Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Χριστουγεννιάτικη γιορτή (επιμέλεια Ε. Πανάρα)

Χριστουγεννιάτικη γιορτή 2012

«Δ ώ ρ α    Χ ρ ι σ τ ο υ γ ε ν ν ι ά τ ι κ α»

Εκφωνητής :
Καλωσορίσατε στη γιορτή μας!
Χρόνια πολλά σε όλες και σε όλους !
Τέσσερις μέρες μας χωρίζουν από τον εορτασμό του μεγάλου γεγονότος, που χώρισε την ιστορία στα δυο.
Γι αυτό, για όσους δεν έχουν αγοράσει δώρα για τα αγαπημένα τους πρόσωπα αλλά και για όσους δεν θα πάρουν δώρα, σκεφτήκαμε να σας προτείνουμε μερικές όμορφες ιδέες, που θ’  αλλάξουν τη ζωή σας και μπορείτε να τις εξασφαλίσετε χωρίς χρήματα.
Να, γιατί ονομάσαμε τη γιορτή μας  «Δώρα χριστουγεννιάτικα».
Ελπίζουμε να ψυχαγωγηθείτε, με όλη τη σημασία της λέξης!

΄Αγια Νύχτα (από τη χορωδία)


Το ποντίκι του ΄Ομπερνντορφ  
«Άγια νύχτα, σε προσμένουν με χαρά οι χριστιανοί…» Και ποιος δεν το ‘χει ακούσει αυτό το κατανυκτικό τραγούδι των Χριστουγέννων. Η μουσική του, θαρρείς, πως σταλάζει από τον ουρανό. Στη μελωδία του, λες, πως λικνίζεται η οικουμένη. Τις νότες του τις συνοδεύει το άρωμα του έλατου, η χριστουγεννιάτικη μυρωδιά του σπιτιού και το αστραφτοκόπημα του στολισμένου δέντρου.

Αλλά , ενώ σχεδόν όλοι το έχουμε ακούσει και το έχουμε σιγοτραγουδήσει, λίγοι είναι εκείνοι που ξέρουν την ιστορία του. Λίγοι ξέρουν ότι το γαλήνιο τραγούδι, που τόσο βαθιά συγκινεί την καρδιά μας το χρωστάμε στην αναίδεια ενός ποντικού, που αντί να πάει σε κανένα κελάρι να τραγανίσει λίγο κεφαλοτύρι, χώθηκε το αθεόφοβο στην εκκλησία του Όμπερνντορφ και έφαγε το εκκλησιαστικό όργανο.

Πάνε πολλά χρόνια από τότε. Βρισκόμαστε στο 1818. Στο Όμπερνντορφ, στο όμορφο χωριουδάκι κοντά στο Σάλτσμπουργκ. Οι χωριάτες, που άλλοτε περίμεναν με τόση λαχτάρα να γιορτάσουν το χαρμόσυνο μήνυμα των Χριστουγέννων, κάθονται τώρα κακόκεφοι και αμίλητοι κοντά στα τζάκια τους.  Η Λειτουργία των Χριστουγέννων θα γινόταν χωρίς μουσική. Ένα ποντίκι , που είχε τρυπώσει στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, είχε καταστρέψει το εκκλησιαστικό όργανο. Τρύπησε με τα δόντια του το φυσερό και ροκάνισε τον ξύλινο σκελετό του. Ήταν που ήταν το όργανο παλιό και όλο ήθελε φτιάξιμο, τώρα ήταν πια για πέταμα. Κι έτυχε να γίνει αυτό λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Απελπισία! Χριστούγεννα χωρίς μουσική! Πού ακούστηκε αυτό ποτέ! Το χωριό βυθίστηκε στη θλίψη!

Ο βοηθός του παπά, ο νεαρός Ιωσήφ Μωρ, δεν μπορούσε να ησυχάσει. «Κάτι πρέπει να γίνει, κάποια λύση πρέπει να βρεθεί!», σκεφτόταν.  Και η μέρα πλησίαζε! Προπαραμονή! Ξαφνικά, του έρχεται μια ιδέα. Βουτάει την πένα του στο μελάνι και γράφει :
Stille NachtHeilige Nacht!
Alles schlaft, einsam wacht
Nur das traute heilige Paar….”
Σε λίγο το ποίημα έχει τελειώσει. Αλλά ποίημα χωρίς μουσική είναι λειψό. Σκέφτηκε αμέσως τον οργανίστα του Αγίου Νικολάου, τον Φράντς-Ξαβιέ Γκρούμπερ. Αυτός θα σώσει την κατάσταση! Τρέχει στο σπίτι του. Άραγε θα προφτάσει; Είναι παραμονή Χριστουγέννων! Κάνει παγωνιά. Το χερούλι της πόρτας είναι σκεπασμένο με χιόνι. Χτυπάει. «Φράντσι», του λέει λαχανιασμένος,  αφήσουμε τους ενορίτες μας παραπονεμένους. Το ξέρεις, πως χωρίς μουσική, δεν νιώθουν Χριστούγεννα. Βάλε τα δυνατά σου».

Ο Φραντς Γκρούμπερ διαβάζει αργά τους στίχους. Ύστερα σκύβει στο σημειωματάριό του και γράφει. Γράφει κάτι απλό, κάτι πρόχειρο, που να ταιριάζει στην περίσταση. Άλλωστε το τραγούδι του θα τραγουδηθεί μια νύχτα μόνο. Δύο σόλα, κόρο και συνοδεία από κιθάρες. Αυτό είναι όλο.
Το τραγούδι τέλειωσε. Ο Γκρούμπερ το κοιτάζει και το σιγομουρμουρίζει……….

Νύχτωσε. Η Λειτουργία στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου αρχίζει. Ένας-ένας οι ενορίτες μπαίνουν βουβοί κι ανόρεχτοι. Ούτε τα φώτα, ούτε ο γιορταστικός διάκοσμος δεν μπορούν ν’  αλλάξουν την κακοκεφιά τους.  Ξαφνικά, ακούγεται ένα μπάσο! Η φωνή του Γκρούμπερ! Η μουσική πλημμυρίζει την εκκλησία! Τα πρόσωπα των χωρικών φωτίζονται! Οι ψυχές τους γεμίζουν αγαλλίαση! Αρχίζουν κι αυτοί, στην αρχή σιγά, ύστερα δυνατότερα, να τραγουδούν το υπερκόσμιο τραγούδι. Η μελωδία ξεχύνεται από την ανοικτή πόρτα της εκκλησιάς στο χωριό και χάνεται στο δάσος με τα έλατα!

Το απλό τραγούδι του Όμπερνντορφ, που γράφτηκε για μια νύχτα μόνο, για μια παραμονή Χριστουγέννων, κατέκτησε όλο τον χριστιανικό κόσμο. Και τις νότες του τις συνοδεύει πάντα το άρωμα του έλατου, η χριστουγεννιάτικη μυρωδιά του σπιτιού και το αστραφτοκόπημα του στολισμένου δέντρου.

Σ’  ευχαριστούμε ποντίκι του Όμπερνντορφ!!!



Stille Nacht (από τη χορωδία)


Εκφωνητής :
Και από το Σάλτσμπουργκ, στη Βηθλεέμ!
Στη Βηθλεέμ κατέληξε μετά από μία περιπετειώδη και άστατη ζωή ο Ιερώνυμος : ένας σοφός άνθρωπος, που έκανε παρέα με σοφούς ανθρώπους. Ας τον παρακολουθήσουμε.

Ιερώνυμε δος μου…

Συνήθειο λες και το ‘χε η Βηθλεέμ να κοιμάται. Όταν συνέβαιναν τα μεγάλα του κόσμου μέσα στην αυλή της, εκείνη έπεφτε σε λήθαργο βαθύ.

Σ΄ αυτό το «σπίτι του άρτου», γιατί Βηθλεέμ αυτό σημαίνει, πριν πολλά χρόνια γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου!

Κοντοζύγωναν πάλι Χριστούγεννα. Μέσα στο Ναό της Γεννήσεως του Χριστού, που χτίστηκε από την αγία Ελένη, την μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ένας μεγάλος άγιος άναβε τα καντήλια στο ιερό σπήλαιο.
Το όνομά του ήταν Ιερώνυμος. Ένας σεβαστός γέροντας με πλούσια χιονάτη γενειάδα και μάτια όλο λάμψη και φως. Σαν μικρό παιδί, ζητούσεεκείνος να φροντίζει το σπήλαιο της Γεννήσεως. Και κάθε φορά, ρίγη διαπερνούσαν το σώμα του.

Έτσι και σήμερα, έσκυψε και με δάκρυα στα μάτια ασπάστηκε τον ιερό τόπο. Γονάτισε κι άρχισε να προσεύχεται θερμά. Προσευχήθηκε για την εκκλησία, τους ανθρώπους, γνωστούς κι άγνωστους, ακόμα και για εκείνους που τον εχθρεύονταν. Αφού πέρασε αρκετή ώρα, σήκωσε το κεφάλι.

Στην ησυχία της νύχτας, η πιο γλυκιά φωνή του κόσμου ακούστηκε να καλεί τον γέροντα.
-         «Ιερώνυμε…..».

Σαν να ξύπνησε από ύπνο βαθύ ο άγιος, κοίταζε μήπως κάποιος τον περιπαίζει. Όμως, στο Ναό δεν βρισκόταν κανείς.

-         «Ιερώνυμε……», ξανακούστηκε η φωνή. «Τι θα μου προσφέρεις για την ημέρα της Γέννησής μου;»
-         «Κύριε….», απάντησε ο γέροντας, καταλαβαίνοντας τώρα από πού ερχόταν η φωνή. «Κύριε…., για Σένα τα ‘χω αφήσει όλα. Για τη δική σου αγάπη. Η καρδιά μου ολόκληρη, η ζωή μου είναι δικιά σου. Τι άλλο έχω να Σου προσφέρω;»
-         «Κι όμως, Ιερώνυμε», ξανακούστηκε πάλι η φωνή του Χριστού. «Έχεις κάτι ακόμα και το ξεχνάς. Κι εγώ το θέλω».
-         «Μα, τι είναι αυτό;» απάντησε ο γέροντας. «Πώς θα είχα κάτι και να το κρατώ για μένα; Πες μου τι ξέχασα να σου προσφέρω».

Σιωπή απλώθηκε παντού. Σε λίγο η φωνή ξανακούστηκε.  
-         «Ιερώνυμε, δος μου τις αμαρτίες σου!»
-         «Τις αμαρτίες μου, Πανάγιε Θεέ; Τι να την κάνεις τέτοια σιχαμερή προσφορά;»
-         «Μα, γι αυτές ήρθα στον κόσμο, Ιερώνυμε. Αυτές ζητώ από τον κάθε άνθρωπο, για να τον καθαρίσω».

Η φωνή σταμάτησε και μια γλυκιά ευωδιά πλημμύρισε το σπήλαιο, μαζί και την καρδιά του Οσίου Ιερωνύμου. Τούτο το δώρο θα έδινε στο Χριστό. Πιο ακριβό, απ’  όλα του κόσμου τα μαλάματα.-


Ο μικρός τυμπανιστής (από τη χορωδία)

Εκφωνητής :
Κι από τη Βηθλεέμ, στη μακρινή Βραζιλία! «Ο άνθρωπος που αγρυπνούσε» θεωρείται ως ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας Λογοτεχνίας στο είδος του μικρού διηγήματος. Το έγραψε ένας μεγάλος Βραζιλιάνος συγγραφέας, ο Γκυιλέρμε ντε Αλμέιντα.

«Ο άνθρωπος που αγρυπνούσε»

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, τόσο παλιά, που ούτε τα χρονικά τα  αναφέρουν, συνήθιζε ο καλός Χριστός να κατεβαίνει την παραμονή της Θείας Γέννησής Του στη γη, για να δει με τα μάτια Του τι χρειαζόταν κάθε άνθρωπος για να προκόψει στην τέχνη του και στη δουλειά του. Τη νύχτα, την ώρα που όλοι κοιμούνταν βαθιά, μοίραζε ο Κύριος τα δώρα Του, εργαλεία και σκεύη, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός.

Έτσι, στο μαραγκό χάριζε πριόνι, στον κτίστη μυστρί, στο βοσκό ραβδί, στον υφαντή ανέμη, στο σιδερά σφυρί,  στο γεωργό τσαπί, στο μαρμαρά καλέμι, στον ξυλοκόπο τσεκούρι, στο βαρελοποιό σκεπάρνι, στον ψαρά δίχτυ, στο σαμαρά πλάνη.

Και την αυγή, όταν σήμαινε ο χριστουγεννιάτικος όρθρος όλοι ήταν χαρούμενοι και τρισευτυχισμένοι για τα καλά με τα οποία τους είχε ανταμείψει η θεία μεγαλοδωρία. Γι αυτό και την άλλη μέρα, ξαναγυρνούσαν όλοι στα σύνεργά τους, με απόφαση πιο ακλόνητη,  με πίστη πιο μεγάλη, αφού στην άφθαστη πανσοφία του ο Κύριος έτσι είχε αποφασίσει… 

……………………………………………………………………………..

Συνέβη, λοιπόν, μια παραμονή Χριστουγέννων να επισκεφθεί ο Ιησούς Χριστός μια πολιτεία, κι όπως ήταν η συνήθειά του, πήγε από πόρτα σε πόρτα κι άφησε για τον κάθε εργάτη το δώρο του. Το χιόνι είχε πέσει άφθονο και σκέπαζε όλα τα βυθισμένα στον ύπνο σπίτια, που ο καλός Χριστός επισκεπτόταν, αφήνοντας τα δώρα του : το πριόνι στο μαραγκό, το μυστρί στον κτίστη, το ραβδί στο βοσκό, την ανέμη στον υφαντή, το σφυρί στο σιδερά, το τσαπί στο γεωργό, το καλέμι στο μαρμαρά, το τσεκούρι στον ξυλοκόπο, το σκεπάρνι στο βαρελοποιό, το δίχτυ στον ψαρά, την πλάνη στο σαμαρά……

Ξαφνικά αντικρίζει ο Κύριος ένα σπιτάκι, που ήτανε το πιο φτωχό κι έφεγγε ακόμα μέσα στη βαθιά νύχτα. Κι απόρησε : ποιος τεχνίτης τάχα να καθόταν εκεί, που αγρυπνούσε ως τη χαραυγή, ενώ οι άλλοι κοιμούνταν; Σιγά, πολύ σιγά, μπήκε ο Ιησούς Χριστός στο σπιτάκι. Και είδε πως δεν είχε εκεί πέρα, ούτε φωτιά, ούτε ψωμί, ούτε κρασί, ούτε ένα αχυρένιο στρώμα. Μα μέσα σ’  εκείνη τη μεγάλη φτώχια είδε έναν άνθρωπο, που καθόταν μπροστά στο τραπέζι του και κάτω απ’  το φως της λάμπας του, ήταν τόσο απορροφημένος που ούτε καν ένιωσε τη θεία παρουσία.

Πλησίασε ο Κύριος, έσκυψε πάνω από τους ώμους του ανθρώπου και είδε πως έγραφε στίχους. Να, τι έγραφε στο χαρτί, που ήταν πάνω στο τραπέζι :

«Κύριε, των φτωχών εσύ Πατέρα,
δες, τι πυκνό στους δρόμους είν’ το χιόνι,
κι ο πόνος τις καρδιές πώς τις ματώνει!
Ω, δεν ήτανε η Παναγία Σου Μητέρα
την άχραντή Σου Γέννηση ν’  άφηνε γι  άλλη μέρα;»

Διάβασε ο Ιησούς Χριστός το ποιηματάκι και δυο δάκρυα ταυτόχρονα ανέβηκαν στα ουράνια μάτια Του. Κι όπως είχε μπει στο σπιτάκι αθόρυβα, το ίδιο αθόρυβα και βγήκε. Στην πόρτα, ωστόσο, κοντοστάθηκε ο Κύριος, γιατί δεν ήξερε τι να δωρίσει σ’  αυτή την τέχνη, που και χρήσιμο να της είναι και καλό να της κάνει . Τα δισάκια του είχαν πια αδειάσει. Σκέφτηκε, λοιπόν, να δώσει για τη δουλειά του μοναχικού αυτού ανθρώπου  το πιο πολύτιμο εργαλείο : ένα όργανο θαυματουργό, που θα μπορούσε να μετατρέψει την τιμωρία σε έπαινο, τη ντροπή σε θρίαμβο, την ταπείνωση σε δόξα, τον πόνο σε ομορφιά,  το θάνατο σε ζωή, το χρόνο σε αιωνιότητα.

Στο κατώφλι, λοιπόν, εκείνο, άφησε ο Ιησούς το πολύτιμο δώρο Του.

Σαν ανέτειλε ο ήλιος κι αντιλάλησαν οι καμπάνες το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία», βρήκε ο μαραγκός το πριόνι του, ο κτίστης το μυστρί του, ο βοσκός το ραβδί του,  ο υφαντής την ανέμη του, ο σιδεράς το σφυρί του, ο γεωργός το τσαπί του, ο μαρμαράς το καλέμι του, ο ξυλοκόπος το τσεκούρι του, ο βαρελοποιός το σκεπάρνι του, ο ψαράς το δίχτυ του, ο σαμαράς την πλάνη του και ο ποιητής …. το Σταυρό του.-



Σε λάτρευα (από τη χορωδία)

Εκφωνητής :
Από το Νότο,  στο Βορρά!  Από τη Βραζιλία, στην απέραντη χώρα των Ρωσικών Δημοκρατιών. Ένα αγαπημένο ρώσικο παραμύθι θα μας κρατήσει συντροφιά. ΄Εχει τίτλο : «Μια ξεχωριστή μέρα του μπάρμπα Πανώφ».

Ντόμπριχ βέτσερ τόμπι «Καλήν εσπέραν άρχοντες» (ρώσικα κάλαντα)


Εκφωνητής :
Από τις ιδέες που σας δώσαμε, διαλέξτε το δώρο που θα κάνετε στον εαυτό σας, στους άλλους και στο νεογέννητο Χριστό!
΄Ολοι εμείς, που συμμετείχαμε σ’  αυτή τη γιορτή, σας ευχόμαστε Καλά Χριστούγεννα, μέσα από την καρδιά μας,  κι ελπιδοφόρο το 2013!!!    




Αυτό το e-mail ελέγχθηκε για ιούς από το πρόγραμμα Avast antivirus.
www.avast.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: