Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Στέλιου Ῥάμφου, Ἀσήμαντη Ἑλλάς, Καθημερινὴ 6.6.2021

«Ἀσήμαντη» Ἑλλάς 
ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ* 


https://www.kathimerini.gr/society/561390097/asimanti-ellas/

Τὸ Βασιλικὸ Δραματικὸ Θέατρο τῆς Στοκχόλμης ἀνέβασε τὸν Ἰανουάριο 1965, σὲ σκηνοθεσία Ἴνγκμαρ Μπέργκμαν, τὸν «Ἱππόλυτο» τοῦ Εὐριπίδη. Τὸ πρόγραμμα τῆς παραστάσεως περιελάμβανε, μεταξὺ ἄλλων, τὶς ἀπαντήσεις τριῶν διακεκριμένων Σουηδῶν καὶ ἑνὸς Ἕλληνα, τοῦ Γιώργου Σεφέρη, στὸ ἑξῆς ἐρώτημα τοῦ σκηνοθέτη: «Ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα δὲν κατέχει ἡγετικὴ θέση στὰ πολιτισμικὰ πράγματα. Ἡ παρακμὴ ἑνὸς πολιτισμοῦ αὐτὴ καθ' ἑαυτὴν δὲν εἶναι κάτι ἀξιοσημείωτο. Εἶναι ὅμως ἀξιοσημείωτο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιβιώνει σὲ κάθε προοδευτικὴ κοινωνία. Τὰ ἰδανικὰ ποὺ χαρακτήριζαν τὴν ἀρχαία Ἀθήνα ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἡ βάση γιὰ ὅ,τι ἀποκαλοῦμε σήμερα δημοκρατία, ἐπιστήμη καὶ τέχνη. Ποῦ ὀφείλεται, κατὰ τὴ γνώμη σας, τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι τόσο ἀσήμαντη ἡ συμβολὴ τῆς σημερινῆς Ἑλλάδας στὰ πολιτισμικὰ θέματα;». 

Ὁ Γιῶργος Σεφέρης, νομπελίστας τῆς λογοτεχνίας τὸ 1963, ἔδωσε ἐν συνόψει τὴν ἀκόλουθη ἀπάντηση («Δοκιμές», τ. Γ΄, σελ. 172-3 καὶ 387): Παρὰ τὰ ἐπιστημονικά του ἐπιτεύγματα, ὁ σύγχρονος κόσμος ἀπὸ πολλὲς πλευρὲς δὲν ἔφθασε τὴ στάθμη τῶν Ἀρχαίων. Δὲν παρουσίασε ἕναν Ὅμηρο ἢ ἕναν Αἰσχύλο, ἕναν Ἡράκλειτο ἢ ἕναν Πλάτωνα. Τὴ σύγχρονη Ἑλλάδα πρέπει νὰ τὴν κρίνουμε μέσα στὶς ἱστορικές, πλουτοπαραγωγικές, πληθυσμιακὲς κ.λπ. ἀνάγκες τοῦ σύγχρονου κόσμου καὶ νὰ μὴν ξεχνοῦμε πὼς δοκιμάστηκε ἐπὶ τέσσερις αἰῶνες ἀπὸ τὴ χειρότερη ξένη σκλαβιὰ ποὺ γνώρισε λαὸς τῆς γῆς, καὶ μὲ τὶς πιὸ καταστρεπτικὲς συνέπειες. Ἀπὸ τότε ποὺ ἐλευθερώθηκε ἕνα μικρὸ μέρος της, μὲ πληθυσμό, στὰ 1828, 750.000 ψυχές, ἡ Ἑλλάδα εἶχε νὰ ὑπομείνει ἀτέλειωτους πολέμους, συνυπολογίζοντας καὶ τὸν τελευταῖο. Ἡ Σουηδία χαίρεται ἀπὸ τὸ 1813 ἀδιάκοπα τὰ ἀγαθὰ τῆς εἰρήνης καὶ δὲν μπορῶ νὰ μὴ σκεφθῶ τὸν Ἄγγλο ἱστορικὸ ποὺ παρατήρησε ὅτι οἱ ἱστορικοὶ ποὺ ἔζησαν σὲ καιροὺς εὐημερίας καὶ εἰρήνης, συνήθως δὲν κρίνουν ἐπιτυχῶς περιόδους πολέμων καὶ δυστυχίας. 

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Σεφέρη δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωση ὅτι ὀφείλεται σὲ παρανάγνωση τῆς ἐρωτήσεως τοῦ Μπέργκμαν. Ὁ Σουηδὸς σκηνοθέτης δὲν ρωτᾶ γιατί εἶναι ἀσήμαντη ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα, ἀλλὰ γιατί εἶναι τόσο ἀσήμαντη ἡ συμβολή της στὰ θέματα τοῦ πολιτισμοῦ, ἐνῷ ὁ ἀρχαιοελληνικὸς πολιτισμὸς καὶ οἱ ἀξίες του ἀποτελοῦν τὴ βάση γιὰ ὅ,τι ἀποκαλοῦμε σήμερα, σὲ κάθε προοδευτικὴ κοινωνία, δημοκρατία, ἐπιστήμη καὶ τέχνη. Ἀναρωτιέται, μ’ ἄλλα λόγια, καὶ ρωτᾶ: Πῶς ἐξηγεῖται ἡ ἄγονη σχέση σας μὲ τὸ μεγάλο, πάντα ἐπίκαιρο, παρελθόν σας; 

Μὲ τὴν ἀπάντησή του ὁ Σεφέρης πῆγε νὰ προσγειώσει τὸ ζήτημα στὰ ἱστορικὰ δεδομένα καὶ πήδηξε ἀπὸ τὴν ἀσήμαντη συμβολὴ τῆς Ἑλλάδος στὸν σύγχρονο πολιτισμό, στὴν ἀσημαντότητα τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος ἐν γένει. Κι ὅμως τίποτε στὸ ἐρώτημα τοῦ Μπέργκμαν δὲν δικαιολογεῖ τέτοια μετακίνηση. Τίποτε δὲν στηρίζει τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Σουηδὸς σκηνοθέτης εἶχε τέτοια σκέψη στὸ πίσω μέρος τοῦ μυαλοῦ του. 

Αὐτὸ θὰ ἔκανε τὰ πράγματα πιὸ τετραγωνισμένα κι εὔκολα, ἐνῷ τὸ τεθειμένο ἐρώτημα ζητεῖ στοχαστικὴ ἀπάντηση. Ἄλλωστε ὁ Σεφέρης ἀναγνωρίζει ἐξ ἀρχῆς τὴ δυσκολία τοῦ ἐρωτήματος καὶ τὴν εὐρύτητά του. Τὸ συσχετίζει μὲ τὴν ἀπορία «γιατί ἡ Ἀγγλία γέννησε ἕναν μονάχα Σαίξπηρ ἢ γιατί ἡ Ἰταλία γέννησε ἕναν μονάχα Ντάντε» καὶ δηλώνει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσει πραγματικὰ ἱκανοποιητικὴ ἀπάντηση στὰ περιθώρια τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου ποὺ ἔχει στὴ διάθεσή του, ὁπότε θὰ περιοριστεῖ σὲ «πρόχειρη καὶ βιαστικὴ ἀπάντηση». 

Ὁ Μπέργκμαν δὲν ρωτᾶ γιατί ἡ Ἑλλάδα δὲν γέννησε κι ἄλλους Ὁμήρους ἢ Πλάτωνες στὰ νεότερα χρόνια της· ἀπορεῖ γιατί δὲν παίζει σημαντικὸ ρόλο στὰ πολιτισμικὰ δρώμενα τῆς προηγμένης ἀνθρωπότητος, ἡ ὁποία ὡστόσο βασίζεται στὴν ἀρχαιοελληνικὴ κληρονομιά. Ὁ ἕνας Σαίξπηρ καὶ ὁ ἕνας Δάντης, δὲν ἐμπόδισαν τὴν Ἀγγλία καὶ τὴν Ἰταλία νὰ διαδραματίζουν σημαντικὸ ρόλο στὸν σύγχρονο πολιτισμό. Δὲν θέλει νὰ μειώσει τὴ σημερινὴ Ἑλλάδα οὔτε, πολὺ περισσότερο, τὸν Σεφέρη· θέλει νὰ ἐξηγήσει τὸ συγκεκριμένο ἀξιοπρόσεκτο φαινόμενο. Θὰ ἀναδιατύπωνα τὸ ἐρώτημά του σὲ ἕνα ἄλλο: Εἶναι εὐθεῖα καταβολή σας, τῶν Νεοελλήνων, ὁ ἀρχαῖος πολιτισμὸς ἢ τὸν σημερινό σας τρόπο ὑπάρξεως ἐπιβαρύνουν παράγοντες οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουν τὴ μόνιμη σχέση μὲ τοὺς Ἀρχαίους καὶ κατ’ ἐπέκτασιν μὲ τὸν σύγχρονο πολιτισμό; 

Ἡ παρεπόμενη ἐρώτηση ἐνδεχομένως νὰ ὑποκρύπτεται στὴ σκέψη του Μπέργκμαν, δὲν ξέρω ὅμως κατὰ πόσο ὁ Σεφέρης τὴν εἶχε θέσει στὸν ἑαυτό του, ὅταν ἔγραφε «ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει». 

Ἡ ἀπάντησή του ὄχι μόνο δὲν μαρτυρεῖ πόνο ἀλλὰ προδίδει ἀμυντικὴ αὐτάρκεια. Παρακάμπτει τὸ ἐρώτημα ποὺ δείχνει πρὸς τὴν εὐθύνη τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων τῆς χώρας μας καὶ τοῦ ἴδιου, ὁ ὁποῖος ἐν προκειμένῳ τὴν ἐκπροσωπεῖ. 

Μιλᾶς, λέει στὸν Μπέργκμαν, ἀπὸ τὴν ἄνεση καὶ τὴν ἀσφάλεια τῆς ἀπρόσκοπτης κοινωνικῆς ἀναπτύξεως, τῆς διαχρονικῆς εἰρήνης καὶ ἐλεύθερης ζωῆς. Ἡ χώρα σου δὲν εἶναι θεμιτὸ μέτρο συγκρίσεως μὲ τὴ χώρα μου, ἡ ὁποία τυραννήθηκε αἰῶνες ἀπὸ ἕνα βάρβαρο κατακτητὴ καὶ μετὰ τὴν ἀνεξαρτησία της βιώνει ἀδιάκοπες πολεμικὲς περιπέτειες μὲ ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς, ἐσωτερικὲς ἀνωμαλίες καὶ ἐμφύλιες δοκιμασίες. Πῶς νὰ ἀναπτύξει πολιτισμό; Ὄντως ἡ συμβολὴ τῆς Ἑλλάδος στὰ πολιτισμικὰ δρώμενα τοῦ ἀνεπτυγμένου κόσμου εἶναι ἀσήμαντη, ἀλλὰ ἐξ αἰτίας τῶν συνθηκῶν. Ἀπαντᾶ προφανῶς ὁ διπλωμάτης, μολονότι ὁ ποιητὴς συνυπάρχει μαζί του. 

Ὁ Σεφέρης ἀποδέχεται ἐμμέσως τὴν ἑλληνικὴ «ἀσημαντότητα» καὶ προσπαθεῖ νὰ τὴ δικαιολογήσει. Υἱοθετεῖ τὴν κλασικὴ ὑπεκφυγὴ τῆς ἐπίσημης καὶ ἀνεπίσημης Ἑλλάδος: Φταῖνε οἱ ἄλλοι καὶ οἱ συγκυρίες· ἐμεῖς δὲν εὐθυνόμαστε. Μὰ καὶ τὰ νεώτερα κράτη, μέσα ἀπὸ φοβεροὺς ἐνδοευρωπαϊκοὺς καὶ παγκοσμίους πολέμους, προχώρησαν στὴν ἐθνική τους ὁλοκλήρωση! Αὐτὸ δὲν τὰ ἐμπόδισε νὰ ἀποδίδουν τιμὲς καὶ νὰ καλλιεργοῦν ὡς θεμέλιο ὑπάρξεως τὸν ἀρχαιοελληνικὸ πολιτισμὸ καὶ περαιτέρω: Γιατί οἱ Ἑπτανήσιοι, ποὺ δὲν γνώρισαν τουρκικὸ ζυγό, ἀλλὰ ἑνετική, γαλλικὴ καὶ ἀγγλικὴ κυριαρχία, δὲν διαφέρουν ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἔπιναν ἐπὶ τετρακόσια καὶ πλέον χρόνια τὸ κώνειο τῆς σκλαβιᾶς; Μπορεῖ νὰ ἀπέκτησαν ἕνα λοῦστρο λεπτότητος, νὰ ἔδωσαν ἕνα Σολωμό, ἕναν Κάλβο, ἕναν Καποδίστρια, ὅμως εἶναι ἐπίσης πνευματικὰ ἀμέτοχοι τοῦ ἀρχαίου πνεύματος καὶ τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ. 

Ὁ Μπέργκμαν ἀναρωτιέται καὶ ρωτᾶ γιὰ τὴν ἀπουσία τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν ἀνυπέρβλητο ἱδρυτικὸ τῆς ἑαυτό, ἕξι χρόνια πρό της ἑκατονταπεντηκονταετίας τοῦ 1821 καὶ μόλις δύο πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴ τῆς δικτατορίας τῶν συνταγματαρχῶν. Ἡ ἀπορία του διατηρεῖ ἐμβληματικὴ ἐπικαιρότητα καὶ γιὰ τὸν φετινὸ ἑορτασμὸ τῆς ἐπετείου τῶν διακοσίων χρόνων ἀπὸ τὴν ἐθνική μας παλιγγενεσία. Πῶς γίνεται νὰ εἴμαστε σύγχρονοι Εὐρωπαῖοι ἔχοντας ἐγκαταλείψει πρὸ πολλοῦ τὴν κοινὴ καὶ δική μας ἐθνικὴ ρίζα; Ὀφείλουμε ἐξηγήσεις στὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτὸ καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἡ σεφερικὴ ἀπάντηση καὶ οἱ ἑορτασμοὶ τῆς ἐπετείου τρίζουν ἀπὸ τὴν τρομερὴ ἐρώτηση τοῦ Ἴνγκμαρ Μπέργκμαν. 

Γιὰ τὸν Σεφέρη, εἶναι εὔλογο νὰ μὴν ἔχουμε σημαντικὴ παρουσία στὸν σύγχρονο πολιτισμὸ μὲ τόσο ταραγμένη ἱστορία. Ἡ πολιτισμικὴ δυσανεξία μας συνδέεται μὲ καταθλιπτικὲς ἐξωτερικὲς ἀντιξοότητες. Γι’ αὐτὸ καὶ προσλαμβάνει τὸ «πολιτισμικὰ ἀσήμαντη» τοῦ ἐρωτήματος μεταλλαγμένο σὲ «ἀσήμαντη» συνολικά. Παραδόξως ὁ ποιητὴς ἀντιπαρέρχεται ἀσυζητητὶ τὸ ἐνδεχόμενο ἑνὸς ἐγγενοῦς ἐσωτερικοῦ ρήγματος στὸν νεώτερο ἑλληνισμό, ἐνῷ καὶ μόνη ἡ ἀναγνώριση τῶν ψυχικῶν εἰκόνων οἱ ὁποῖες τὸ προκάλεσαν καὶ τὸ συντηροῦν θὰ ἔφθανε γιὰ νὰ κατέχει ἡ Ἑλλάδα μία σημαντικὴ θέση στὸν σύγχρονο κόσμο. 


Ὁ παραγνωρισμὸς τοὺς δηλώνει καὶ ἀσυνειδησία τῆς πραγματικότητος ποὺ δημιουργοῦν. Στὶς δύσκολες περιστάσεις ἐπικαλούμαστε τὸ ἀπαράμιλλο παρελθόν, κρατοῦμε σὰν φυλαχτὸ τὴ γλῶσσα, ἀλλὰ στηρίζουμε τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Οἱ Ἀρχαῖοι εἶναι ὁ τίτλος τῆς εὐγενείας μας, μὲ θυρεὸ τὰ ἐρείπιά τους, καθὼς τὸ πνεῦμα τους δὲν βρίσκει ἀμέσως θέση στὴ ζωή μας. Τὸ διάπλατο τοῦτο κενὸ ἀγγίζει ἀνεπίγνωστα ἡ ἐρώτηση τοῦ Μπέργκμαν. Ὁ Σουηδὸς καλλιτέχνης θέλει νὰ κατανοήσει πῶς ἕνας λαὸς μὲ τόσο μεγάλο παρελθὸν ἔχει σήμερα τόσο μικρὴ ἱστορικὴ ἐνέργεια. 

Πίσω ἀπὸ τὸ σημερινό μας πρόσωπο βρίσκεται, ἀντὶ δημιουργικῆς συνθέσεως, μιὰ δραστικὴ ἀπώθηση τοῦ ἀρχαίου κόσμου, μὲ παρενδυματικὴ ἐθιμική του διατήρηση στὴ σφαῖρα ἑνὸς ἀνατολίζοντος χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ Ἰουστινιανὸς πολέμησε ἐξοντωτικὰ τὶς ἀρχαῖες καταβολές, οἱ ὁποῖες μὲ τὴ σειρά τους μαρμάρωσαν στὴ γλῶσσα καὶ τὴ διδασκαλία τῶν τύπων της. Ἀντιθέτως ἡ ἀρχαία φιλοσοφία δὲν ἔπαψε νὰ δίνει τὸ παρὼν στὸν δυτικὸ χριστιανισμό: ὁ Πλωτῖνος στὴ σκέψη τοῦ Αὐγουστίνου, ὁ Πλάτων, καὶ ὄχι μόνο, στὸν Βοήθιο, ὁ Ἀριστοτέλης στὸν Θωμᾶ Ἀκινάτη. Ἴσως νὰ ἔπαιξε ρόλο ὅτι στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης συγκαταλέγονταν, ἕως τὸν 8ο αἰῶνα, καὶ οἱ ἐπισκοπὲς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου. Πάντως μὲ τὸ τέλος τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς συμβιώσεως, δημιουργήθηκε στὶς ψυχὲς καὶ στὶς μορφὲς ἕνα χάσμα, μιὰ ἀγωνία γιὰ τὸ ἐξορκισμένο παρελθόν, ἡ ὁποία μὲ τὴ σειρά της προκάλεσε καὶ τὴν ἐνοχικὰ ἄγονη σχέση μαζί του. 


Τὸ ἀπαγορευμένο παρελθὸν μᾶς καταδιώκει στὸ παρὸν σὰν ματαιωμένο μέλλον. Ὁ γεννήτορας πολιτισμὸς ἀπεβίωσε ἀσύνειδα στὴ γλῶσσα, παραμένοντας ταυτόχρονα, γιὰ τὸ πλῆθος ποὺ τὴ μιλοῦσε, σατανικὸ ἀντικείμενο. Ἡ ἀνθρώπινη ὁρμὴ ταυτίστηκε μαζί του καὶ ἔλαβε διαστάσεις ἁμαρτίας, φουντώνοντας στὸ μὴ περαιτέρω τὰ ἐνοχικὰ συναισθήματα τῶν ἀτόμων καὶ τοῦ εὐρύτερου συνόλου, ἐτέθη μάλιστα ὑπὸ τὸν κανόνα τῆς ἀσκητικῆς ἁγνότητος, ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία πῆρε πάνω της μὲ τὴν ἐξομολόγηση, τὸν κατευνασμὸ τῆς ἐνοχῆς καὶ μὲ τὰ μυστήρια τὴν ἐμπέδωση τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς. Σταδιακὰ ἡ ἀπώθηση τῆς ὁρμῆς ἔγινε πρόξενος συνθηκῶν, ἰδεοαναγκαστικὴς νευρώσεως, ἡ ὁποία εὐνοοῦσε καὶ εὐνοεῖ διεξόδους στὸ θρησκευτικὸ τυποτελετουργικό, ὅπου ἄτομα καὶ ὁμάδα ἑνώνονται ἀνακουφιστικὰ μὲ τὸν Θεό. 

Τὸ τελετουργικὸ εἶναι ἐκ φύσεως δομικὰ νοσταλγικό. Βασίζεται σὲ ἀνθρώπινα ἰδεοπλάσματα, ὑπὸ τὴν σκέπη μιᾶς ὑπερβατικῆς πατρικῆς μορφῆς, σὲ παραδοχὲς ἄσχετες πρὸς τὴν πίστη ὡς ἐπιθυμία πληρότητος στὸ ὑπερούσιο τῆς θεότητος. Σ’ αὐτὰ τὰ πλαίσια ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἐξίσου δεκτικὸς πίστεως ἢ παρανοίας. Τὸ τελετουργικὸ μετέχει τοῦ κοινωνικοῦ φαντασιακοῦ, ἑνὸς συστήματος ψυχικῶν εἰκόνων μὲ ἀξιακὰ χαρακτηριστικὰ καὶ ἰσχυρὴ συναισθηματικὴ ὑποστήριξη, εἰκόνων οἱ ὁποῖες διαπερνοῦν τὴν ἐμπειρικὴ πραγματικότητα καὶ κυριεύουν τὶς συνειδήσεις δίκην μυθικῶν συμβόλων, ὅπως ἡ Χάρις, ἡ Μεγάλη Ἰδέα, ἡ πατρίδα, ἡ οἰκογένεια. 

Τὰ σύμβολα τοῦτα ζητοῦν τὴν κατανόησή μας, ὅμως γιὰ τὸ τελετουργικὸ τὸ νόημά τους εἶναι μονοσήμαντο καὶ δεδομένο. Σφυρηλατεῖ ἔτσι ἕνα Ἐμεῖς ποὺ βιώνει ἰδεοληπτικὰ (διάβαζε: εἰδωλολατρικὰ) τὴν εἰκόνα του καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ κόσμου. 

Εἰδικὰ τὸ θρησκευτικὸ τελετουργικὸ μὲ τὴ μυστηριακή του ἐπαναληπτικότητα ζητεῖ ἀπὸ τὸν πιστὸ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ὁρμὴ τῆς ἐπιθυμίας, νὰ τὴν κατακρατήσει μέσα του ὡς ἐνοχή. Ἡ ἐνοχὴ δὲν μᾶς ἀφήνει μόνο ἀπαρηγόρητους ἀλλὰ μᾶς στρέφει νοσταλγικὰ πρὸς τὴν ἀνάμνηση ἑνὸς συμβολικοῦ πατέρα τὸν ὁποῖο προδώσαμε, μιᾶς ἱδρυτικῆς ἀρχῆς, τῆς ὁποίας τὴν παράδοση παραπετάξαμε. Σ’ αὐτὸ τὸ κλίμα τὸ μέλλον ποὺ συνήθως διεκδικοῦμε εἶναι ἕνα παρελθὸν καὶ ἐπιτείνει στὴ ζωὴ τὴν ἀνασφάλεια. Λειτουργεῖ μᾶλλον σὰν ἀναποτελεσματικὸ ἐμβόλιο αὐτοπεποιθήσεως σὲ πτοημένο Ἐγώ. Οἱ προοδευτισμοὶ αὐτοῦ τοῦ τύπου ἀγνοοῦν τὶς ἐξισώσεις μὲ πολλοὺς ἀγνώστους καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τὴ σύνθεση τοῦ νέου καὶ τοῦ παλαιοῦ, μὲ διαλυτικὲς βέβαια συνέπειες. 

Ὑπερβαίνουμε τὴ νοσταλγία τῆς τελετουργίας μὲ τὴν ἐπιθυμητικὴ δημιουργία καὶ μὲ συνειδητὴ ἀναγνώριση τῆς ἀρχῆς τοῦ πραγματικοῦ. Ἡ κατανόηση τῆς ζωῆς δημιουργεῖ τὸν πολιτισμό. Ὄχι ἡ ἀναμηρυκαστικὴ πρόσληψη τοῦ καθιερωμένου συμβατικοῦ της νοήματος ἀλλὰ ἡ ἐκτίναξη τῶν πνευματικῶν δυνάμεων τῆς κοινωνίας πρὸς ἀνώτερες μορφὲς ὑπάρξεως. Ἔτσι δημιουργεῖται μέλλον, ἀνοίγεται καὶ ἀνοίγει ἡ ἱστορία. Πάνω ἀπὸ βιολογική, ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη εἶναι πολιτισμικὴ καὶ ἱστορική. Ἡ προσαρμογὴ στὰ δεδομένα ἀπεργάζεται τὸ τέλμα τῆς παθητικότητος. Μόνο πλαταίνοντας ἡ ψυχὴ μπορεῖ νὰ κλείσει μέσα της μόνιμα τὰ μεγάλα ἔργα τοῦ παρελθόντος. Ἡ στερεότυπη ἐπανάληψη στενεύει τὴν ψυχὴ καὶ τὰ στειρώνει. 

Ξαναγυρίζω στὸν Σεφέρη καὶ ἀναρωτιέμαι μήπως θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ξετυλίξει τὸ κουβάρι τῆς ἀπαντήσεώς του στὸν Μπέργκμαν ἀπὸ τὸ σημεῖο στὸ ὁποῖο φθάσαμε, ἀντὶ νὰ φορτώνει τὴν ἀδυναμία μας στὶς περιστάσεις καὶ στὶς συνθῆκες. Κι ἂν θέλουμε νὰ πᾶμε βαθύτερα: μήπως θὰ πρέπει νὰ διαβάσουμε τὶς ἴδιες τὶς ψυχικὲς εἰκόνες οἱ ὁποῖες μὲ τὸ συμβολικό τους περιεχόμενο ἀρδεύουν τὸν ὅποιο πολιτισμό μας; 

Ἴσως μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει καὶ αὐθεντικὸ ἐφαλτήριο πνευματικῆς ἀνατάσεως, νὰ δώσουμε ἔμπρακτη ἀπάντηση στὸ βαρὺ ἐρώτημα τοῦ σκηνοθέτη μὲ μία γενναία κίνηση αὐτογνωρισμοῦ. 

Τὸ πρόβλημα στὴν ἀντίδραση τοῦ Σεφέρη δὲν ἦταν τόσο ἡ μετάθεση τοῦ ἐρωτήματος, τὸ ἄλλα ἀντὶ ἄλλων ποὺ ἀναπαράγει μιὰ μόνιμη στάση μας ἐδῶ καὶ διακόσια χρόνια, ὅσο ὅτι ἀποφεύγει καὶ ἀποφεύγουμε συστηματικὰ τὴν ἀπόφαση νὰ κοιταχθοῦμε σὲ πραγματικὸ καθρέφτη, ὥστε ν’ ἀποτιμήσουμε καὶ νὰ ἀναλάβουμε τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς μας. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι μένουμε χωρὶς σταθερὴ εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ μας, διχαζόμαστε κατὰ τὶς περιστάσεις καὶ τελοῦμε ὑπὸ συναισθηματικὴ σύγχυση ἡ ὁποία ἐκβάλλει στὴν ἀκραία παθητικότητα ἢ στὴ λεκτική, ἠλεκτρονική, σωματικὴ βία. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνας λαὸς νὰ προκόβει, ἐὰν δὲν οἰκοδομεῖ τὸν πολιτισμό του διαστέλλοντας ἀποφασιστικὰ τὰ πράγματα ἀπὸ τὴ συνείδηση ποὺ διαμορφώνει γι’ αὐτά. Μόνο ἐφ’ ὅσον στὸ παρόν του διεκδικεῖ δημιουργικὰ τὸ νόημα τῶν πραγμάτων, ἀνοίγει ὁ δρόμος γιὰ νέα σχέση μὲ τὸν ἱστορικὸ χρόνο καὶ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση μέλλοντος ἀπὸ τὸ μεγάλο παρελθόν. Ὁ στόχος εἶναι καθαρός: Ἀπὸ δεδομένο, νὰ γίνει ἡ Ἑλλάδα «ζήτημα». 


Ὁ κ. Στέλιος Ράμφος εἶναι συγγραφέας.