Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Περί ὀργῆς Α'

Ἰωάννου Κ. Ἀγγελοπούλου
"Περὶ ὀργῆς (Α')"
περιοδικὸ Παρεμβολὴ τεῦχος 117/2016

Ἡ ὀργὴ εἶναι ἕνα μεγάλο καὶ σύνθετο (πολυπαραγοντικό) φαινόμενο τὸ ὁποῖο ταλανίζει ἄτομα καὶ κοινωνίες. Ἰδιαιτέρως σήμερα στὴν χώρα μας, λόγῳ καὶ τῆς κρίσεως πολιτισμοῦ τὴν ὁποία διέρχεται, εἶναι κατὰ πολὺ αὐξημένα τὰ ξεσπάσματα τῆς ὀργῆς τῶν ἀνθρώπων.


Τί εἶναι ὅμως ἡ ὀργή; Ἡ ὀργὴ συνδέεται πολὺ στενὰ μὲ μία ἔμφυτο δύναμι τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ὀνομάζεται θυμός. Κατὰ τὴν τριμερῆ διαίρεση τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποία διετύπωσε ὁ Πλάτων, ἡ ψυχὴ ἑκάστου ἀνθρώπου διακρίνεται σὲ δύο ἄλογα μέρη (τὸν θυμὸ ἢ θυμικὸ ἢ θυμοειδὲς καὶ τὴν ἐπιθυμία) καὶ σὲ ἕνα λογικό (τὸν λόγο ἢ λογιστικό). Ὁ θυμὸς μαζὶ μὲ τὴν ἐπιθυμία ὠθοῦν τὸν ἄνθρωπο σὲ ἐνέργειες καὶ δράσεις, ἀφοῦ ὅμως πρῶτα τὶς ἐλέγξει καὶ τὶς ἐγκρίνει ὁ λόγος, ἡ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ εἶναι πράξεις λογικὲς καὶ θεμιτές. Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ τὰ λεξικὰ οἱ ἔννοιες τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ὀργῆς εἶναι οἱ ἀκόλουθες: Θυμός: «ἡ ψυχὴ ἢ τὸ πνεῦμα, τὸ στοιχεῖον τῆς ζωῆς, τῆς αἰσθήσεως ἢ σκέψεως ... τόλμη, θάρρος, ψυχικὴ διάθεσις, ἐπιθυμία, κλίσις». Ὀργή: «διάθεσις, χαρακτήρ, ἰδιοσυγκρασία ... ὁρμὴ πρὸς τιμωρίαν ἢ ἐκδίκησιν, θυμός» (Ἐπίτομον Λεξικὸν Δημητράκου).
Στὴν χριστιανικὴ Ἠθικὴ διακρίνουμε δύο εἴδη θυμοῦ καὶ ὀργῆς: τὸν κατὰ φύσιν, ἐπαινετὸ καὶ θεμιτὸ θυμό καὶ τὸν παρὰ φύσιν, κατακριτέο καὶ διεστραμμένο θυμό. «Ὀργίζεσθε καὶ μὴ ἁμαρτάνετε» (Ψαλμ. 4: 5, Ἐφεσ. 4: 26), μᾶς προτρέπει ἡ Βίβλος. Ἡ διάκρισις γίνεται μὲ βάση τὸ πῶς καὶ πρὸς τὰ ποῦ ἐκδηλώνεται ὁ ἔμφυτος θυμὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ἐκδηλώνεται κατὰ τοῦ κακοῦ (γενικῶς), τῆς ἀδικίας καὶ τῆς πονηρᾶς καταστάσεως, τότε θεωρεῖται θεμιτὸς καὶ ἐπιβεβλημένος. Ὅταν ἐκδηλώνεται κατὰ συγκεκριμένων προσώπων (καὶ ὄχι μόνον τῶν πράξεων αὐτῶν τῶν προσώπων), τότε θεωρεῖται διεστραμμένος καὶ πονηρός. Ὁ θυμὸς μᾶς ἐδόθη ὡς ὅπλο κατὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας, ὄχι κατὰ τοῦ συνανθρώπου μας. «Ὅπλον γὰρ παρὰ Θεοῦ καὶ τόξον ἡμῖν παρεσχέθη ἡ δύναμις αὕτη» κατὰ τὸν Ἡσύχιο Ἱεροσολυμίτη (βλ. Jean Claude Larchet, Ἡ θεραπευτικὴ τῶν πνευματικῶν νοσημάτων, τόμ. Α', Ἀθήνα: Ἀποστ. Διακονία, 2008, σ. 135).
Ἡ δικαία ὀργὴ καὶ ὁ ἐπαινετὸς θυμὸς προκαλοῦνται ὅταν διαπιστώνουμε ὅτι μέσα μας καὶ γύρω μας κυριαρχεῖ τὸ κακὸ καὶ ἡ ποικιλώνυμη ἁμαρτία. Εἶναι μιὰ φυσικὴ δύναμις πηγάζουσα ἀπὸ τὴν ψυχή μας, ἡ ὁποία μᾶς προειδοποιεῖ γιὰ ἕναν κίνδυνο ἠθικὸ καὶ πνευματικό· νὰ κατακτήσει ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ κακό τὴν ψυχή μας. Γι' αὐτὸ καὶ ἐναντιώνεται σὲ ὁτιδήποτε θεωρεῖ ὡς ἁμαρτία καὶ κακὸ καὶ μᾶς παρακινεῖ αὐτὴ ἡ ἰσχυρὰ δύναμη τῆς ψυχῆς μας νὰ τὰ ἀποδιώξουμε ἀπὸ μέσα μας καὶ γύρω μας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης παρομοιάζει τὴν κατὰ φύσιν ὀργὴ καὶ τὸν θεμιτὸ θυμὸ ὡς σκυλιά, τὰ ὁποῖα προστατεύουν τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τῶν κλεπτῶν, τῶν δαιμόνων. «Τὸν δὲ θυμὸν καὶ τὴν ὀργὴν καὶ τὸ μῖσος καθάπερ κύνας τινὰς πυλωροὺς πρὸς μόνην ἐγρηγορέναι τὴν τῆς ἁμαρτίας ἀντίστασιν καὶ κατὰ τοῦ κλέπτου καὶ πολεμίου κεχρῆσθαι τῇ φύσει» (Τὸν θυμὸ καὶ τὴν ὀργὴ καὶ τὸ μῖσος ὅπως τὰ σκυλιὰ ποὺ φυλᾶνε τὴν πόρτα μποροῦμε ἐκ φύσεως νὰ χρησιμοποιοῦμε πρὸς ἀντίσταση πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ κατὰ τοῦ κλέπτου καὶ ἐχθροῦ μας, δηλ. τοῦ διαβόλου, Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ παρθενίας, 18,3, παρά: Jean Claude Larchet, ἔνθα ἀνωτέρω, σ. 135).
Ἀντιθέτως τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα προξενοῦν τὴν διεστραμμένη ὀργὴ καὶ τὸν πονηρὸ θυμὸ εἶναι διαφορετικά. Ἡ πρώτη μεγάλη πηγὴ γενέσεως τοῦ πονηροῦ θυμοῦ εἶναι οἱ ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες μας. Κατὰ τὴν ἐπιγραμματικὴ ρήση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «ὕλη θυμοῦ ἐπιθυμία ἀποτυγχάνουσα» (Περὶ παθῶν καὶ ἀρετῶν,  PG 150, 1061). Ἡ πρώτη ὕλη τοῦ θυμοῦ εἶναι ἡ ἐπιθυμία μας ποὺ ἀποτύχαμε νὰ ἱκανοποιήσουμε. Ὅταν δὲν πραγματοποιοῦνται οἱ ἐπιθυμίες μας, ὅταν δὲν ἱκανοποιεῖται τὸ θέλημά μας, θυμώνουμε ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν καταστάσεων, τοὺς ὁποίους θεωροῦμε ὡς ἐμπόδια καὶ ὑπευθύνους γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς θελήσεώς μας. «Ἔστι δὲ ὁ θυμὸς τὸ δορυφορικὸν τοῦ λογισμοῦ (ὑπηρέτης τοῦ λόγου), ἔκδικος τῆς ἐπιθυμίας (ἐκδικητὴς τῆς ἐπιθυμίας)· ὅταν γὰρ ἐπιθυμήσωμεν πράγματος καὶ κωλυθῶμεν (ἐμποδισθοῦμε) ὑπό τινος, θυμούμεθα κατ’ αὐτοῦ ὡς ἀδικηθέντες, τοῦ λογισμοῦ δηλονότι κρίναντος ἄξιον ἀγανακτήσεως τὸ γινόμενον ἐπὶ τῶν φυλαττόντων κατὰ φύσιν τὴν οἰκείαν τάξιν» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, 30, Schriften, Bd. II, σ. 82). Ἀντὶ νὰ ἀλλάξουμε τακτικὴ καὶ μέθοδο γιὰ νὰ ὑλοποιήσουμε τὶς ἐπιθυμίες μας θυμώνουμε καὶ ὀργιζόμαστε ἐναντίων τῶν συνανθρώπων μας, τοὺς ὁποίους καὶ θεωροῦμε ὡς αἰτίους τῆς ματαιώσεως τῶν προσδοκιῶν μας. Τοὺς θεωροῦμε ὡς ἐμπόδια στὸν δρόμο τῆς ζωῆς μας καὶ τῶν ἐπιδιώξεών μας. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μία διαστρέβλωσι τῆς φυσικῆς δυνάμεως τοῦ θυμοῦ: «Φύσει ἐν ἡμῖν ὁ θυμὸς κατὰ τοῦ ὄφεως, κεχρήμεθα δὲ ἡμεῖς αὐτῷ κατὰ τοῦ πλησίον» (Ἐκ φύσεως ὁ θυμὸς εἶναι ὑπάρχει κατὰ τοῦ διαβόλου, τοῦ ὄφεως, τὸν χρησιμοποιοῦμε ὅμως ἐμεῖς κατὰ τοῦ πλησίον, Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, 26, 41, παρά: Jean Claude Larchet, ἔνθα ἀνωτέρω, σ. 135). Αὐτὴ ἡ ματαίωση τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ προσδοκιῶν μας συνδέεται μὲ μιὰν ἄλλη βαθύτερη αἰτία καὶ πηγὴ τοῦ θυμοῦ: τὸν ἐγωισμό μας. Θυμώνουμε ἐπειδὴ πληγώνεται ὁ ἐγωισμός μας, ἐπειδὴ πράξεις καὶ ἐνέργειες τῶν συνανθρώπων μας μᾶς θίγουν τὴν ἰδεατὴ εἰκόνα τὴν ὁποία ἔχει κατασκευάσει ὁ καθένας μας γιὰ τὸν ἑαυτό του ὡς ἀνώτερο τῶν ὑπολοίπων. «Οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων» (Λουκ. 18: 11) πιστεύουμε ἐνδόμυχα γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας. Ἡ πρωταρχικὴ πηγή, κατὰ συνέπεια τοῦ διεστραμμένου θυμοῦ, εἶναι ὁ ἐγωισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὴν προσπάθεια νὰ ἱκανοποιεῖ τὶς πονηρὲς ἐπιθυμίες του. "Μετηλλάγη (ἄλλαξε) ἡμῖν ἡ ὀργὴ ἡ κατὰ φύσιν εἰς τὸ ὀργίζεσθαι τὸν πλησίον, περὶ πάντων τῶν ἀνοήτων καὶ ἀνωφελῶν" (Ἡσαΐου Ἀναχωρητοῦ, παρά: Jean Claude Larchet, ἔνθα ἀνωτέρω, σ. 135).


Δεν υπάρχουν σχόλια: