Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

Γιάννη Τσέντου, Ἡ διάσωση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας στό Βυζάντιο, Β'




Γιάννη Κ. Τσέντου
Η ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ
ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
 Μέρος Β΄
Ἀκτῖνες (2014) 92-99



(συνέχεια ἀπὸ τὸ προηγούμενο)

Ρητορικὴ παιδεία καὶ διάσωση τῆς ἀρχαίας γραμματείας
          Ἕνας παράγοντας ποὺ παραδόξως εὐνόησε κατεξοχὴν τὴ διάσωση τῆς ἀρ­χαίας γραμματείας στὸ Βυζάντιο εἶναι ὁ γλωσσικὸς συντηρητισμὸς τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου καὶ ἡ ξεχωριστὴ θέση ποὺ εἶχε ἡ ρητορικὴ στὴν παιδεία τῶν Βυζαντινῶν. Αὐ­τὸς ὁ παράγοντας, ὁ ὁποῖος κατὰ τ’ ἄλλα προκαλεῖ ἀκόμη καὶ τὴν ἀποστροφὴ τῶν σύγχρονων μελετητῶν, φαίνεται ὅτι ἐπέδρασε πραγματικὰ καταλυτικὰ στὴ διά­σωση τῆς ἀρχαίας γραμματείας. Εἶναι λοιπὸν χρήσιμο νὰ δοῦμε ἐδῶ σύντομα τὴ θέση τῆς ρητορικῆς στὴν παιδεία τῶν Βυζαντινῶν, πρὶν προχωρήσουμε σὲ μιὰ προσπάθεια ἀποτίμησης τῆς συμβολῆς της στὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας γραμματείας.
          Οἱ Βυζαντινοὶ προσέδιδαν τέτοια ἀξία στὴ ρητορική, ὥστε ὁ Herbert Hun­ger θέτει ἀνοικτὰ τὸ ἐρώτημα: «Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐξηγήσει τὸ ὅτι ἕνας λαὸς μὲ ἔντονο αἰσθητικὸ κριτήριο, ὅπως οἱ Ἕλληνες τοῦ Μεσαίωνα, ὑποτάχθηκε στὴν τυραννικὴ ἐξουσία τῆς ρητορικῆς τόσο ὁλοκληρωτικὰ καί, κατὰ τὰ φαι­νό­με­να, μὲ τὴ θέλησή του;».[1]
          Ἡ ἱστορικὴ ἐξήγηση αὐτοῦ τοῦ φαινομένου βρίσκεται εὔ­κολα στὰ μορφωτικὰ πρότυπα τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Jones, ὅσο δύσκολο καὶ ἂν μᾶς εἶναι σήμερα νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν τε­ρά­στια σημασία ποὺ προσέδιδε ἡ ὕστερη ἀρχαιότητα στὴ λεκτικὴ μορφή, δὲν πρέ­πει νὰ λησμονοῦμε ὅτι στὴ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ἡ ἀνώτερη ἐκπαίδευση ἦταν σχεδὸν ἀποκλειστικὰ ἀφιερωμένη στὴ ρητορική, τὴν τέχνη τοῦ ὀρθοῦ καὶ κομ­ψοῦ λόγου, καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ τύγχαναν μιᾶς τέτοιας ἐκπαίδευσης εἶχαν τὴ φυ­σικὴ τάση νὰ προσδίδουν μεγαλύτερη σημασία στὴ μορφὴ παρὰ στὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο αὐτοῦ ποὺ διάβαζαν.[2]
          Τὸ Βυζάντιο ἐνέμεινε στὰ παιδευτικὰ πρότυπα τῆς ὕστε­ρης ἀρχαιότητας, καὶ μάλιστα σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε, ὅπως σημειώνει ὁ Herbert Hunger, οἱ θεωρητικὲς ἀρχὲς τῆς ρητορικῆς ἴσχυαν στοὺς τελευταίους βυ­ζαν­τινοὺς αἰῶνες ἀκριβῶς ὅπως καὶ στὴν ἐποχὴ τῆς σχολῆς τῆς Γάζας στὸ τέλος τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας.[3] Οἱ L. D. Reynolds καὶ Nigel Wilson, ἐξάλλου, φέρ­νον­τας τὸ παράδειγμα τοῦ ἱστορικοῦ Κριτοβούλου, ὁ ὁποῖος συνέγραψε τὸ ἱστορικὸ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1453 σὲ ὕφος ποὺ προσ­παθεῖ ὁλοφάνερα νὰ μιμηθεῖ τὸ ὕφος τοῦ Θουκυδίδη, παρατηροῦν ὅτι πα­ρό­μοια περίπτωση ὑφολογικοῦ ἀρχαϊσμοῦ σὲ τέτοια κλίμακα δὲν ὑπάρχει στὴν ἱστο­ρία![4] Ὁ Arnold J. Toynbee μάλιστα θεωρεῖ ἐντελῶς παράδοξο τὸν συν­δυ­α­σμὸ τῆς φιλελεύθερης στάσεως τῶν Βυζαντινῶν Ἑλλήνων ἀπέναντι στὶς ἄλλες γλῶσ­σες (πρβ. τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο προωθήθηκε ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν Σλά­βων ἀπὸ τὸν Κύριλλο καὶ τὸν Μεθόδιο) μὲ τὴν ἐχθρικὴ στάση ποὺ ἔδειχναν οἱ ἴδιοι ἀπέναντι στὴ ζωντανὴ μορφὴ τῆς δικῆς τους, μητρικῆς γλώσσας.[5]
          Ὅσο καὶ ἂν ἡ ξεχωριστὴ θέση τῆς ρητορικῆς στὴν παιδεία τῶν Βυζαντινῶν καὶ ὁ πρω­το­φα­νὴς αὐτὸς γλωσσικὸς ἀρχαϊσμὸς ἔχουν τὴν ἱστορική τους ἐξήγηση, ὁ σύγ­χρο­νος μελετητὴς δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ νιώθει ἀκόμη καὶ ἀποστροφὴ γιὰ τὴν ἐπι­τη­δευ­μέ­νη κενολογία πολλῶν συγγραφέων στὸ Βυζάντιο καὶ εὔλογη ἀπορία γιὰ τὸ συν­ε­χῶς διευρυνόμενο χάσμα ἀνάμεσα στὴ γλῶσσα τοῦ λαοῦ καὶ τὸν λόγο τῶν λο­γί­ων. Ὁ Hans-Georg Beck φθάνει μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου νὰ γράφει ὅτι ἡ βυζαντινὴ ρητορική, πε­ρισ­σό­τερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο, ἀποθαρρύνει τὸν σύγχρονο με­λε­τητὴ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ Βυζάντιο.[6] Καὶ εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, ὁ Beck ἔχει ἀπό­λυτο δίκιο.
          Δὲν εἶναι βεβαίως τοῦ παρόντος νὰ ἀναλύσουμε ἐδῶ περαιτέρω τὴ θέση τῆς ρητορικῆς στὴν παιδεία τῶν Βυζαντινῶν, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε καὶ νὰ πα­ρα­λεί­ψουμε νὰ ἐπισημάνουμε τὴν καταλυτικὴ ἐπίδραση ποὺ εἶχε αὐτὸς ὁ πα­ρά­γον­τας στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἔβλεπαν οἱ Βυζαντινοὶ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμ­μα­τεία. Διότι ἡ προσκόλληση τῶν Βυζαντινῶν στὴ ρητορικὴ μπορεῖ νὰ ἔχει χίλια κα­κά, ἀλλὰ ἔχει ἕνα τοὐλάχιστον καλό, ποὺ δὲν πρέπει νὰ περνάει ἀπαρατήρητο: ὅτι ἐπέτρεπε στοὺς Βυζαντινοὺς νὰ βλέπουν στὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων συγγραφέων τὰ ἄφθαστα πρότυπα τοῦ ὕφους, ἀκόμη καὶ ὅταν τὸ περιεχόμενό τους τοὺς ἄφη­νε παγερὰ ἀδιάφορους.
          Εὔκολα ἀντιλαμβάνεται κανεὶς ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἄνοιγε ἕνας ἀκόμη δρό­μος γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας κληρονομιᾶς. Ὅπως ἐξηγοῦν οἱ L. D. Reynolds καὶ Nigel Wilson, ἡ ἀπαίτηση νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ ἀττικὴ διάλεκτος τῆς ἐποχῆς τῆς ἀκμῆς εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ συνεχίσουν νὰ διδάσκονται οἱ κλα­σι­κοὶ τῆς ἀθηναϊκῆς λογοτεχνίας ὡς μέρος τοῦ κανονικοῦ σχολικοῦ προ­γράμ­μα­τος, καὶ αὐτὸ μὲ τὴ σειρά του σήμαινε ὅτι δὲ θὰ σταματοῦσε ἡ ἀντιγραφὴ νέων χει­ρογράφων τοῦ κειμένου τῶν κυριώτερων ἔργων σὲ ἀριθμὸ ἐπαρκῆ.[7] Ἔτσι κα­τέ­στη δυνατὴ ἡ διάσωση ἀκόμη καὶ κειμένων ποὺ δὲν εἶχαν καμμία ἀπολύτως σχέ­ση μὲ τὸν ἑλληνοχριστιανικὸ πολιτισμό.
          Ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικὰ ὁ Row­land Smith, ἡ ἐπιβίωση ἀκόμη καὶ τῶν ἔργων τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ σὲ σύμπτωση, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ εἶναι γνωστὸ ὅτι τὰ ἔργα του κατεγράφησαν μεθοδικὰ ἀπὸ χριστιανοὺς ἀντιγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι διέ­κρι­ναν στὸν ἀποστάτη αὐτοκράτορα ἕνα συγγραφέα μὲ σημαντικὴ μόρφωση καὶ λο­γοτεχνικὴ δύναμη.[8] Καὶ ἰδοὺ ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα: Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ χειρόγραφα ποὺ μᾶς διασῴζουν τὸν λόγο τοῦ Ἰουλιανοῦ Εἰς τὸν βασιλέα Ἥλι­ον (Marc. Gr. 436), ὁ Βυζαντινὸς ἀντιγραφέας σημειώνει ὅτι τὸ ἔργο εἶναι γε­μά­το ἀπὸ εἰδωλολατρικὴ ἀσέβεια καὶ ἀπὸ ἀνοησίες, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ γεμάτο ἀπὸ ρη­τορικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ δύναμη![9] Πραγματικά, δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ νιώ­θου­με σήμερα εὐτυχεῖς, ποὺ ἡ ρητορικὴ παιδεία καὶ ὁ γλωσσικὸς συν­τη­ρητισμὸς ἐπέ­τρεψε στοὺς Βυζαντινοὺς νὰ δοῦν μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο κάποια ἔργα ποὺ δια­φο­ρε­τι­κὰ δὲν θὰ εἶχαν τὴν παραμικρὴ ἐλπίδα σωτηρίας.
          Τὰ παραπάνω ὅμως δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνευθοῦν ἁπλῶς καὶ μόνον ὡς ἀπο­τέ­λεσμα τῆς ξεχωριστῆς θέσης ποὺ εἶχε ἡ ρητορικὴ στὴν παιδεία τῶν Βυζαντινῶν, ἀλ­λὰ πρέπει νὰ ἐκτιμηθοῦν στὸ πλαίσιο τῆς εὐρύτερης συνεποῦς πολιτικῆς τοῦ ἑλ­ληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας κληρονομιᾶς. Διότι, ἂν οἱ χριστιανοὶ εἶχαν ἐπιλέξει νὰ ἀδιαφορήσουν γιὰ τὴν τύχη τῆς ἀρχαίας γραμ­μα­τείας, δὲν θὰ τοὺς ἔλειπαν οἱ προφάσεις γι’ αὐτή τους τὴν ἀδιαφορία: στὸ ἕνα ἔρ­γο θὰ ἀποδοκίμαζαν τὸ περιεχόμενο, στὸ ἄλλο τὴ μορφή. Ἔχοντας ὅμως ἐπι­λέ­ξει ἀντ’ αὐτοῦ νὰ ἀναλάβουν μὲ συνέπεια καὶ ὑπευθυνότητα τὸ ἔργο τῆς προσ­τα­σί­ας καὶ διάσωσης τῆς κληρονομιᾶς τῆς ἀρχαιότητας, μποροῦσαν νὰ ἐξαίρουν μὲ ἀνυ­πό­κριτο θαυμασμὸ τὴ μορφὴ καὶ τὸ ὕφος ἀκόμη καὶ ἐκείνων τῶν ἔργων τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενο κρινόταν ἀδιάφορο ἢ καὶ ἀνόητο.


Τί θὰ γινόταν, ἄν...
          Ὅλα τὰ παραπάνω –κυρίως τὰ ὅσα εἴδαμε στὸ πρῶτο μέρος αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου– καταδεικνύουν περιφανῶς τὴν ἀνεκτίμητη συμβολὴ τοῦ Βυζαντίου στὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας. Ἂν μολαταῦτα ἐπειγόταν κανεὶς νὰ ἐνοχοποιήσει ὁπωσδήποτε τὸ Βυζάντιο –ὅπως δυστυχῶς βλέπουμε πολλοὺς νὰ ἐπείγονται νὰ κάνουν–, τότε φαίνεται ὅτι δὲν θὰ τοὺς ἔμενε παρὰ ἕνα καὶ μόνο, τελευταῖο ἐπιχείρημα: νὰ ἀναγνωρίσει μὲν τὴ διά­σωση μεγάλου μέρους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας, νὰ ὁμολογήσει τὴν εὐγνωμοσύνη ποὺ ὀφείλεται σὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνώνυμους μοναχοὺς ποὺ ἐρ­γά­σθη­καν γιὰ τὴ διάσωσή της, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι θὰ εἶχε σωθεῖ πο­λὺ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἀρχαίας γραμματείας, ... ἂν τὰ πράγματα ἦσαν δια­φο­ρε­τικά· ἂν δηλαδὴ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία δὲν βρισκόταν γιὰ παράδειγμα στὰ χέρια αὐ­τοκρατόρων ὅπως ὁ Ἰουστινιανός, ἀλλὰ πολιτικῶν ἀνδρῶν ὅπως ὁ Ἰουλιανός, καὶ ἡ παιδεία δὲν ἀναγνώριζε τὴν αὐθεντία ἑνὸς Μεγάλου Βασιλείου, ἀλλὰ ἑνὸς Πρό­κλου (τοῦ ἄλλου ἐξυμνούμενου προτύπου πολλῶν ποὺ ἐπείγονται νὰ ἀρνηθοῦν καὶ νὰ ἀμφισβητήσουν τὴ σύζευξη καὶ συμπόρευση ἑλληνικῆς παιδείας καὶ χριστιανικῆς πίστεως). Πῶς θὰ μπορούσαμε ἐμεῖς νὰ ἀποκρούσουμε αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμό;
          Κατ’ ἀρ­χάς, εἶναι σαφὲς ὅτι αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμὸς στηρίζεται σὲ μιὰ αὐθαίρετη ὑπόθεση (τί θὰ εἶχε συμβεῖ, ἄν...). Ἡ διάσωση μεγάλου μέρους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμ­μα­τείας εἶναι μιὰ ἀδιαφιλονίκητη ἱστορικὴ πραγματικότητα· ὁ ἱστορικὸς τοῦ σή­με­ρα μπορεῖ νὰ ἀξιολογεῖ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτὴ τὴν ἀδιαφιλονίκητη ἱστορικὴ πραγ­ματικότητα, μπορεῖ ἀκόμη νὰ ἀναζητεῖ τὶς αἰτίες –βαθύτερες καὶ ἐπι­φα­νει­α­κές– ποὺ ὁδήγησαν σὲ αὐτήν, ἀλλὰ σὲ καμμία περίπτωση δὲν δικαιοῦται νὰ ἐξά­γει αὐθαίρετα συμπεράσματα, στηριζόμενος ἁπλῶς καὶ μόνον σὲ ὑποθέσεις.
          Τὸ θέμα θὰ μποροῦσε νὰ κλείσει ἐδῶ, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη, καὶ μάλιστα πολὺ ἐντυπωσιακὴ πτυχή του: ὅτι, ἀκό­μη καὶ ἂν δικαιούμασταν νὰ στηριχθοῦμε σὲ ὑποθέσεις, καὶ πάλι τίποτε δὲν θὰ μᾶς ἐπέτρεπε νὰ συμπεράνουμε ὅτι ἕνας Ἰουλιανὸς ἢ ἕνας Πρόκλος θὰ εἶχαν εὐ­νοήσει περισσότερο τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας γραμματείας. Ἂς δοῦμε ἀνα­λυ­τι­κώ­τερα αὐτὲς τὶς δύο περιπτώσεις.
          Ὁ Ἰουλιανὸς ἦταν βεβαίως ἄνθρωπος μὲ ἐξαιρετικὴ μόρφωση, καὶ ὁ ἴδιος καυ­χᾶται ὅτι δὲν εἶχε διαβάσει λιγώτερα βιβλία ἀπὸ κανένα συνομήλικό του.[10] Ἀλ­λὰ αὐτὸς ὁ ἐξυμνούμενος ὡς «ἐστεμμένος φιλόσοφος» δὲν φαίνεται νὰ εἶχε τὸ ἀνοι­κτὸ πνεῦμα ποὺ χαρακτήριζε ἐν προκειμένῳ τοὺς ἀνώνυμους μοναχοὺς ποὺ ἐρ­γάσθηκαν γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας γραμματείας. Ἰδοὺ ἕνα χαρακτηριστικὸ πα­ράδειγμα: Μετὰ τὴν ἄγρια δολοφονία τοῦ ἐπισκόπου Γεωργίου ἀπὸ τοὺς εἰδω­λολάτρες τῆς Ἀλεξανδρείας,[11] ὁ Ἰουλιανὸς ἐξεδήλωσε τὸ ζωηρὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν τύχη τῆς πλούσιας βιβλιοθήκης ποὺ διατηροῦσε ὁ δολοφονημένος ἐπί­σκοπος· τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ἰουλιανοῦ μαρτυρεῖται σὲ δύο ἀπὸ τὶς σῳζόμενες ἐπι­στολές του,[12] σὲ μία ὅμως ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀναφέρεται στὰ βιβλία «τῆς τῶν δυσ­σε­βῶν Γαλιλαίων διδασκαλίας» (δηλαδὴ τὰ χριστιανικὰ βιβλία) τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Γεωργίου, καὶ δηλώνει ἀνοικτὰ ὅτι ὁ ἴδιος θὰ ἤθελε αὐτὰ νὰ ἀφανισθοῦν παν­τελῶς! Συγκεκριμένα, ὁ Ἰουλιανὸς γράφει τὰ ἑξῆς:
«Αὐτός [ἐνν. ὁ Γεώργιος] εἶχε πολλὰ φιλοσοφικὰ ἔργα, καὶ πολλὰ ρη­το­ρικά, καὶ πολλὰ τῆς διδασκαλίας τῶν δυσσεβῶν Γαλιλαίων· αὐτὰ ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ ἀφανισθοῦν παντελῶς, ἀλλά, γιὰ νὰ μὴν ἀφαιρεθοῦν κρυ­φὰ μαζὶ μὲ αὐτὰ καὶ τὰ χρησιμώτερα, νὰ ζητηθοῦν καὶ ὅλα ἐκεῖνα μὲ ἀκρίβεια».[13]
          Καμμία σχέση βεβαίως μὲ τὴ στάση τῶν χριστιανῶν ἀπέναντι στὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων συγγραφέων, καὶ μάλιστα ἀκόμη καὶ ἀπέναντι σὲ ἔργα ποὺ τὸ πε­ρι­ε­χόμενό τους δὲν συνᾴδει καθόλου πρὸς τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία! Φανερά, ὁ Ἰου­λιανὸς φοβᾶται ἁπλῶς μήπως μαζὶ μὲ τὰ χριστιανικὰ συγγράμματα ἀπω­λε­σθοῦν καὶ ἄλλα, «χρησιμώτερα», καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν κάνει τὴν ἐπιθυμία του διαταγή, διατάσσοντας τὴν ὁλοσχερῆ καταστροφὴ τῶν ἔργων «τῆς τῶν δυσσεβῶν Γαλιλαίων διδασκαλίας» ποὺ εἶχε στὴν κατοχή του ὁ Γεώργιος. Καὶ βεβαίως ἐξυπακούεται ὅτι δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ πε­ρι­μέ­νου­με ἀπὸ κάποιον μὲ τὴ νοοτροπία τοῦ Ἰουλιανοῦ νὰ ἐπιδείξει τὸ παραμικρὸ ἐν­διαφέρον γιὰ τὴ διάσωση τῆς χριστιανικῆς γραμματείας.
          Σημειωτέον πρὸς τούτοις ὅτι ὁ Ἰουλιανὸς δὲν ἐπεδείκνυε αὐτὴ τὴν ἄνευ προ­ηγουμένου ἀδιαφορία μόνο γιὰ τὴν τύχη τῆς χριστιανικῆς γραμματείας. Στὴν ΠΘ΄ Ἐπιστολή του πρὸς τὸν ἀρχιερέα τῆς εἰδωλολατρίας Θεόδωρο, ὁ Ἰουλιανὸς γρά­φει ὠμὰ ὅτι ὁ ἱερέας πρέπει ὄχι μόνο νὰ μὴν κάνει ἐπιλήψιμες πράξεις, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ διαβάζει ἐπιλήψιμα βιβλία, καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μὴ διαβάζει οὔτε τὸν Ἀρ­χίλοχο, οὔτε τὸν Ἱππώνακτα, οὔτε ὅσους γράφουν ὅμοια μὲ αὐτούς, καὶ νὰ ἀπο­φεύγει τὰ ἐπιλήψιμα ἔργα τῆς ἀρχαίας κωμῳδίας, ἢ ἀκόμη καλύτερα ὅλα![14] Πα­ρακάτω μάλιστα στὴν ἴδια ἐπιστολὴ προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο, καὶ δὲν πε­ριο­ρίζεται ἁπλῶς στὸ νὰ ἀποτρέπει τὸν παραλήπτη τῆς ἐπιστολῆς ἀπὸ τὴ με­λέ­τη τῶν ἔργων τῶν Ἐπικουρείων καὶ τῶν Σκεπτικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκδηλώνει ἀνοικτὰ τὴν ἱκανοποίησή του γιὰ τὴν ἀπώλεια τῶν περισσότερων ἐπικουρείων καὶ σκε­πτι­κῶν συγγραμμάτων, τὴν ὁποία μάλιστα φθάνει νὰ ἀποδίδει... στὴν ὀρθὴ κρίση τῶν θεῶν![15]
          Πῶς μποροῦμε λοιπὸν νὰ συγκρίνουμε τὸν δῆθεν «ἐστεμμένο φιλόσοφο» Ἰου­λιανὸ μὲ τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἐργάσθηκαν γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας γραμ­μα­τείας; Ὁ μὲν Ἰουλιανός, ὅπως εἴδαμε, ὄχι μόνο ἐκφράζει τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἀφα­νισθοῦν παντελῶς τὰ χριστιανικὰ συγγράμματα τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Γεωρ­γί­ου, ὄχι μόνο ἀποτρέπει ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση μεγάλου μέρους ἀκόμη καὶ τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλληνικῆς γραμματείας, ἀλλὰ καὶ ἐκδηλώνει ἀνοικτὰ τὴν ἱκανοποίησή του γιὰ τήν «ὀρθὴ κρίση τῶν θεῶν» ποὺ ὁδήγησε στὴν ἀπώλεια τῶν ἔργων τῶν Ἐπι­κου­ρεί­ων καὶ τῶν Σκεπτικῶν· οἱ ἀνώνυμοι αὐτοὶ μοναχοί, ἀντιθέτως, ὄχι μόνον ἐρ­γά­σθηκαν γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας γραμματείας, ἀκόμη καὶ ὅταν αὐτὴ πε­ρι­εῖ­χε ἀντιλήψεις ἀντίθετες πρὸς τὶς δικές τους, ἀλλὰ καὶ διέσωσαν ἀκόμη καὶ τὰ ἔρ­γα τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰουλιανοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο «ξε­πέ­ρα­σε σὲ ἀσέβεια ὅλους τοὺς βασιλεῖς».[16]
          Ἡ περίπτωση τοῦ Πρόκλου, τοῦ φιλοσόφου τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας ποὺ ἐξυμνεῖται κατ’ ἐξοχὴν σὲ κάποιους σύγχρονους ἀρχαιολατρικοὺς κύκλους, εἶναι ἴσως ἀκόμη πιὸ ἀποκαλυπτική. Ὁ μα­θη­τὴς τοῦ Πρόκλου Μαρῖνος ὁ Νεαπολίτης, ὁ ὁποῖος ἔχει συγγράψει μία ἐκ­θει­α­στι­κὴ βιογραφία τοῦ Πρόκλου, ἀνάλογη μὲ τοὺς χριστιανικοὺς Βίους τῶν ἁγίων, μᾶς παραδίδει ὅτι ὁ Πρόκλος συνήθιζε νὰ λέει (ὄχι ἁπλῶς δηλαδὴ εἶπε κάποτε, ἀλ­λὰ συνήθιζε νὰ λέει μὲ κάθε εὐκαιρία) τὸ ἑξῆς ἐξωφρενικό:
«Ἂν εἶχα τὴν ἐξουσία, ἀπὸ ὅλα τὰ ἀρχαῖα βιβλία θὰ ἄφηνα νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν οἱ Χαλδαϊκοὶ χρησμοὶ καὶ ὁ Τίμαιος, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα θὰ τὰ ἐξα­φάνιζα ἀπὸ τοὺς τωρινοὺς ἀνθρώπους, ἐπειδὴ βλάπτονται μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὰ διαβάζουν στὴν τύχη καὶ ἀβασάνιστα».[17]
          Τί λοιπόν; Ποῦ θὰ βρίσκονταν σήμερα οἱ θησαυροὶ τῆς ἀρχαίας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμματείας, ἂν ὁ Πρόκλος εἶχε τὴν ἐξουσία ποὺ εὔχεται νὰ εἶχε; Καὶ δὲν εἴ­μα­στε στ’ ἀλήθεια εὐτυχεῖς, ποὺ τὸ καθῆκον τῆς διάσωσης τῆς ἀρχαίας κλη­ρο­νο­μιᾶς ἔπεσε στὰ χέρια τῶν χριστιανῶν, καὶ ὄχι στὰ χέρια τοῦ Πρόκλου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ;
          Ἐπαναλαμβάνουμε βεβαίως ὅτι εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπισφαλὲς νὰ ἐξάγουμε συμ­περάσματα στηριζόμενοι σὲ ὑποθέσεις. Ἀκόμη ὅμως καὶ ἂν δικαιούμασταν νὰ στηριχθοῦμε σὲ ὑποθέσεις, ἀκόμη καὶ τότε δὲν βλέπουμε πῶς θὰ μπορούσαμε πο­τὲ νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία θὰ εἶχε καλύτερη τύχη στὰ χέρια ἑνὸς Ἰουλιανοῦ ἢ ἑνὸς Πρόκλου, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ μὲν πρῶτος ἐκφράζει τὴν ἱκα­νο­ποίησή του γιὰ τήν «ὀρθὴ κρίση τῶν θεῶν» ποὺ ὁδήγησε στὴν ἀπώλεια μέρους τῆς ἀρχαίας γραμματείας, ὁ δὲ δεύτερος δηλώνει ἀνοικτὰ ὅτι, ἂν ἦταν στὸ χέρι του, ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα θὰ ἄφηνε νὰ κυκλοφοροῦν μόνον οἱ Χαλδαϊκοὶ χρησμοὶ καὶ ὁ πλατωνικὸς Τίμαιος, καὶ θὰ ἀφάνιζε ὅλα τὰ ὑπόλοιπα...


Ἐπίμετρον
          Κατόπιν ὅλων τῶν παραπάνω, μποροῦμε νὰ ἐκτιμήσουμε στὶς πραγματικές του διαστάσεις τὸ ἔπος τῆς διάσωσης τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας στὸ Βυζάντιο. Ὁ ἑλ­λη­νο­χρι­στια­νι­κὸς πολιτισμός, ὅπως ἀποδεικνύεται, ἦταν ἐκεῖνος ποὺ ἀνέλαβε καὶ ἔφερε εἰς πέ­ρας μὲ ὑψηλὸ αἴσθημα εὐθύνης καὶ μὲ ἀπροσδόκητη ἐπιτυχία τὸ δύσκολο ἐγ­χεί­ρημα τῆς διάσωσης τῆς πολύτιμης κληρονομιᾶς τῆς ἀρχαιότητας· θὰ ἦταν ἀγνω­μοσύνη νὰ μὴν τοῦ τὸ ἀναγνωρίσουμε αὐτό· ἀλλὰ θὰ ἦταν κἄτι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπὸ ἀγνωμοσύνη, θὰ ἦταν τοὐλάχιστον διαστροφὴ καὶ παράνοια, νὰ τοῦ κα­τα­λογίσουμε καὶ εὐθύνη γιὰ ὅσα ἔργα δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ περισωθοῦν...
          Ἂν κάπου ἡ ἑλληνικὴ παιδεία διώχθηκε πραγματικά, αὐτὸ συνέβη στὴ Δύ­­ση καὶ ὄχι στὸ Βυζάντιο. Ἰδοὺ μία καὶ μόνο κραυγαλέα διαφορά: Στὴ Δύση ὁ Ἀ­ρι­στοτέλης κυνηγήθηκε, καὶ μόνον μετὰ ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνες τόν «ἀνα­κά­λυ­ψαν» ἐκ νέου καὶ τὸν ἀνήγαγαν σὲ ἀπόλυτη αὐθεντία, περνώντας βεβαίως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀπὸ τὴ μία ὑπερ­βο­λὴ στὴν ἄλλη. Ὅσοι ἔχουν δια­βά­σει τὸ πολὺ γνω­στὸ μυθιστόρημα τοῦ Umberto Eco, Il nome della rosa (Τὸ ὄνο­μα τοῦ ρόδου)[18] ἢ ἔχουν ἔστω δεῖ τὴν ὁμώ­νυμη ταινία καταλαβαίνουν πολὺ καλὰ τί ἐννοοῦμε ἐδῶ, ὅταν λέμε ὅτι στὴ Δύση «ὁ Ἀριστοτέλης κυ­νη­γή­θη­κε». Ἀλλὰ αὐτὰ συνέβησαν στὴ Δύση.
          Ἂν πε­ρά­σου­με στὸ Βυζάντιο, τότε ὄχι μό­νο βλέπουμε ὅτι γενικὰ δὲν ἔχει ὣς τώρα ἐπισημανθεῖ οὔτε μία περίπτωση ἡ Ἐκ­κλησία νὰ ἔχει λάβει παρόμοια μέτρα ἐναντίον κάποιου κλασικοῦ κειμένου, ὅπως σημειώνουν οἱ L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson,[19] ἀλλὰ καὶ ἐρχόμαστε ἀντι­μέτωποι μὲ ἕνα πραγματικὰ ἐκπληκτικό, ἕνα χω­ρὶς ὑπερ­βολὴ ἀπίστευτο στοι­χεῖο: Ἂν πάρουμε τὸ σύνολο τῶν σῳζόμενων ἑλ­λη­νι­κῶν χειρογράφων, θὰ δια­πιστώσουμε ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης εἶναι ὁ τέταρτος σὲ ἀ­ριθ­μὸ παραδεδομένων χει­ρογράφων συγγραφέας, μετὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὸν Ἰωάννη τὸν Χρυ­σό­στο­μο καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό! Μετὰ δηλαδὴ τὴν Και­νὴ Διαθήκη, τὸν Ἰω­άν­νη τὸν Χρυσόστομο καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, στὰ μοναστήρια τοῦ Βυ­ζαν­τίου προτιμοῦσαν νὰ ἀντιγράφουν ἔργα τοῦ Ἀρι­στο­τέ­λη![20] Τὸ στοιχεῖο αὐ­τὸ εἶναι πραγματικὰ ἐκπληκτικό, καὶ θὰ ἀρκοῦσε ἴσως καὶ ἀπὸ μόνο του, γιὰ νὰ κά­νει νὰ καταρρεύσουν οἱ ψευδεῖς καὶ ἀνυπόστατοι ἰσχυρισμοὶ περὶ δῆθεν διωγ­μοῦ τῆς ἑλληνικῆς παιδείας στὸ Βυζάντιο.
          Σὰν ἀπὸ μιὰ ἀπίστευτη εὔνοια τῆς τύχης ἢ τῆς πρόνοιας, τὴ στιγμὴ ἀκρι­βῶς ποὺ τὸ Βυζάντιο ἔπεφτε στὰ χέρια τῶν Τούρκων, ἔκανε στὴ Δύση τὰ πρῶτά της βήματα ἡ τυπογραφία. Τὰ κείμενα ποὺ εἶχαν διατηρηθεῖ ἐπὶ αἰῶνες στὴν κι­βω­τὸ σωτηρίας τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς αὐτοκρατορίας μπόρεσαν πλέον νὰ νὰ ξε­φύγουν ὁριστικὰ τὸν κίνδυνο τῆς ἀπωλείας χάρη στὶς νέες τεχνικὲς καὶ στὴ σπου­δὴ τῶν λογίων τῆς Ἀναγέννησης. Κατὰ τοὺς L. D. Reynolds καὶ Nigel Wilson, ἡ κυριώτερη συμβολὴ τῶν Βυζαντινῶν ἦταν ὅτι ἔδειξαν ἐνδιαφέρον γιὰ μιὰ τόσο μεγάλη ποικιλία κλασικῶν κειμένων, καὶ ἔτσι τὰ διέσωσαν, ὣς τὴν ἐπο­χὴ ποὺ λόγιοι ἀπὸ ἕνα ἄλλο ἔθνος μπόρεσαν νὰ τὰ χρησιμοποιήσουν καὶ νὰ ἐκ­τι­μή­σουν τὴν ἀξία τους.[21] Τὸ θέμα δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνο φιλολογικό. Οἱ Ἕλ­λη­νες λόγιοι ποὺ μετὰ τὴν ἅλωση κατέφυγαν στὴ δυτικὴ Εὐρώπη με­τα­λαμ­πά­δευ­σαν στὴ Δύση τὸ φῶς τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ ἐπὶ περισσότερο ἀπὸ μία χι­λιετία εἶχε διατηρήσει ἄσβεστο τὸ Βυζάντιο. Καὶ χάρη σὲ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ φῶς τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ἡ Δύση μπόρεσε νὰ ἀποτινάξει τὸ σκοτάδι τοῦ με­σαίωνα.
          Ἡ διάσωση λοιπὸν τόσο μεγάλου μέρους τῆς ἀρχαίας γραμματείας ἀπὸ τὴ φθο­ρὰ τοῦ χρόνου ἀποτελεῖ χωρὶς ὑπερβολὴ τὴν κορυφαία συνεισφορὰ τοῦ Βυ­ζαν­τίου στὸν παγκόσμιο πολιτισμό. Ἂν ἡ ἀνθρωπότητα εἶχε συν­ειδητοποιήσει τὸ χρέ­ος της ἀπέναντι σὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνώνυμους ἀνθρώπους ποὺ ἐργάσθηκαν στὸ Βυ­ζάντιο γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας, τότε κάθε Πα­νε­πι­στή­μιο θὰ ὤφειλε νὰ ἔχει στὸν περίβολό του ἕνα ἄγαλμα ἢ μνημεῖο ἀφι­ε­ρω­μένο σὲ αὐτούς.







[1] Herbert Hunger, Βυζαντινὴ λογοτεχνία. Ἡ λόγια κοσμικὴ γραμματεία τῶν Βυζαντινῶν, τόμος Α΄, μετάφρ. Λ. Γ. Μπενάκη, Ἰ. Β. Ἀναστασίου, Γ. Χ. Μακρῆ, Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τρα­πέ­ζης, Ἀθήνα 19912, σελ. 125.
[2] A. H. M. Jones, “The social background of the struggle between paganism and Christianity”, ἐν Ar­naldo Momigliano (ed.), The conflict between paganism and Christianity in the fourth century, Cla­rendon Press, Oxford 1963, σελ. 20.
[3] Herbert Hunger, Βυζαντινὴ λογοτεχνία. λόγια κοσμικὴ γραμματεία τῶν Βυζαντινῶν, τόμος Α΄, σελ. 33.
[4] L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson, Scribes and scholars. A guide to the transmission of Greek and Latin literature, σελ. 41 (= L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson, Ἀντιγραφεῖς καὶ φιλόλογοι. Τὸ ἱστο­ρικὸ τῆς παράδοσης τῶν κλασικῶν κειμένων, σελ. 64).
[5] Arnold J. Toynbee, The Greeks and their heritages, Oxford University Press, Oxford 1981, σελ. 135.
[6] Hans-Georg Beck, βυζαντινὴ χιλιετία, μετάφρ. Δημοσθ. Κούρτοβικ, Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνι­κῆς Τραπέζης, Ἀθήνα 1992, σελ. 209.
[7] L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson, Scribes and scholars. A guide to the transmission of Greek and Latin literature, σελ. 41 (= L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson, Ἀντιγραφεῖς καὶ φιλόλογοι. Τὸ ἱστο­ρικὸ τῆς παράδοσης τῶν κλασικῶν κειμένων, σελ. 64).
[8] Rowland Smith, Julian’s gods. Religion and philosophy in the thought and action of Julian the Apo­state, Routledge, London 1995, σελ. 10.
[9] J. Bidez, La tradition manuscrite et les éditions des discours de l’empereur Julien, Gand / Paris 1929, σελ. 68.
[10] Ἰουλιανοῦ, Ἀντιοχικὸς Μισοπώγων, ed. C. Lacombrade, 16.8-10: «καὶ ταῦτα τῶν ἡλικιωτῶν τῶν ἐμῶν, ὡς ἐμαυτὸν πείθω, βιβλία ἀνελίξας οὐδενὸς ἀριθμὸν ἐλάττω».
[11] Γιὰ τὴ δολοφονία τοῦ Γεωργίου βλ. Σωκράτους Σχολαστικοῦ, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ed. W. Bright, Γʹ 2.1-31· Σῳζομενοῦ, Ἐκ­κλη­σιαστικὴ ἱστορία, ed. J. Bidez καὶ G. C. Hansen, Εʹ 7, 5-8· Φι­λο­στοργίου, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, Ζ΄ 2, ed. J. Bidez, 77.4-7.
[12] Ἰουλιανοῦ, Ἐπιστολὴ ΡϚ΄. Πρὸς Πορφύριον καθολικόν καὶ Ἐπιστολὴ ΡΖ΄. Ἐκδικίῳ ἐπάρχῳ Αἰ­γύπτου, ed. J. Bidez.
[13] Ἰουλιανοῦ, Ἐπιστολὴ ΡΖ΄. Ἐκδικίῳ ἐπάρχῳ Αἰγύπτου, ed. J. Bidez, 8-12: «Πολλὰ μὲν γὰρ ἦν φι­λό­σοφα παρ’ αὐτῷ, πολλὰ δὲ ἦν καὶ τῆς τῶν δυσσεβῶν Γαλιλαίων διδασκαλίας· ἃ βουλοίμην μὲν ἠφα­νίσθαι πάντη, τοῦ δὲ μὴ σὺν τούτοις ὑφαιρεθῆναι τὰ χρησιμώτερα, ζητείσθω κἀκεῖνα μετ’ ἀκρι­βείας ἅπαντα».
[14] Ἰουλιανοῦ, Ἐπιστολὴ ΠΘʹb. Θεοδώρῳ ἀρχιερεῖ, ed. J. Bidez, 324-331: «Ἁγνεύειν δὲ χρὴ τοὺς ἱε­ρέ­ας οὐκ ἔργων μόνον ἀκαθάρτων οὐδὲ ἀσελγῶν πράξεων, ἀλλὰ καὶ ῥημάτων καὶ ἀκροαμάτων τοι­ούτων. Ἐξελετέα τοίνυν ἐστὶν ἡμῖν πάντα τὰ ἐπαχθῆ σκώμματα, πᾶσα δὲ ἀσελγὴς ὁμιλία. Καὶ ὅπως εἰδέναι ἔχῃς ὃ βούλομαι φράζειν, ἱερωμένος τις μήτε Ἀρχίλοχον ἀναγινωσκέτω μήτε Ἱπ­πώ­να­κτα μήτε ἄλλον τινὰ τῶν τὰ τοιαῦτα γραφόντων. Ἀποκλινέτω καὶ τῆς παλαιᾶς κωμῳδίας ὅσα τῆς τοιαύτης ἰδέας· ἄμεινον μὲν γὰρ καὶ πάντα».
[15] Ἰουλιανοῦ, ὅ.π., 354-357: «Μήτε Ἐπικούρειος εἰσίτω λόγος μήτε Πυρρώνειος· ἤδη μὲν γὰρ κα­λῶς ποιοῦντες οἱ θεοὶ καὶ ἀνῃρήκασιν, ὥστε ἐπιλείπειν καὶ τὰ πλεῖστα τῶν βιβλίων».
[16] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κατὰ Ἰουδαίων, Λόγος Ε΄, ed. J.- P. Migne, PG 48, 900.42-43: «Ἰου­λια­νοῦ γάρ, τοῦ πάντας ἀσεβείᾳ τοὺς βασιλέας νικήσαντος...».
[17] Μαρίνου Νεαπολίτου, Πρόκλος ἢ Περὶ εὐδαιμονίας, 38, ed. R. Masullo, 915-919: «Εἰώθει δὲ πολ­λάκις καὶ τοῦτο λέγειν ὅτι “κύριος εἰ ἦν, μόνα ἂν τῶν ἀρχαίων ἁπάντων βιβλίων ἐποίουν φέ­ρε­σθαι τὰ λόγια καὶ τὸν Τίμαιον, τὰ δὲ ἄλλα ἠφάνιζον ἐκ τῶν νῦν ἀνθρώπων, διὰ τὸ καὶ βλά­πτε­σθαι ἐνίους τῶν εἰκῆ καὶ ἀβασανίστως ἐντυγχανόντων αὐτοῖς”».
[18] Γιὰ μία νεώτερη ἑλληνικὴ μετάφραση βλ. Οὐμπέρτο Ἔκκο, Τὸ ὄνομα τοῦ ρόδου, μετάφρ. Ἔ­φης Καλλιφατίδη, Ἐκδόσεις Γνώση, Ἀθήνα 1985.
[19] L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson, Scribes and scholars. A guide to the transmission of Greek and Latin literature, σελ. 45 (= L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson, Ἀντιγραφεῖς καὶ φιλόλογοι. Τὸ ἱστο­ρικὸ τῆς παράδοσης τῶν κλασικῶν κειμένων, σελ. 69).
[20] Αὐτὸ τὸ πραγματικὰ ἐκπληκτικὸ στοιχεῖο σημειώνει ὁ Herbert Hunger (Βυζαντινὴ λογοτεχνία, τό­μος Αʹ, σελ. 55), παραπέμποντας στὸν D. Harlfinger (Die Text­ge­schi­chte der pseudo-ari­sto­te­lischen Schrift Περὶ ἀτόμων γραμμῶν, Amsterdam 1971, σελ. 40 κ..).
[21] L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson, Scribes and scholars. A guide to the transmission of Greek and Latin literature, σελ. 69 (= L. D. Reynolds καὶ Nigel G. Wilson, Ἀντιγραφεῖς καὶ φιλόλογοι. Τὸ ἱστο­ρικὸ τῆς παράδοσης τῶν κλασικῶν κειμένων, σελ. 99).

Δεν υπάρχουν σχόλια: