Ἡ ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου
Πῶς ἑρμηνεύεται ἡ φράση τοῦ εὐαγγελίου «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκεν τὸν υἱόν της τὸν πρωτότοκον» (Ματθ. 1: 25);
περιοδικὸ ΖΩΗ (2025), σ. 126
Στὸ τέλος τῆς διηγήσεως γιὰ τὴν γέννηση τοῦ Κυρίου μας ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος χρησιμοποιεῖ αὐτὴν τὴν φράση: ὁ δίκαιος Ἰωσήφ, ὁ μνηστήρας τῆς Θεοτόκου, δὲν εἶχε συζυγικὲς σχέσεις μαζί της («οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν») ἕως ὅτου («ἕως οὗ») ἐγέννησε τὸν υἱό της τὸν πρωτότοκο. Αὐτὴ ἡ διατύπωση ὡδήγησε τὴν σκέψη κάποιων ἀνθρώπων μήπως ὑπαινίσσεται ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς ὅτι ὑπῆρχαν γενετήσιες σχέσεις μετὰ τὴν γέννηση τοῦ Κυρίου ἢ ἐπειδὴ ἀναγράφει πρωτότοκος υἱός, μήπως ὑπῆρξαν καὶ ἄλλα τέκνα τῆς Θεοτόκου; Τὰ ἐρωτήματα βεβαίως αὐτὰ ἐκκινοῦν ἀπὸ μία ἀντίληψη ὅτι ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ Μαρία ἦταν ἁπλοὶ ἄνθρωποι καὶ ὄχι ἁγιασμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἑκουσίως κατέστησαν ἑαυτοὺς ὄργανα τῆς βουλῆς καὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ Ἐκκλησία χαρακτηρίζει ἀφ’ ἑνὸς τὸν μνηστήρα Ἰωσὴφ ὡς «δίκαιο», δηλαδὴ ἐνάρετο, πλήρη ἀρετῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν Παναγία μας «Ἀειπάρθενο».
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τὴν φράση «ἕως οὗ» ἐπισημαίνει ὅτι καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀναφέρεται αὐτὴ ἡ ἔκφραση καὶ δηλώνει τὸ ποτέ, ὄχι ἕναν χρονικὸ προσδιορισμό. «Τὸ ἕως λέγεται ἐδῶ ὄχι γιὰ νὰ ὑποπτευθεῖς ὅτι μετὰ τὴν γέννηση εἶχαν συζυγικὲς σχέσεις, ἀλλὰ γιὰ νὰ μάθεις ὅτι πρὶν νὰ γεννήσει ἦταν τελείως ἀνέπαφη ἡ Παρθένος … Εἶναι σύνηθες στὴν Γραφὴ καὶ τὸ κάνει αὐτὸ πολλὲς φορὲς καὶ τὴν ἔκφραση ἕως τὴν χρησιμοποιεῖ ὄχι γιὰ νὰ θέσει προσδιορισμοὺς στὸν χρόνο. Καὶ στὸ γεγονὸς τῆς κιβωτοῦ γράφει ὅτι δὲν ἐπέστρεψε ὁ κόρακας μέχρις ὅτου στέγνωσε ἡ γῆ, ἂν καὶ οὔτε μετὰ τὸ στέγνωμα ἐπέστρεψε [δηλαδὴ δὲν ἐπέστρεψε ποτέ]»[1]. Ἄλλο παράδειγμα ὑπάρχει στὸ χωρίο Β’ Βασ. 6: 23 ὅπου ἀναγράφεται: «καὶ τῇ Μελχὸλ θυγατρὶ Σαοὺλ οὐκ ἐγένετο παιδίον ἕως τῆς ἡμέρας τοῦ ἀποθανεῖν αὐτήν», τὸ ὁποῖο σημαίνει ὅτι δὲν ἄλλαξε κάτι μὲ τὸν θάνατό της, δὲν ἀπέκτησε ποτὲ τέκνο[2].
«Διὰ πρώτην φορὰν ἀπαντῶμεν τὸν ὅρον ‘Ἀειπάρθενος’ εἰς τὸν β’ Λόγον τοῦ Μ. Ἀθανασίου (+373) κατὰ Ἀρειανῶν. ‘Οὐκοῦν οἱ ἀρνούμενοι ἐκ τοῦ Πατρὸς εἶναι φύσει καὶ ἴδιον αὐτοῦ τῆς οὐσίας τὸν Υἱὸν ἀρνείσθωσαν καὶ ἀληθινὴν σάρκα ἀνθρωπίνην αὐτὸν εἰληφέναι ἐκ Μαρίας τῆς ἀειπαρθένου’ (PG 26, 296β). Καὶ ἀλλαχοῦ ‘καὶ αὕτη δὲ ἡ Κυριότοκος Μαρία καὶ ἀειπάρθενος’ (PG 27, 1393c). Ὁ ὅρος ἀπαντᾶ ἀκόμη μίαν φορὰν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως· ‘ἐνανθρωπήσαντα, τοὐτέστιν γεννηθέντα τελείως ἐκ Μαρίας τῆς Ἀειπαρθένου διὰ Πνεύματος Ἁγίου’ (PG 26, 1232 Α). Ὁ Μ. Ἀθανάσιος, λοιπόν, εἰσήγαγε τὸν ὅρον «Ἀειπάρθενος» εἰς τὴν γραμματείαν τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔκτοτε χρησιμοποιεῖται οὗτος συχνάκις ὑπὸ τῶν Πατέρων καὶ δὴ τῶν μεταγενεστέρων αἰώνων, ἂν καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον οὗτοι χρησιμοποιοῦν τὸν ὅρον ‘Παρθένος’, ἐκφράζοντες διὰ τούτου τὸ Ἀειπάρθενο τῆς Θεοτόκου»[3]. Στὸν Ὅρο Πίστεως τῆς Ε’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἔλαβε ἡ λέξη δογματικὸ χαρακτῆρα καὶ ἐπίσημη ἐπικύρωση. «Εἴ τις καταχρηστικῶς, ἀλλ’ οὐ ἀληθῶς Θεοτόκον λέγει τὴν ἁγίαν ἔνδοξον ἀειπάρθενον Μαρίαν, ἢ κατὰ ἀναφοράν, ὡς ἀνθρώπου ψιλοῦ γεννηθέντος, ἀλλ’ οὐχὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου σαρκωθέντος ἐξ αὐτῆς … ὁ τοιοῦτος ἀνάθεμα ἔστω»[4].
Καὶ ὁ ἱερὸς Δαμασκηνὸς σημειώνει: «Σωφρόνως γὰρ καὶ ὁσίως πολιτευσάμενοι [ἀναφέρεται στοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς τῆς Θεοτόκου] τὸ τῆς παρθενίας κειμήλιον προσηγάγετε (προσφέρατε), τὴν πρὸ τόκου παρθένον καὶ ἐν τῷ τίκτειν παρθένον καὶ μετὰ τόκον παρθένον, τὴν μόνην παρθένον καὶ ἀειπάρθενον, τὴν μόνην καὶ νῷ καὶ σώματι ἀειπαρθενεύουσαν»[5].
Ὁ ὅρος «ἀειπάρθενος» χρησιμοποιεῖται συχνὰ στὴν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας (πρβλ. Θεοτοκίον Ἑσπερινοῦ Σαββάτου ἤχου βαρέως «ἡ πρὸ τόκου Παρθένος καὶ ἐν τόκῳ Παρθένος καὶ μετὰ τόκον πάλιν οὖσα Παρθένος») καὶ ἀπεικονίζεται καὶ στὴν εἰκονογραφία μὲ τὰ τρία ἀστέρια ἐπὶ τῆς κεφαλῆς καὶ ἐπὶ τῶν δύο ὤμων τῆς Θεοτόκου, τὰ ὁποῖα συμβολίζουν τὴν παρθενία πρό, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ τοκετοῦ καὶ μετὰ τὸν τοκετό.
Δυστυχῶς στὶς ἡμέρες μας γράφονται ἀπὸ θεολόγους καὶ κληρικοὺς νεοφανῆ καὶ κακόδοξα πράγματα, τὰ ὁποῖα προσβάλλουν τὴν πίστη καὶ τὸ δόγμα τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου. Ἡ παρθενία τῆς Θεοτόκου εἶναι προϋπόθεση γιὰ τὴν σωτηρία μας, γιατὶ ἐὰν δὲν ἐγεννᾶτο ὁ Κύριος «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου» δὲν θὰ ἦταν ἀμέτοχος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καὶ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς σώσει ἐκ τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ἡ ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου εἶναι ἡ συνέπεια τῆς κυοφορίας τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ «ὁ ἀχώρητος παντὶ ἐχωρήθη ἐν γαστρί» κατὰ συνέπεια ἡ Θεοτόκος κατέστη πεπληρωμένη καὶ πεποικιλμένη τῆς θείας δόξας καὶ δὲν διενοεῖτο πλέον τὰ τοῦ γάμου καὶ τὰ τῶν ἡδονῶν[6].
[1] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον, ὁμιλία Ε’ (PG 57, 58). Πρβλ. Παναγιώτου Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγέλιον (Ἀθῆναι: Σωτήρ, 19793), σ. 39.
[2] Πρβλ. Αἰκατερίνης Τσαλαμπούνη, Ἐξηγητικὰ (Θεσσαλονίκη 2013), σ. 33.
[3] Στυλιανοῦ Παπαδοπούλου, «Ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου», ΘΗΕ τόμ. Α’, στ. 470.
[4] Ἰωάννου Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α’ (Ἀθῆναι: 19602, χ.χ.), σ.194.
[5] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος εἰς τὸ γενέθλιον τῆς ἁγίας Θεοτόκου Μαρίας, 5 (PG 96, 668, Schriften, Bd. V, σ. 173-174). Πρβλ. Εὐτυχίας Γιούλστη, Ἡ Παναγία πρότυπο πνευματικῆς τελειώσεως (Θεσσαλονίκη: Πουρναρᾶς, 2001), σ. 142-143.
[6] Ἀντίκρουση αὐτῶν τῶν κακοδοξιῶν βλ. Ἰωάννη Κουρεμπελέ, Ἡδονοδοξία. Κριτικὴ στὴ μεταπατερικὴ θεώρηση τῆς Παρθενίας τῆς Θεοτόκου (Θεσσαλονίκη: Ἀθ. Ἀλτιντζῆ, 2019). Ἀναστασίου Πολυχρονιάδη, «Περὶ τῆς Θεοτόκειας Ἀειπαρθενίας», ἄρθρο προσβάσιμο στὸ διαδίκτυο.