴν συγχωρητικότητα δὲν μποροῦμε νὰ ἀναμένουμε τὴν πραότητα καὶ τὴν συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὰ δικά μας ἁμαρτήματα: «Καὶ πῶς θέλεις νὰ εἶναι πρὸς ἐσένα ὁ Δεσπότης Χριστὸς γλυκὺς καὶ πράος, ὅταν ἐσὺ γίνεσαι σκληρὸς πρὸς τὸν συνάνθρωπό σου καὶ δὲν τὸν συγχωρεῖς;», ἐρωτᾶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος[31].
Μὲ τὴν συγχωρητικότητα θὰ διαγραφοῦν τὰ ἁμαρτήματά μας στὴν μέλλουσα Κρίση κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο: «Ἂν λοιπὸν συγχωρήσεις τὰ ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον σου, τὰ δικά σου τὰ ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀποκαλυφθοῦν τότε, ὅλα θὰ διαγραφοῦν ἀπὸ ἐδῶ καὶ θὰ φύγεις ἀπ' αὐτὴ τὴ ζωή, χωρὶς νὰ σὲ συνοδεύει κανένα ἁμάρτημα ἀπ' ὅσα ἔκανες. Ὥστε λοιπὸν παίρνεις περισσότερα ἀπ' ὅσα δίνεις. Διότι εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλὲς φορὲς ἔχουμε ὑποπέσει σὲ ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα κανεὶς ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ μᾶς δὲν τὰ γνωρίζει»[32].
Μὲ τὴν μνησικακία βασανίζουμε στὴν πραγματικότητα τὸν ἑαυτό μας, ὄχι τὸν ἐχθρό μας: «Διότι, ἐνῶ σοῦ φαίνεται ὅτι μὲ τὸ νὰ κρατᾶς μνησικακία ἐκδικεῖσαι τὸν ἀδελφό σου, στὴν οὐσία βασανίζεις τὸν ἑαυτό σου καί, σὰν ἄλλο δήμιο, ἔχεις βάλει μέσα σου τὸ θυμὸ νὰ σοῦ ξεσκίζει τὰ σπλάγχνα»[33].
Μὲ τὴν μνησικακία κάθε τι μᾶς ἐνθυμίζει τὸ πρόσωπο τοῦ ἐχθροῦ μας καὶ μᾶς ἀναστατώνει: «Διότι, ὅπως ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀγαποῦμε, καὶ τὰ ἐνδύματα καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ ὑποδήματα καὶ τὰ σπίτια καὶ οἱ παράδρομοι ποὺ ὁδηγοῦν στὸ σπίτι τους, μᾶς δίνουν φτερὰ μόλις τὰ ἀντικρύσουμε, ἔτσι καὶ τῶν ἐχθρῶν μας καὶ ἐκείνων ποὺ μισοῦμε, ἂν δοῦμε τὸν ὑπηρέτη τους ἢ τὸν φίλο τους ἢ τὸ σπίτι τους, ἢ τὸ δρόμο τους ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο, ἀπ' ὅλα ἐνοχλούμαστε καὶ δημιουργοῦνται πληγὲς μέσα μας μόλις τὰ ἀντικρύσουμε»[34].
Καὶ μόνον τὸ βάσανο τῆς μνησικακίας ἔπρεπε νὰ μᾶς ὠθεῖ στὴν συγχωρητικότητα: «καὶ μόνο ἀπὸ τὸ μαρτύριο ποὺ ὑποφέρει ὁ μνησίκακος ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς μνησικακίας, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν κάνει νὰ συγχωρεῖ τὰ ἁμαρτήματα ὅσων τὸν λύπησαν» (Ἰωάννης Χρυσόστομος).
Στὴν συγχωρητικότητα ὅποιος ζητήσει πρῶτος συγγνώμη κερδίζει καὶ τὴν μεγαλυτέρα εὐλογία: «Καὶ πρέπει νὰ ξέρεις ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θὰ πάει πρῶτος νὰ ζητήσει συγνώμη, ἐκεῖνος θὰ ἔχει τὴ μέγιστη εὐλογία»[35].
Ἡ ἑκουσία ταπείνωση αὐτοῦ ποὺ συγχωρεῖ τοῦ προσφέρει πολλαπλασία χάρη: «Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ γνωρίζει ἀκριβῶς ὅτι πολλοὶ θὰ τὸν κατακρίνουν καὶ θὰ γελάσουν εἰς βάρος του, καὶ παρὰ ταῦτα δὲν ἀποφεύγει τὴ συμφιλίωση, θὰ λάβει διπλάσια καὶ τριπλάσια χάρη. Καὶ αὐτὸς εἶναι κυρίως ἐκεῖνος ποὺ ὅ,τι κάνει, τὸ κάνει γιὰ τὸν Θεό»[36].
Ἡ συγχωρητικότητα μᾶς καθιστᾶ φίλους μὲ τὸν Θεὸ καὶ μᾶς χαρίζει εἰρήνη καὶ γαλήνη ψυχῆς: «Ὑπάρχει κάτι πιὸ γαλήνιο ἀπ' αὐτό; Ὑπάρχει τίποτε πιὸ ἥμερο ἀπ' αὐτὸ τὸ πρόσταγμα; Ἐσένα τὸν ἴδιο σὲ ἔκανε κριτὴ τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων σου. Ἂν συγχωρήσεις λίγα, τότε λίγα θὰ σοῦ συγχωρηθοῦν. Ἂν συγχωρήσεις πολλά, πολλὰ θὰ σοῦ συγχωρηθοῦν. Ἂν συγχωρήσεις τὸν ἄλλο εἰλικρινὰ καὶ ἀπὸ τὴν καρδιά σου, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο θὰ συγχωρήσει καὶ ὁ Θεὸς ἐσένα. Ἂν μετὰ τὴ συγχώρηση κάνεις φίλο τὸν ἀδελφό, ἔτσι φιλικὰ θὰ διάκειται ὁ Θεὸς καὶ πρὸς ἐσένα. Ὥστε, ὅσο πιὸ πολὺ ἁμάρτησε ὁ ἀδελφὸς πρὸς ἐμᾶς, μὲ τόση μεγαλύτερη προθυμία πρέπει νὰ σπεύδουμε νὰ τὸν συγχωροῦμε, ἐπειδὴ μ' αὐτὸ τὸν τρόπο γίνεται αἴτιος γιὰ νὰ μᾶς συγχωρηθοῦν τὰ μεγάλα μας ἁμαρτήματα»[37].
Ἡ ἔλλειψη τῆς συγχωρητικότητος σφραγίζει τὰ ἁμαρτήματά μας: «Ἐὰν οὖν συγχωροῦμεν, συγχωρούμεθα· ἐὰν δὲ μή, ἐπισφραγίζομεν τὰς ἑαυτῶν ἁμαρτίας»[38].
Ἡ συγχωρητικότητα καὶ ἡ συμφιλίωση εἶναι δυνατὴ καὶ μὲ ἀποθανόντα ἀδελφό μας: «Πολὺ εὔκολα συμβαίνει νὰ ἀναβάλλουμε τὴν συμφιλίωση μὲ κάποιον ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔχουμε ἀποξενωθεῖ, καὶ ὁ θάνατος παρεμβαίνει πρὶν ἔχουμε ἀλληλοσυγχωρεθεῖ. Μέσα μας οἱ τύψεις συνειδήσεως μᾶς κάνουν νὰ λέμε: πολὺ ἀργά, πολὺ ἀργά, ἡ εὐκαιρία ἔφυγε γιὰ πάντα· δὲν μπορεῖ νὰ γίνει τίποτε τώρα. Ἀλλὰ κάνουμε ἐντελῶς λάθος, ἐπειδὴ δὲν εἶναι πολὺ ἀργά. Ἀντίθετα μποροῦμε νὰ ἐπιστρέψουμε στὸ σπίτι τὴν ἴδια μέρα, καὶ στὴ βραδινή μας προσευχὴ μποροῦμε νὰ μιλήσουμε κατευθεῖαν στὸν νεκρὸ φίλο ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἴχαμε ἀποξενωθεῖ. Χρησιμοποιώντας τὶς ἴδιες λέξεις ποὺ θὰ χρησιμοποιούσαμε ἄν ἦταν ἀκόμη ζωντανὸς καὶ βρισκόμασταν πρόσωπο πρὸς πρόσωπο μποροῦμε νὰ ζητήσουμε τὴ συγγνώμη του καὶ νὰ ἐπιβεβαιώσουμε ξανὰ τὴν ἀγάπη μας. Καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἡ σχέση μας θὰ ἔχει ἀλλάξει. Ἄν καὶ δὲν βλέπουμε τὰ πρόσωπά τους, οὔτε ἀκοῦμε τὶς ἀπαντήσεις τους, ἄν καὶ δὲν ἔχουμε τὴν παραμικρότερη ἰδέα πὼς τὰ λόγια μας τοὺς φτάνουν ὅμως γνωρίζουμε βαθιὰ μέσα στὴν καρδιά μας πὼς ἐμεῖς κι αὐτοὶ κάναμε μιὰ καινούργια ἀρχή. Ποτὲ δὲν εἶναι ἀργὰ γιὰ νὰ ξεκινήσεις πάλι»[39].
Ἡ ἀγωγὴ στὴν συγχώρηση ἀποτελεῖ καὶ σύγχρονη πρόταση παιδαγωγικῆς μεθόδου[40], γιὰ τὴν ἐπίλυση τῶν σχολικῶν διενέξεων καὶ συγκρούσεων.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὑπογραμμίζει τὴν πληθώρα τῶν ἀγαθῶν συνεπειῶν τῆς συγχωρητικότητος μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Εἶδες πόσα σκαλοπάτια πέρασε καὶ πῶς μᾶς ἀνέβασε στὴν ἴδια τὴν κορυφὴ τῆς ἀρετῆς; ... Πρῶτον: Νὰ μὴν κάνης ἀρχὴ στὴν ἀδικία. Δεύτερο: Νὰ μὴν ἀνταποδώσης τὸ ἴσο. Τρίτο: Νὰ μὴν προξενήσης ὅ,τι ἔπαθες ἀλλὰ νὰ μείνης ἥσυχος. Τέταρτο: Νὰ προσφέρης τὸν ἑαυτό σου στὴν ἀδικία. Πέμπτο: Νὰ προσφερθῆς γιὰ πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα θέλει ὁ ἀδικητής σου. Ἕκτο: Νὰ μὴ μισήσης αὐτὸν ποὺ σὲ ἔβλαψε. Ἕβδομο: Ἐπὶ πλέον νὰ τὸν ἀγαπήσης. Ὄγδοο, νὰ τὸν εὐεργετήσης. Ἔνατο: Καὶ νὰ παρακαλῆς γιὰ χάρη του τὸν Θεό. Βλέπεις ὕψος πνευματικότητος; Γι' αὐτὸ ἔχει καὶ λαμπρὸ ἔπαθλο. Ἐπειδὴ ἡ ἐντολὴ ἦταν μεγάλη καὶ ἀπαιτοῦσε γενναία ψυχὴ καὶ πολὺ ζῆλο, ἔθεσε καὶ μισθὸ τέτοιο, ποὺ μέχρι τώρα δὲν εἶχε ἀναφέρει στοὺς μακαρισμούς ... Δηλαδή, τὸ νὰ γίνουμε ὅμοιοι μὲ τὸν Θεό, ὅσο εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατό»[41].
Τέλος ἡ συγχωρητικότητα ἀποτελεῖ μίμηση τῆς θείας φιλανθρωπίας καὶ μᾶς ἐξομοιώνει μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα μας καὶ μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό: «ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους ... Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν» (Ματθ. 5: 45, 48). «Τὸ νὰ ἀγαποῦμε ὅσους μᾶς ἀδίκησαν αὐτὸ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη. Καὶ αὐτὸ μᾶς ἀναδεικνύει μιμητὲς τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος παρέδωσε τὸν ἑαυτό Του σὲ σταυρικὸ θάνατο γιὰ νὰ σώση ἐμᾶς ποὺ εἴχαμε γίνει ἐχθροί Του»[42].




Ἐνδεικτικὴ Βιβλιογραφία
Γρηγοριου Ιερομοναχου, Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν (Ἅγιον Ὄρος: Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, 2014). Γρινιεζακη Μακαριου, Ἡ δύναμη τῆς συγγνώμης. Κένωση καὶ φιλανθρωπία στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2010). Λεξικὸ Βιβλικῆς Θεολογίας (Ἀθήνα: Ἄρτος Ζωῆς, 1980). Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007).




[1] Λεξικὸν Δημητράκου, σ. 1268.
[2] «Ἄφεση», ἐν: Λεξικὸ Βιβλικῆς Θεολογίας (Ἀθήνα: Ἄρτος Ζωῆς, 1980), στ. 160.
[3] Ματθ. 5: 23-24.
[4] Ματθ. 5: 43-45.
[5] Ματθ. 6: 12.
[6] Ματθ. 18: 22-35.
[7] Ἀναστασίου (Γιαννουλάτου), Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτὸς (Ἀθήνα: Μαΐστρος, 2007), σ. 76.
[8] Ἰσιδώρου Πηλουσιώτου, Ἐπιστολαί, Γ' 7   (PG 78, 732).
[9] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 36.
[10] Ἀσκητικά, Λόγος 58, σ. 236, παρά: Ἱερομονάχου Γρηγορίου, Ἀγαπᾶτε τοῦς ἐχθροὺς ὑμῶν (Ἅγιον Ὄρος: Ἱ. Κελλίον ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου, 2014), σ. 25.
[11] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 38-41.
[12] Ἱερομονάχου Γρηγορίου, Ἀγαπᾶτε τοῦς ἐχθροὺς ὑμῶν (Ἅγιον Ὄρος: Ἱ. Κελλίον ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου, 2014), σ. 10.
[13] Ἱερομονάχου Γρηγορίου, Ἀγαπᾶτε τοῦς ἐχθροὺς ὑμῶν (Ἅγιον Ὄρος: Ἱ. Κελλίον ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου, 2014), σ. 10-11.
[14] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 50.
[15] Ἀντιόχου Μοναχοῦ, Λόγος ΟΑ’, Περὶ τοῦ συγχωρεῖν τῷ πλησίῳ   (PG 89, 1641).
[16] Ἀββᾶς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, λστ’, ἐν: Τὸ Γεροντικόν (Ἀθῆναι: Ἀστήρ, 1970), σ. 70.
[17] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 13.
[18] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 13-14.
[19] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 14.
[20] Ἀββᾶ Δωροθέου, Διδασκαλίαι, Η'   (Ἔργα Ἀσκητικά, σ. 232).
[21] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὁμιλία ΛΑ', δ΄ (PG 60, 232).
[22] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 14-15.
[23] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 36.
[24] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 47-48.
[25] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 52.
[26] Λουκ. 23: 34.
[27] Πράξ. 7: 20.
[28] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 33-34.
[29] Εὐεργετινός, ὑπόθεσις ΛΖ', τόμος Β', Ἀθῆναι 1978, σ. 466, παρά: Ἱερομονάχου Γρηγορίου, Ἀγαπᾶτε τοῦς ἐχθροὺς ὑμῶν (Ἅγιον Ὄρος: Ἱ. Κελλίον ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου, 2014), σ. 10.
[30] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 11.
[31] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 22.
[32] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 28-29.
[33] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 30.
[34] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 31.
[35] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 34.
[36] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 45.
[37] Μνησικακία καὶ Συγχωρητικότητα (Καρέας: Ἑτοιμασία, 2007), σ. 52-53.
[38] Ἀντιόχου Μοναχοῦ, Λόγος ΟΑ'  (PG 89, 1640).
[39] Καλλίστου Γουέαρ, «Πορεύεσθε μετὰ χαρᾶς», τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου καὶ τῆς Ἀναστάσεως» Σύναξη 49 (1994), σ. 30.
[40] Βλ. Πέλης Γαλίτη - Κυρβασίλη, «Ἡ ἐκπαίδευση στὴ συγχώρηση στὰ σχολεῖα τῆς Ἑλλάδας. Τὸ μάθημα 'Ἀγωγὴ στὴ Συγχώρηση' στὴν Πρωτοβάθμια καὶ Δευτεροβάθμια Ἐκπαίδευση», Ἑλληνοχριστιανικὴ Ἀγωγὴ  (2016) 63-71.
[41] Εἰς Ματθαῖον 18, 4 (PG 57, 269), παρά: Ἱερομονάχου Γρηγορίου, Ἀγαπᾶτε τοῦς ἐχθροὺς ὑμῶν (Ἅγιον Ὄρος: Ἱ. Κελλίον ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου, 2014), σ. 36.
[42] Ἱερομονάχου Γρηγορίου, Ἀγαπᾶτε τοῦς ἐχθροὺς ὑμῶν (Ἅγιον Ὄρος: Ἱ. Κελλίον ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου, 2014), σ. 37.