Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

Γιάννη Τσέντου, Ἡ διάσωση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας στό Βυζάντιο, Α'




Γιάννη Κ. Τσέντου
Η ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ
ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Ἀκτῖνες (2014) 56-63

Μέρος Α΄


Τὸ θέμα τῆς διάσωσης τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας μᾶς δίνει τὴν εὐ­καιρία νὰ ποῦμε μερικὰ πράγματα ποὺ εἶναι λίγο ὣς πολὺ γνωστὰ σὲ ὅλους· μᾶς δίνει ὅμως τὴν εὐκαιρία νὰ δοῦμε καὶ κάποια σημεῖα ἄγνωστα στοὺς περισσοτέρους, πλὴν ὅμως ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέροντα γιὰ τὴ σωστὴ ἀπο­τί­μη­ση τῆς στάσεως τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τῶν χριστιανῶν ἀπέναντι στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ παιδεία.



Τὸ κατηγορητήριο
          Ἡ τύχη τῶν κειμένων τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας συμβαίνει συχνὰ νὰ ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ὀξύτατων ἀντιπαραθέσεων. Ἀπὸ τὴ μιά, ὑπάρχουν ἐκεῖνοι ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ γόνιμη σύνθεση χριστιανικῆς πίστεως καὶ ἑλληνικῆς παιδείας στὸ ἔργο τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἄνοιξε τὸν δρόμο γιὰ τὴ διάσωση μεγάλου μέρους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅμως, ἀκούγεται ὅλο καὶ συχνότερα ἕνα δριμύτατο κατηγορητήριο, τὸ ὁποῖο θὰ μπορούσαμε νὰ συμπυκνώσουμε ὡς ἑξῆς:
          «Ἂν ἀναγνώσουμε τὰ πατερικὰ κείμενα, θὰ δια­­πιστώσουμε ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν χάνουν εὐκαιρία νὰ κα­ταδικάζουν τὸν ἑλληνισμό, καὶ νὰ μιλοῦν μὲ τὴν πιὸ μεγάλη πε­ρι­φρό­νηση γιὰ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία. Ἡ ἐμπιστοσύνη στὴ λογικὴ δύ­να­μη τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ διαρκὴς ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, χα­ρα­κτη­ρι­στικὰ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, δὲν εἶχαν καμμία θέση στὴ χρι­στια­νι­κὴ ἐποχή, τὴν ἐποχὴ τοῦ “Πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα”, τῆς καταπίεσης τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀπαγόρευσης τῆς ἐλεύθερης σκέψης. Ἡ ἀνα­ζή­τη­ση τῆς ἀλήθειας ἔπρεπε νὰ παύσει, τώρα ποὺ ἡ ἀλήθεια εἶχε “ἀπο­κα­λυφθεῖ”. Ἔτσι, οἱ χριστιανοὶ ἐπεδόθησαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς σὲ ἕνα συ­στη­ματικὸ διωγ­μὸ τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων. Ἀπὸ τὸ φῶς τῆς γνώ­σε­ως, ποὺ πα­ρεῖ­χε ἄπλετο ἡ ἑλληνικὴ παιδεία, τὸ Βυζάντιο βύθισε τὸν κό­σμο στὸ σκο­τάδι τοῦ μεσαίωνα. Στοὺς σκοτεινοὺς αἰῶνες ποὺ ἀκο­­λού­θησαν χάθηκαν ὁριστικὰ ἀνεκτίμητοι θησαυροὶ τῆς ἀρχαίας ἑλ­ληνικῆς γραμ­ματείας. Ὁ χριστιανισμὸς ὑπῆρξε ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς καὶ διώκτης τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ χρειάζεται πολὺ θράσος, γιὰ νὰ μιλάει κανεὶς σήμερα γιά “γόνιμη σύνθεση” ἑλληνισμοῦ καὶ χριστιανισμοῦ».


Οἱ ἀπώλειες
          Σίγουρα, ἕνα μέρος τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας δὲν ὑπάρχει πιά. Ἂν θελήσουμε ὅμως νὰ προχωρήσουμε πέρα ἀπὸ αὐτὴ τὴ διαπίστωση, ἡ ὁποία οὕ­τως ἢ ἄλλως δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτηση, καὶ νὰ τολμήσουμε ἕναν κα­τα­λο­γι­σμὸ εὐθυνῶν γιὰ τὴν ἀπώλεια πολλῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν κειμένων, δὲν θὰ δυ­σκο­λευθοῦμε νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἡ ἱστορικὴ πραγματικότητα δὲν ἔχει καμμία ἀπο­λύτως σχέση μὲ τὶς ὑπεραπλουστευτικὲς καὶ ἀνιστόρητες σχηματοποιήσεις ποὺ ἀκούγονται συχνά.
          Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο νὰ προσδιορίσουμε πότε ἀκρι­βῶς καὶ κάτω ἀπὸ ποιὲς συνθῆκες χάθηκαν οἱ θησαυροὶ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμ­ματείας τῶν ὁποίων ἐμεῖς σήμερα θρηνοῦμε τὴν ἀπώλεια. Τὸ μόνο βέβαιο εἶ­ναι ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ περιπτώσει δὲν δικαιούμαστε νὰ περιορίσουμε χρονικὰ τὴν ἀπώ­λεια τῶν θησαυρῶν αὐτῶν τῆς ἀρχαίας γραμματείας στούς «σκοτεινούς» αἰ­ῶ­νες τοῦ Βυζαντίου.
          Ὁ σύγχρονος μελετητὴς δὲν μπορεῖ νὰ κλείνει τὰ μάτια του μπροστὰ στὸ γε­γονὸς ὅτι ἤδη ἀπὸ τὴν ὕστερη ἀρχαιότητα μεγάλο μέρος τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμ­ματείας εἶχε χαθεῖ ἢ κινδύνευε νὰ χαθεῖ ὁριστικά. Ὁ Ἰουλιανὸς σὲ μιὰ σῳ­ζό­με­νη ἐπιστολή του μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἤδη στὴν ἐποχή του εἶχαν χαθεῖ τὰ πε­ρισ­σό­τερα ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν Ἐπικουρείων καὶ τῶν Σκεπτικῶν.[1] Καὶ βεβαίως, ἂν εἶ­χαν χαθεῖ τὰ ἔργα δύο ὁλόκληρων φιλοσοφικῶν σχολῶν ποὺ εἶχαν μεγάλη ἀπή­χη­ση καὶ εἶχαν ἀσκήσει σημαντικὴ ἐπίδραση λίγο μόλις καιρὸ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπο­χὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ, τότε δὲν χρειάζεται μεγάλη φαντασία, γιὰ νὰ ἀναλογισθοῦμε ποιὰ θὰ ἦταν ἡ μοῖρα ἄλλων συγγραμμάτων ἥσσονος σημασίας ἢ παλαιοτέρας ἐπο­χῆς.
          Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰουλιανοῦ δὲν εἶναι ἡ μόνη. Μερικὰ χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν ἄνοδο τοῦ Ἰουλιανοῦ στὸν θρόνο, ὁ φιλόσοφος Θεμίστιος στὸν λόγο του Εἰς τὸν αὐτοκράτορα Κωνστάντιον χαιρετίζει τὴν πρωτοβουλία τοῦ αὐτοκράτορα γιὰ τὴν ὀργάνωση μεγάλου ἀντιγραφικοῦ ἐργαστηρίου στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς μιὰ κίνηση ποὺ σῴζει καὶ ἐπαναφέρει ἀπὸ τὸν ᾍδη
«πολλοὺς ὑποφῆτες καὶ νεωκόρους τοῦ Ὁμήρου, πολλοὺς θεραπευτὲς τοῦ Ἡσιόδου, καὶ τὸν ἴδιο τὸν Χρύσιππο ἤδη καὶ τὸν Ζήνωνα καὶ τὸν Κλεάνθη, καὶ ὁλόκληρους χοροὺς ἀπὸ τὸ Λύκειο καὶ τὴν Ἀκα­δη­μία, καὶ μὲ λίγα λόγια ἀναρίθμητο στῖφος ἀρχαίας σοφίας [...] θαμ­μέ­νο στὸ σκοτάδι».[2]
          Τὰ λόγια τοῦ Θεμιστίου μᾶς ἀποκαλύπτουν ὅτι ἤδη στὰ μέσα τοῦ τε­τάρ­του αἰῶνα δὲν ἀντιμετώπιζαν τὸ φάσμα τῆς ἀπωλείας μόνο τὰ συγγράμματα κά­ποιων ἄσημων ἢ καὶ τυχάρπαστων συγγραφέων, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔργα κορυφαίων ὀνο­μάτων τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας: ὅλων σχεδὸν τῶν ποιητῶν ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Ἡσίοδο, καθὼς ἐπίσης καὶ τῶν φιλοσόφων, Στωικῶν, Ἀρι­στοτελικῶν καὶ Πλατωνικῶν. Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ Θεμίστιος ὑπερβάλλει, ἐπι­θυ­μών­τας νὰ ἐξάρει ἀκόμη περισσότερο τὴν πρωτοβουλία τοῦ Κωνσταντίου,[3] τὰ ὅσα λέει μᾶς πείθουν ἀσφαλῶς ὅτι ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας με­γάλο μέρος τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας εἶχε χαθεῖ ἢ κινδύνευε νὰ χαθεῖ ὁρι­στικά.
          Τὰ παραπάνω καταδεικνύουν πόσο ἀφελὲς ἢ καὶ σκοπίμως πα­ρα­πλα­νη­τι­κὸ εἶναι νὰ καταλογίζουμε στό «κακό» Βυζάντιο τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἀπώλεια τῶν θησαυρῶν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας. Ὅπως ἀναγνωρίζει σήμερα ἡ φι­λολογικὴ ἐπιστήμη, ἡ ἀπώλεια αὐτὴ εἶχε ἤδη συντελεσθεῖ στὸ μεγαλύτερο μέ­ρος της, πολὺ προτοῦ ἀρχίσει νὰ ὑπάρχει Βυζάντιο. Οἱ L. D. Reynolds καὶ Nigel Wilson ἐπισημαίνουν ὅτι ἤδη ἀπὸ τὸν τρίτο αἰῶνα, δηλαδὴ πρὶν ἀρχίσει ἡ πε­ρί­ο­δος ποὺ ὀνομάζουμε βυζαντινή, γίνεται ὅλο καὶ πιὸ ἀσυνήθιστο νὰ μπορεῖ νὰ βρε­θεῖ ἕνας ὁποιοσδήποτε μορφωμένος ἄνθρωπος ποὺ νὰ δείχνει ὅτι γνώριζε κεί­με­να ποὺ δὲν ἔχουν σωθεῖ ὣς τὶς μέρες μας![4]
          Σὲ μιὰ προσπάθεια μάλιστα νὰ ἐξηγηθεῖ αὐτὴ ἡ πρώιμη ἀπώλεια, ἔχει δια­τυ­πωθεῖ ἡ θεωρία ὅτι κάποιος διακεκριμένος σχολάρχης τοῦ δευτέρου ἤ τοῦ τρί­του αἰῶνα εἶχε καταρτίσει ἕναν κατάλογο κειμένων γιὰ σχολικὴ χρήση, ὁ ὁποῖος υἱοθετήθηκε ἀπὸ ὅλες τὶς σχολὲς καὶ ἔτυχε τέτοιας καθολικῆς ἀποδοχῆς, ὥστε κα­νέ­να κείμενο ποὺ δὲν περιλαμβανόταν σὲ αὐτὸν τὸν κατάλογο δὲν διαβαζόταν πλέ­ον καὶ δὲν ἀντιγραφόταν τόσο συχνά, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθεῖ ἡ ἐπιβίωσή του· γιὰ παράδειγμα, στὸν κατάλογο περιλαμβάνονταν ἀπὸ ἑπτὰ δράματα τοῦ Αἰ­σχύ­λου καὶ τοῦ Σοφοκλέους, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν ἔχει σω­θεῖ κανένα ἄλλο ἔργο τῶν δύο αὐτῶν τραγικῶν. Ἡ θεωρία αὐτὴ δὲν εἶναι βε­βαί­ως τίποτε περισσότερο ἀπὸ μιὰ ὑπόθεση, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται σὲ κάποια θε­τι­κὴ μαρτυρία τῶν πηγῶν. Αὐτὸ ὅμως ποὺ εἶναι ἀπολύτως βέβαιο καὶ δὲν ἐπι­δέ­χε­ται καμμία ἀπολύτως ἀμφισβήτηση εἶναι ὅτι πολλοὶ θησαυροὶ τῆς ἀρχαίας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμματείας εἶχαν ἤδη χαθεῖ, πολὺ πρὶν ἀρχίσει νὰ ὑπάρχει Βυζάντιο, καὶ ἄρα εἶναι ἐντελῶς ἄστοχο νὰ θεωροῦμε τὸ Βυζάντιο ὑπεύθυνο γι’ αὐτὴ τὴν ἀπώ­λεια.
          Πιθανὸν ὅμως νὰ ἀντιτείνει κανεὶς ὅτι, παρ’ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀπώλειες, ὅ­ταν ὁ Μέγας Φώτιος (820-891) συν­έ­γρα­φε τὴ Μυριόβιβλό του τὸν ἔνατο αἰῶνα,[5] εἶχε ἀκόμη μπρο­στά του ἕνα μεγάλο ἀριθ­μὸ ἔργων ποὺ σήμερα ἔχουν χαθεῖ ὁριστικά. Ἄρα, κάποιες ἀπώλειες θὰ ἐπι­συν­έβησαν καὶ μετὰ τὸν ἔνατο αἰῶνα. Σύμφωνοι! Ὅσο ὅμως καὶ ἂν προσπαθήσουμε, φαί­νε­ται παράλογο νὰ καταλογίζουμε στὸ Βυζάντιο τὴν εὐθύνη γι’ αὐτὲς τὶς ἀπώλειες.
          Ἕνα τραγικὸ γεγονὸς ποὺ εὐθύνεται γιὰ τὴν ἀπώλεια πολλῶν συγ­γραμ­μά­των εἶναι ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς κατ’ ὄνομα «σταυ­ρο­φό­ρους» τῆς Δύσεως τὸ 1204. Τότε, τὸ 1204, ὑπολογίζεται ὅτι χάθηκαν ὁριστικὰ στὰ χέρια τῶν βάρβαρων σταυροφόρων τόσοι θησαυροὶ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμ­ματείας, ὥστε οἱ L. D. Reynolds καὶ Nigel Wilson διατυπώνουν τὴν τολμηρὴ ἐκ­τί­μηση ὅτι γιὰ τὸν ἱστορικὸ τῆς λογοτεχνίας ἡ πρώτη αὐτὴ ἅλωση τῆς Κων­σταν­τινουπόλεως ἀποτελεῖ καταστροφὴ μεγαλύτερη ἀπὸ ὅ,τι ἡ γνωστότερη ἅλω­ση τοῦ 1453, καὶ συμπληρώνουν ὅτι, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Πόλη ἔπεσε στὰ χέρια τῶν Τούρκων, ἐλάχιστα πράγματα ἀπέμεναν πιὰ νὰ ἀνακαλυφθοῦν ἀπὸ τοὺς λογίους τῆς Ἀναγέννησης.[6]
          Ὡστόσο, οἱ Τοῦρκοι δὲν παρέλειψαν νὰ συμπληρώσουν τὸ ἔργο τῆς κα­τα­στρο­φῆς. Ὁ Μιχαὴλ Κριτόβουλος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πό­λε­ως τὸ 1453 πολλὰ ἱερὰ βιβλία, ἀλλὰ καὶ τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀρχαίας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμματείας καὶ φιλοσοφικὰ συγγράμματα παρεδόθησαν στὴ φωτιά, κα­τα­πα­τήθηκαν βάρβαρα ἢ πωλήθηκαν ἀντὶ εὐτελέστατου ποσοῦ, σὲ μιὰ προκλητικὴ ἐκ­δήλωση περιφρόνησης τοῦ βάρβαρου νικητῆ γιὰ τὸν πολιτισμὸ τοῦ ἡττημένου.[7] Ὁ Μιχαὴλ Δούκας ἀναφέρεται στὰ ἀμέτρητα βιβλία ποὺ διασκορπίσθηκαν σὲ ἀνα­τολὴ καὶ δύση, καὶ γράφει χαρακτηριστικὰ ὅτι «μὲ ἕνα νόμισμα πωλοῦνταν δέ­κα βιβλία, ἀριστοτελικά, πλατωνικά, θεολογικὰ καὶ κάθε ἄλλο εἶδος βι­βλί­ου».[8] Ἐξυπακούεται ὅτι πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ βιβλία χάθηκαν ὁριστικά. Ἀλλὰ θὰ ἦταν βεβαίως ἐντελῶς παράλογο νὰ θεωρήσουμε τὸ Βυζάντιο ὑπεύθυνο γιὰ τὶς ἀπώλειες αὐτές, ποὺ ὑπῆρξαν μία ἀπὸ τὶς τραγικὲς συνέπειες τῆς ἁλώσεως τοῦ 1453, ἢ καὶ τῆς προ­ηγούμενης ἁλώσεως τοῦ 1204.
          Σίγουρα, λοιπόν, χά­θη­καν πραγματικοὶ θησαυροὶ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμ­ματείας· ἀλλὰ δὲν βλέπουμε πῶς θὰ μποροῦσαμε νὰ ἐγκαλέσουμε γι’ αὐτὴ τὴν ἀπώλεια τὸ Βυζάντιο ἢ τὸν ἑλληνοχριστιανικὸ πολιτισμό. Ἀπεναντίας, μά­λι­στα, εἶναι χρήσιμο νὰ ποῦμε ἐδῶ διαρρήδην κάποια πράγματα ποὺ ὅλοι μας λίγο ὣς πολὺ γνωρίζουμε, ἔστω καὶ χωρὶς νὰ ἔχουμε ἀντιληφθεῖ πλήρως τὴ σημασία τους: ὅτι ὄχι μόνο δὲν δικαιούμαστε νὰ ἐγκαλοῦμε τὸν ἑλληνοχριστιανικὸ πο­λι­τι­σμὸ γιὰ τὴν ἀπώλεια πολλῶν θησαυρῶν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας, ἀλ­λὰ ἀντιθέτως δὲν πρέπει νὰ παύσουμε οὔτε στιγμὴ νὰ τὸν εὐγνωμονοῦμε, γιατὶ σὲ αὐ­τὸν ὀφεί­λου­με ὅλους τοὺς θησαυροὺς τῆς ἀρχαιότητας ποὺ ἔχουμε ἀκόμη στὰ χέ­ρια μας, καὶ οἱ ὁποῖοι ἄλλωστε εἶναι καὶ αὐτοὶ ποὺ μᾶς κάνουν νὰ νο­σταλ­γοῦ­με καὶ τοὺς θησαυροὺς ποὺ ἔχουμε χά­σει.


Ἡ ἐκστρατεία διάσωσης τῆς ἀρχαίας γραμματείας
          Αὐτὸ εἶναι ἕνα σημεῖο ποὺ πρέπει νὰ τονίσουμε ἰδιαίτερα. Ἂν ἔχουμε σή­με­ρα στὰ χέρια μας ἕνα σημαντικὸ μέρος τῆς ἀρχαίας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμματείας, ἂν ἔχου­με τὴν εὐκαιρία καὶ τὸ προνόμιο νὰ διδασκόμαστε καὶ νὰ μελετᾶμε στὰ σχο­λεῖα καὶ στὰ Πανεπιστήμια τὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων ποιητῶν, ἱστο­ρικῶν καὶ φι­λο­σό­φων, αὐτὸ τὸ ὀφείλουμε στὸ Βυζάντιο. Διότι, σὲ μιὰ περίοδο κα­τὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχαν ἀκόμη οὔτε ἡ τέχνη τῆς τυπογραφίας οὔτε τεχνικὲς συν­τήρησης τῶν χει­ρογράφων, ἡ ἐπιβίωση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας στη­ριζόταν ἀπο­κλει­στικὰ σὲ μιὰ ἰδιαίτερα ἐπίπονη καὶ ἀπαιτητικὴ ἐργασία ἀν­τι­γρα­φῆς χει­ρο­γρά­φων, ἡ ὁποία ἐπὶ αἰῶνες ὁλόκληρους γινόταν συστηματικὰ στὰ μο­ναστήρια τοῦ Βυζαντίου ἀπὸ ἀνώνυμους μοναχοὺς ἀντιγραφεῖς.
          Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε ὅτι κανένας ἀπο­λύτως, οὔτε λόγιος οὔτε ἐρευ­νητής, δὲν ἔχει προσφέρει στὴν ἑλληνικὴ παιδεία ὅσα προσέφεραν ἐπὶ αἰῶνες αὐ­τοὶ οἱ ἀνώνυμοι μοναχοί. Καὶ ἂν μὲν ζητούσαμε ἀπὸ ὅσους κόπτονται σήμερα γιὰ τὴν ἀξία τῆς ἑλ­λη­νικῆς παιδείας νὰ ἀντιγράψουν διὰ χειρὸς ἕνα καὶ μόνο ἀρ­χαῖο ἑλληνικὸ σύγγραμμα, αὐτοὶ θὰ ἔβρισκαν τὴ δουλειὰ ἰδιαί­τε­ρα ἐπίμοχθη· οἱ μο­ναχοὶ ἀντιγραφεῖς τοῦ Βυζαντίου ἀντίθετα, τοὺς ὁποίους αὐ­τοὶ καταδικάζουν ὡς ἐχθροὺς τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ὄχι ἁπλῶς ἀντέγραφαν βι­βλία ἐπὶ βιβλίων μὲ ἀπί­στευτη ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή, ἀλλὰ μᾶς ἄφησαν καὶ χει­ρό­γρα­φα ποὺ κάθε σε­λί­δα τους εἶναι καὶ ἕνα ἔργο τέχνης.
          Ἤδη ἀπὸ τὴν αὐγὴ τῆς βυζαντινῆς περιόδου, στήθηκε μιὰ τινάνια ἐπι­χεί­ρη­ση γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας. Τὸ 357 μ.Χ., κατὰ δια­τα­γὴν τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίου (317-361, αὐτ. 351-361), ἱδρύθηκε στὴν Κων­σταντινούπολη βιβλιοθήκη καὶ ὀργανώθηκε μεγάλο ἀντιγραφικὸ ἐρ­γα­στή­ριο. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ πρωτοβουλία τοῦ Κωνσταντίου ποὺ εἴδαμε πα­ρα­πά­νω νὰ ἐξαίρεται μὲ ἀνυπόκριτο ἐνθουσιασμὸ ἀπὸ τὸν φιλόσοφο Θεμίστιο. Σὲ αὐ­τὸ τὸ ἐργαστήριο, τὸ ὁποῖο, ὅπως γράφει ρητῶς ὁ Θεμίστιος,[9] ἐπιχορηγεῖτο ἀπὸ τὸ κράτος, ἐπαγγελματίες καλλιγράφοι ἀντιγραφεῖς ἐργάζονταν συστηματικὰ γιὰ τὴν ἀντιγραφή –καὶ συνεπῶς γιὰ τὴ διάσωση– τῶν παλαιῶν καὶ φθαρμένων χει­ρογράφων.
          Ὁ Θεμίστιος, ἂν καὶ ἐθνικὸς τὸ φρόνημα, καὶ κατὰ συνέπειαν παρὰ τὶς δια­φορετικὲς ἀπὸ τὸν χριστιανὸ Κωνστάντιο θρησκευτικές του πεποιθήσεις, δὲν δί­στασε οὔτε στιγμὴ νὰ χαιρετίσει αὐτὴ τὴν πρωτοβουλία ὡς μιὰ κίνηση ποὺ θὰ ἐπέ­τρεπε νὰ σωθοῦν ἔργα ποὺ διέτρεχαν θανάσιμο κίνδυνο («κινδυνεύοντα παντάπασιν»),[10] καὶ γρήγορα θὰ ἔκανε νὰ ἀναβιώσουν ἐνώπιον ὅλων ὁ πάνσοφος Πλάτων καὶ ὁ Ἀριστοτέλης καὶ ὁ Δη­μο­σθένης καὶ ὁ Ἰσοκράτης καὶ ὁ Θουκυδίδης (ὅλοι αὐτοὶ ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν Θε­μίστιο ὀνομαστικά).[11] Καὶ αὐτοὶ μὲν οἱ συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι διδάσκονταν στὰ σχολεῖα τῆς ἐποχῆς, μπορεῖ οὕτως ἢ ἄλλως νὰ μὴν κινδύνευαν, ἀλλὰ ὁ Θε­μί­στι­ος, ὅπως ἄλλωστε εἴδαμε, σπεύδει νὰ τονίσει ὅτι ἡ πρωτοβουλία τοῦ Κων­σταν­τίου θὰ ἐπιτρέψει τὴ διάσωση «ἀναρίθμητου στίφους ἀρχαίας σοφίας», ποὺ ἀντι­μετώπιζε ἤδη τὸ φάσμα τῆς ἀπωλείας.[12]
          Εἶναι σημαντικὸ νὰ σημειώσουμε ὅτι οἱ διαφορετικὲς θρησκευτικὲς πε­ποι­θή­σεις δὲν τύφλωσαν τὸν ἐθνικὸ Θεμίστιο καὶ δὲν τὸν ἐμπόδισαν νὰ ἐκδηλώσει τὴν ἀνεπιφύλακτη καὶ ἀπεριόριστη ἐπιδοκιμασία του γιὰ τὴν πρωτοβουλία τοῦ Κων­σταντίου, ἡ ὁποία ἄνοιγε τὸν δρόμο γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας κλη­ρο­νο­μιᾶς. Ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ἡ Αἰκατερίνη Χριστοφιλοπούλου, εἰδικὰ στὸν Κων­στάν­τιο ἡ ἀνθρωπότητα ὀφείλει πολλὲς χάριτες, διότι ἀπὸ αὐτὸν προῆλθε ἡ πρώ­τη ἐπίσημη προσπάθεια γιὰ διάσωση τῆς πνευματικῆς κληρονομιᾶς τοῦ ἀρχαίου ἑλ­λη­νικοῦ κόσμου, ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Χριστιανισμὸς ἐπικράτησε στὴ δημόσια ζωή.[13]
          Ἡ κίνηση τοῦ Κωνσταντίου δὲν ἔμεινε χωρὶς συνέχεια. Μερικὰ χρόνια ἀρ­γότερα, στὶς 8 Μαΐου 372, ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης (328-378, αὐτ. 364-378) μὲ διά­ταγμά του[14] διέταξε τὸν ἐμπλουτισμὸ τῆς βασιλικῆς βιβλιοθήκης καὶ τὴν πρόσ­ληψη νέων πεπειραμένων καλλιγράφων ἀντιγραφέων, μὲ στόχο τὴν ἐντα­τι­κο­ποίηση τῆς προσπάθειας ἀντιγραφῆς καὶ διάσωσης τῆς ἀρχαίας γραμματείας. Ἔτσι, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ θεωρήσει ὅτι ἡ πρωτοβουλία τοῦ Κωνσταντίου ἐγ­και­νίασε μιὰ συστηματικὴ προσπάθεια γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμ­ματείας.
          Μέχρι στιγμῆς ἔχουμε ἑστιάσει τὴν προσοχή μας στὶς προσπάθειες ποὺ κα­τα­βλήθηκαν γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας γραμματείας στὴν πρωτεύουσα τῆς ἑλ­λη­νοχριστιανικῆς αὐτοκρατορίας, τὴν Κωνσταντινούπολη. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λη­σμονοῦμε ὅτι τὴν ἐποχὴ τοῦ μεγάλου διαλόγου ἀνάμεσα στὸν ἑλληνισμὸ καὶ τὸν χριστιανισμὸ τὰ μεγάλα κέντρα τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ δὲν πρέ­πει νὰ ἀναζητηθοῦν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀλλὰ πολὺ μακρύτερα, στὶς νο­τιο­ανα­τολικὲς ἐπαρχίες τῆς αὐτοκρατορίας, καὶ πρὸ πάντων στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τὴν Ἀντιόχεια. Οἱ περιοχὲς αὐτὲς δὲν ἔπαυσαν νὰ ἀποτελοῦν τὰ σημαντικώτερα κέντρα τοῦ ἑλλη­νοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, παρὰ μόνον τὸν τραγικὸ ἐκεῖνο ἕβδομο αἰῶνα, ὅταν πρῶτα ἡ Συρία καὶ ἡ Παλαιστίνη τὸ 638 καὶ κατόπιν ἡ Αἴγυπτος τὸ 642 ἔπε­σαν στὰ χέρια τῶν Ἀράβων. Ἀναφερόμενος σὲ αὐτὴ τὴν κατάκτηση, ὁ Wila­mo­witz κάνει λόγο γιά «κατάρρευση» καὶ παρ’ ὀλίγον τέλος τῆς φιλολογίας,[15] πρᾶγ­μα ποὺ γίνεται ἀπολύτως κατανοητό, ἂν ἀναλογισθοῦμε ὅτι μὲ αὐτὴ τὴν κατά­κτηση βρέθηκαν αἴφνης ἐκτὸς τῶν συνόρων τῆς αὐτοκρατορίας τὰ κατὰ πα­ρά­δοσιν σημαντικώτερα κέντρα τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, τὰ ὁποῖα προ­φανῶς σήκωναν τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς προσπάθειας γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρ­χαίας γραμματείας. Ὅπως γράφει ὁ Nigel Wilson, μόνο τότε, ὅταν οἱ νοτιοανα­τολικὲς ἐπαρχίες τῆς αὐτοκρατορίας εἶχαν πέσει στὰ χέρια τῶν Ἀράβων, ἄρ­χι­σε ἡ Κωνσταντινούπολη νὰ κατέχει μιὰ ἀδιαφιλονίκητη θέση ὡς τὸ κέντρο μά­θη­σης καὶ παιδείας.[16]
          Ἔτσι, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη σὲ καμμία περίπτωση δὲν μπο­ρεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἀποτέλεσε τὸ μόνο κέντρο στὸ ὁποῖο προωθήθηκε ἡ προσ­πάθεια γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας. Ὁ André Guillou ἐπισημαίνει χωρὶς δόση ὑπερβολῆς ὅτι ὅλες οἱ πόλεις τῆς αὐτοκρατορίας γνώ­ρισαν κέντρα ἀντιγραφῆς ἑλληνικῶν κειμένων, καὶ μάλιστα δίδει ἕναν κατά­λο­γο ἀπὸ πόλεις στὶς ὁποῖες ἔχουμε ἀσφαλεῖς πληροφορίες γιὰ τὴν ὕπαρξη τέ­τοιων ἀντιγραφικῶν κέντρων·[17] ὁ κατάλογος ἐντυπωσιάζει, καθὼς ἀποκαλύπτει ὅτι ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη σὲ ὅλη τὴν αὐτοκρατορία εἶχε στηθεῖ ἕνα τεράστιο ἐρ­γα­στή­ρι γιὰ τὴ διάσωση τῆς κληρονομιᾶς τῆς ἀρχαιότητας.
          Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἴσως ἀκόμη πιὸ ἐκπληκτικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Βυ­ζάν­τιο φαίνεται νὰ εἶχε σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ πλήρη συνείδηση τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς ποὺ εἶχε ἀναλάβει γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας γραμματείας. Χάρη σὲ αὐτὴ τὴ συν­είδηση τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς, κατέστη δυνατὸν νὰ ξεπερασθοῦν πολλὰ ἐμ­πό­δια ποὺ ὑπέσκαπταν τὴν προσπάθεια γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας γραμ­μα­τεί­ας.
          Τὰ ἐμπόδια δὲν περιορίζονταν βεβαίως στὴν ἀμείλικτη φθορὰ τοῦ παν­δα­μάτορος χρόνου. Ἕνα σημαντικώτατο ἐμπόδιο ἦταν καὶ τὸ ἑξῆς: Πολλὰ συγ­γράμ­ματα περιεῖχαν –ἢ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ὅτι περιεῖχαν– ἀντιχριστιανικὲς θέ­σεις ἢ αἱρετικὲς διδασκαλίες, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων θὰ μποροῦσαν κάλλιστα νὰ χα­ρακτηρισθοῦν «ἐπικίνδυνα» καὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν πικρὸ δρόμο τῆς κα­τα­στρο­φῆς καὶ τῆς ἀπώλειας. Καὶ ὅμως, τὸ Βυζάντιο εἶχε τέτοια συνείδηση τῆς ὑψη­λῆς ἀποστολῆς ποὺ εἶχε ἀναλάβει γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας γραμματείας, ὥστε βρῆκε τὸν τρόπο νὰ ξεπεράσει ἀκόμη καὶ αὐτὸ τὸ ἐμπόδιο: Οἱ μεγάλες βι­βλιο­θῆκες στὸ Βυζάντιο διατηροῦσαν ἕνα εἰδικὸ κιβώτιο, στὸ ὁποῖο φυ­λάσ­σον­ταν κλειδωμένα τά «ὕποπτα» συγγράμματα, ὥστε νὰ ξεφεύγουν τὴ φθορὰ τοῦ χρό­νου καὶ νὰ παραδίδονται στὶς ἑπόμενες γενιές, χωρὶς ὅμως τὸ εὐρὺ κοινὸ νὰ μπο­ρεῖ νὰ ἔχει πρόσβαση σὲ αὐτὰ καὶ νὰ ζημιώνεται ἀπὸ τίς «ἐπικίνδυνες» θέσεις τους. Ὁ Γερμανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως στὶς ἀρχὲς τοῦ ὄγδοου αἰῶ­να († 733), μνημονεύει ρητῶς ἕνα τέτοιο κιβώτιο ποὺ ὑπῆρχε στὴν πατριαρχικὴ βι­βλιοθήκη.[18]
          Ἀφορμώμενος ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὴ τὴν πρακτικὴ διατήρησης εἰδικοῦ κι­βω­τί­ου γιὰ τά «ὕποπτα» συγγράμματα, ὁ Nigel Wilson βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ το­νί­σει ὅτι «μιὰ συνεπὴς πολιτικὴ καταστροφῆς κάθε κειμένου ποὺ δὲν ἀν­τα­πο­κρι­νό­ταν στὴν ἀξίωση τῆς καθαρῆς ὀρθοδοξίας δὲν μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ στὸ Βυ­ζάν­τιο».[19] Νομίζουμε ὅτι μποροῦμε νὰ προχωρήσουμε ἕνα βῆμα πέρα ἀπὸ τὸν Wilson, καὶ νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι στὸ Βυζάντιο μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ μιὰ συν­ε­πὴς πολιτικὴ γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας γραμματείας. Ἀκόμη καὶ ὅταν κάποια βι­βλία κρίνονταν ἐπικίνδυνα, οἱ ταγμένοι θεματοφύλακες τῆς ἀρχαίας κλη­ρο­νο­μιᾶς στὸ Βυζάντιο ἦταν πρόθυμοι νὰ καταφύγουν σὲ κάθε ἄλλη πρακτική, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ καταστρέψουν –ἢ ἔστω νὰ ἀφήσουν νὰ καταστραφοῦν ἀπὸ τὴ φθορὰ τοῦ χρόνου– τά «ἐπικίνδυνα» βιβλία. Ἡ διατήρηση καὶ μόνο ἑνὸς τέτοιου κι­βω­τί­ου, τὸ ὁποῖο προοριζόταν νὰ εἶναι κιβωτὸς σωτηρίας γιὰ πλῆθος συγγραμμάτων ποὺ διαφορετικὰ θὰ χάνονταν ὁριστικά, εἶναι μιὰ πραγματικὰ ἐκπληκτικὴ πρα­κτι­κή, ἀπὸ ὅποια πλευρὰ καὶ ἂν τὴ δεῖ κανείς, καὶ ἀποδεικνύει ὅτι τὸ Βυζάντιο εἶ­χε πλήρη συνείδηση τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς ποὺ εἶχε ἀναλάβει γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας κληρονομιᾶς καὶ τὴν παράδοσή της στὶς ἑπόμενες γενεές.

(συνεχίζεται)

















[1] Ἰουλιανοῦ, Ἐπιστολὴ ΠΘʹb. Θεοδώρῳ ἀρχιερεῖ, ed. J. Bidez, 354-357: «Μήτε Ἐπικούρειος εἰσίτω λό­γος μήτε Πυρρώνειος· ἤδη μὲν γὰρ καλῶς ποιοῦντες οἱ θεοὶ καὶ ἀνῃρήκασιν, ὥστε ἐπιλείπειν καὶ τὰ πλεῖστα τῶν βιβλίων».
[2] Θεμιστίου, Εἰς τὸν αὐτοκράτορα Κωνστάντιον, ed. H. Schenkl καὶ G. Downey, 60b7-c7: «τούτους βιά­ζεται θνητοὺς ὄντας ἀθανάτους ποιεῖν ἡ βασιλέως προμήθεια, πολλοὺς μὲν Ὁμήρου ὑποφῆτας καὶ νεωκόρους, πολλοὺς δὲ Ἡσιόδου θεραπευτάς, Χρύσιπόν τε αὐτὸν ἤδη καὶ Ζήνωνα καὶ Κλε­άν­θην, χορούς τε ὅλους ἐκ Λυκείου καὶ Ἀκαδημίας, ἐν βραχεῖ τε εἰπεῖν στῖφος ἀνάριθμον ἀρ­χαί­ας σοφίας, οὐ κοινῆς οὐδὲ ἐν μέσῳ κυλινδουμένης, ἀλλὰ σπανίου τε καὶ ἀποθέτου, ἀμένηνόν τε ἤδη καὶ ἐξίτηλον, ἐν τῷ χρόνῳ ἐν σκότῳ κατορωρυγμένον, κινεῖ καὶ ἐγείρει ὥσπερ ἐξ Ἅιδου, καὶ τοι­αῦτα ἕτερα ὑμῖν καὶ ἀμείνω ἀγάλματα ἀνίστησι τῶν Μουσῶν».
[3] Κατὰ τὸν Nigel Wilson βεβαίως «ἡ ἄποψη ὅτι οἱ ποιητὲς ἐκτὸς τοῦ Ὁμήρου καὶ τοῦ Ἡσιόδου κιν­δυνεύουν εἶναι ὑπερβολή, μιὰ ἀπὸ τὶς πολλὲς ποὺ ἕνας συγγραφέας πανηγυρικοῦ μπορεῖ νὰ ἐπι­τρέψει στὸν ἑαυτό του» [N. G. Wilson, Scholars of Byzantium, Duckworth, London 1983, σελ. 50 (= N. G. Wilson, Οἱ λόγιοι στὸ Βυζάντιο, μετάφρ. Νικ. Κονομῆ, Ἀθήνα 1991, σελ. 75)].
[4] L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson, Scribes and scholars. A guide to the transmission of Greek and Latin literature, Clarendon Press, Oxford 19752, σελ. 46 (= L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson, Ἀν­τι­γρα­φεῖς καὶ φιλόλογοι. Τὸ ἱστορικὸ τῆς παράδοσης τῶν κλασικῶν κειμένων, μετάφρ. Νικ. Μ. Παναγιωτάκη, Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθήνα 1981, σελ. 71).
[5] Γιὰ τὴ νεώτερη ἔκδοση τοῦ μνημειώδους αὐτοῦ ἔργου βλ. ed. R. Henry, Photius. Bibliothèque, 8 vols, Les Belles Lettres, Paris 1959 (1), 1960 (2), 1962 (3), 1964 (4), 1967 (5), 1971 (6), 1974 (7), 1977 (8).
[6] L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson, Scribes and scholars. A guide to the transmission of Greek and Latin literature, σελ. 63 (= L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson, Ἀντιγραφεῖς καὶ φιλόλογοι. Τὸ ἱστο­ρικὸ τῆς παράδοσης τῶν κλασικῶν κειμένων, σελ. 92).
[7] Μιχαὴλ Κριτοβούλου, Ἱστορίαι, ed. D. R. Reinsch, Α΄ 62, 3.1-5: «Βίβλοι τε ἱεραὶ καὶ θεῖαι, ἀλλὰ δὴ καὶ τῶν ἔξω μαθημάτων καὶ φιλοσόφων αἱ πλεῖσται, αἱ μὲν πυρὶ παρεδίδοντο, αἱ δὲ ἀτίμως κα­τεπατοῦντο, αἱ πλείους δὲ αὐτῶν οὐ πρὸς ἀπόδοσιν μᾶλλον ἢ ὕβριν δύο ἢ τριῶν νομισμάτων, ἔστι δ’ ὅτε καὶ ὀβολῶν ἀπεδίδοντο».
[8] Μιχαὴλ Δούκα, Ἱστορία Τουρκοβυζαντινή, ed. V. Grecu, 42, 1.11-14: «Τὰς δὲ βίβλους ἁπάσας ὑπὲρ ἀριθμὸν ὑπερβαινούσας ταῖς ἁμάξαις φορτηγώσαντες ἁπανταχοῦ ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ δύσει δι­έ­σπειραν. Δι’ ἑνὸς νομίσματος δέκα βίβλοι ἐπιπράσκοντο, Ἀριστοτελικοί, Πλατωνικοί, Θεο­λο­γικοὶ καὶ ἄλλο πᾶν εἶδος βιβλίου».
[9] Θεμιστίου, ὅ.π., 60a1-2: «καὶ ἐπιδίδωσι τὴν χορηγίαν τῷ ἐπιτηδεύματι».
[10] Θεμιστίου, ὅ.π., 59d6-7.
[11] Θεμιστίου, ὅ.π., 60a6-b1: «Καὶ ὀλίγῳ ὕστερον ὑμῖν ἀναβιώσεται μὲν δημοσίᾳ ὁ πάνσοφος Πλά­των, ἀναβιώσεται δὲ ὁ Ἀριστοτέλης, καὶ ὁ ῥήτωρ ὁ Παιανιεύς, καὶ ὁ τοῦ Θεοδώρου καὶ ὁ τοῦ Ὀλώρου».
[12] Θεμιστίου, ὅ.π., 60b1 κ.ἑ.
[13] Αἰκατερίνης Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινὴ ἱστορία, Ἀθῆναι 1975, σελ. 123.
[14] Codex Theodosianus, eds Theodor Mommsen καὶ Paulus M. Meyer, Weidmann, Berlin 1905, vol. I.2, σελ. 787, XIV, 9, 2.1-5 (372 Mai. 8): “IDEM [sc. IMPP. VAL(ENTINI)ANUS, VALENS ET GR(ATI)ANUS] AAA. CLEARCHO P(RAEFECTO) U(RBI). Antiquarios ad bibliothecae codices com­po­nendos vel pro vetustate reparandos quattor Graecos et tres Latinos scribendi peritos legi iudemus. Qui­bus de caducis popularibus, et ipsi enim videntur e populo, conpetentes inpertiantur annonae: ad eius­dem bibliothecae custodiam condicionalibus et requirendis et protinus adponendis. DAT. VIII ID. MAI. MOD(ESTO) ET ARINT(HAEO) CONSS.”.
[15] Urlich von Wilamowitz-Moellendorff, Geschichte der Philologie, Teubner, StuttgartLeipzig 1998 (ed. pr. 1921), σελ. 3 (= History of classical scholarship, transl. by Alan Harris, edited with intro­duction and notes by Hugh Lloyd-Jones, Duckworth, London 1982, σελ. 6).
[16] Nigel G. Wilson, Scholars of Byzantium, σελ. 49 (= Nigel G. Wilson, Οἱ λόγιοι στὸ Βυζάντιο, σελ. 74).
[17] André Guillou, Ὁ βυζαντινὸς πολιτισμός, μετάφρ. Paolo Odorico καὶ Σμαράγδας Τσο­χαν­τα­ρί­δου, Ἑλληνικὰ Γράμματα, Ἀθήνα 1996, σελ. 380.
[18] Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Πρὸς Ἄνθιμον διάκονον, Λόγος διηγηματικὸς περί τε τῶν ἁγί­ων Συνόδων καὶ τῶν κατὰ καιροὺς ἀνέκαθεν τῷ ἀποστολικῷ κηρύγματι ἀναφυεισῶν αἱ­ρέ­σε­ων, ιδ΄, ed. J.- P. Migne, PG 98, 53.1-5: «Διὰ ταύτας γὰρ αὐτοῦ [ἐνν. τοῦ Εὐσεβίου Παμφίλου] τὰς λε­χθείσας δόξας, καὶ οἱ τὴν βιβλιοθήκην ἡμῖν κατασκευάσαντες, οὐδαμῶς τοῖς ὀρθοδόξων πο­νή­μα­σι τὰ βιβλία αὐτοῦ συναπέθεντο, ἀλλὰ χωρὶς μετὰ τὸ πλήρωμα τούτων, εἰς τὴν ἀπαρχὴν τῶν αἱ­ρετικῶν βιβλίων ἐν τῷ ἰδίῳ κιβωτίῳ ἐγκατέθεντο».
[19] Nigel G. Wilson, Scholars of Byzantium, σελ. 15 (= Nigel G. Wilson, Οἱ λόγιοι στὸ Βυζάντιο, σελ. 32).

Δεν υπάρχουν σχόλια: