Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019

Ἠλία Λιαμῆ, Ἡ διπλῆ ἐφηβεία


Ἠλία Λιαμῆ
«Ἡ διπλῆ ἐφηβεία»
Ἑλληνοχριστιανικὴ Ἀγωγὴ (2018) 140-145

Ἡ ἐφηβεία εἶναι ἴσως ἡ πιὸ μελετημένη καὶ ἡ πιὸ πολυσυζητημένη περίοδος τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ παιδαγωγὸς ποὺ θὰ κληθεῖ νὰ ἀσχοληθεῖ μαζί της, καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἔχει ἐκ τῶν προτέρων προειδοποιηθεῖ  γιὰ μιὰ ἐκρηκτικὴ ἡλικία, γεμάτη ἀντιφάσεις, ἀκρότητες καὶ προκλητικότητα. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ γονεῖς, καλὸ θὰ ἦταν νὰ εἶναι ἐνήμεροι γιὰ βίαιη ἀνατροπὴ τῶν δεδομένων τῆς εἰδυλλιακῆς παιδικῆς ἡλικίας, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται γιὰ τὴν οἰκογενειακὴ γαλήνη καὶ ἰσορροπία.


Τὸ γεγονὸς εἶναι πὼς οἱ προειδοποιήσεις αὐτὲς λίγα ἀποτελέσματα φέρνουν. Ἡ ἐφηβεία εἶναι ἀπρόβλεπτη καὶ ἰδιαίτερη γιὰ κάθε ἔφηβο καὶ συλλαμβάνει τὸν ἐνήλικο γονιὸ ἢ δάσκαλο πάντα ἐξαπίνης, ἔστω κι ἂν αὐτὸς εἶναι ἐξοπλισμένος μὲ  πλούσια παιδαγωγικὴ ἐμπειρία.  
Ἡ ἐφηβεία ἀποτελεῖ ὄντως μιὰ περίοδο κρίσεως, μὲ ὅ,τι ὑπονοεῖ αὐτὴ ἡ πολυσήμαντη λέξη. Στοὺς καιρούς μας, ἡ κρίση ἔχει συνδυαστεῖ κυρίως μὲ τὴν ἀστάθεια, τὴν ἀνατροπὴ καὶ τὴν οἰκονομικὴ δυσκολία. Ὑπάρχει ὅμως μιὰ πολὺ εὐρύτερη ἑρμηνεία τοῦ ὅρου: Ἡ λέξη «κρίση» ἐκφράζει τὸ γεγονὸς τῆς ἀξιολόγησης πράξεων καὶ ἐπιλογῶν, τὴν ἀνάγκη δοκιμασίας τῶν ἀντοχῶν ἑνὸς συστήματος, καθὼς καὶ τὴν ἀνάγκη ἑτοιμότητας ἀναπλαισίωσης, ἀλλαγῆς πορείας καὶ ἀποδοχῆς νέων δεδομένων.
Μὲ τὴν πολυεπίπεδη αὐτὴ ἔννοια, ἡ ἐφηβεία ἀποτελεῖ ὄντως περίοδο κρίσης, πρῶτα γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἔφηβο. Ὁ ἄνθρωπος, στὴν ἡλικία αὐτὴ βιώνει μὲ ραγδαῖο ρυθμὸ ἀλλεπάλληλες ἀνατροπές. Δὲν εἶναι μόνον οἱ νοητικές, ψυχικὲς καὶ πνευματικὲς δυνάμεις, οἱ ὁποῖες βρίσκονται σὲ μιὰ διαρκῆ κινητικότητα καὶ ὑφίστανται διαρκεῖς ἀνακατατάξεις. Εἶναι ἀκόμη καὶ οἱ σωματικὲς ἀλλαγές, οἱ ὁποῖες τὸν φέρνουν πολλὲς φορὲς σὲ δυσκολία νὰ ἀναγνωρίσει τὸ ἴδιο του τὸ σῶμα, ἀκόμη καὶ τὴν ἴδια του τὴ φωνή. Ἡ συναρπαστική, ἀλλὰ καὶ ἐπώδυνη αὐτὴ ρευστότητα ἀναζητᾶ ἐπειγόντως σταθερές. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ δονεῖται ἀπὸ ἀλλαγές, τὰ ἐρωτήματα γιὰ σταθερότητα, διαχρονικότητα καὶ ἀπολυτότητα δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς φιλοσοφικὲς ἀναζητήσεις, ἀλλὰ βαθύτατη ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη συγκρότησης καὶ ἐπιβίωσης.
Ἡ ἐνίοτε ἐνοχλητικὴ καὶ συχνὰ αὐθάδης –γιὰ τοὺς ἄπειρους γονεῖς ἢ δασκάλους- ἀπαίτηση γιὰ ἀτράνταχτη τεκμηρίωση καὶ ἡ ἀμφισβήτηση ἀκόμη καὶ τῶν πλέον αὐτονόητων μέχρι χθὲς ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν ὑποκρύπτει μιὰ ἀδήριτη ἀνάγκη γιὰ ἕνα ἀκλόνητο σημεῖο ἐκκίνησης μιᾶς ὕπαρξης, ποὺ ξεκινάει ἕνα ταξίδι μὲ προορισμὸ «τὸ ἄπειρο κι ἀκόμη παραπέρα», ὅπως ἀκούστηκε στὸ γνωστὸ καρτοὺν TOY STORY τῆς Disney. Τὸ Ἀρχιμήδειο «δὸς μοὶ πὰ στῶ καὶ τᾶν γᾶν κινάσω» (δηλ. δός μου κάπου νὰ πατήσω καὶ θὰ σοῦ μετακινήσω ὅλη τὴ γῆ) περιγράφει μὲ τὸν περιεκτικότερο τρόπο τὴν ἀγωνία, ἀλλὰ καὶ τὸ μεγαλεῖο της ἐφηβείας.
Αὐτὴ ἡ ἐφηβικὴ κρίση, ποὺ τόσο ἔχει ἀπασχολήσει παιδαγωγοὺς καὶ ψυχολόγους, δὲν ἐξαντλεῖται μόνον στὸν ἔφηβο. Ἐμπλέκει καὶ τοὺς ἐνηλίκους, μὲ τοὺς διάφορους ρόλους, ποὺ ἔχουν ἀναλάβει -μητρικό, πατρικό, παιδαγωγικό-, γιὰ τοὺς ὁποίους ἀποτελεῖ ἐπίσης περίοδο κρίσης. Ἡ βιαιότητα μιᾶς ὕπαρξης, ἑνὸς ἢ μιᾶς ἐφήβου ποὺ τὰ ὅρια τῆς μέχρι τώρα ζωῆς του δὲν τὸν χωροῦν πλέον καὶ ὁρμᾶ νὰ διαρρήξει τὸ κέλυφος τῆς παιδικότητας, δοκιμάζει παράλληλα καὶ τὴν ἀντοχή, τὴν ὡριμότητα καὶ τὴν ἑτοιμότητα τῶν «μεγάλων». Τὴν ὥρα τῆς ἀμφισβήτησης, ἐνίοτε βίαιης καὶ παράλογης, ὁ γονιὸς ἢ ὁ δάσκαλος ὁδηγοῦνται ἀναπόφευκτα σὲ μιὰ αὐτοκριτικὴ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τῆς  διαπαιδαγώγησης ποὺ προσέφεραν ὡς τώρα, ἀλλὰ καὶ σὲ μιὰ δοκιμασία ἐπανασχεδιασμοῦ της, προκειμένου νὰ ἐπιτύχουν τοὺς σκοπούς  της.  Ἀκόμη ὅμως καὶ αὐτοὶ οἱ σκοποί, ἐκ τῶν πραγμάτων βρίσκονται ὑπὸ διαρκῆ ἀναθεώρηση. Ὁ εἰλικρινὴς ἐνήλικος ἀναγνωρίζει πὼς πολλοὶ ἀπὸ τοὺς σκοποὺς αὐτοὺς προϋπάρχουν ἀκόμη καὶ πρὶν τὴ γέννηση τοῦ παιδιοῦ. Τὸ οἰκογενειακό, κοινωνικὸ καὶ ἀξιακὸ πλαίσιο ἔχει κατασκευαστεῖ γιὰ τὸν ἔφηβο πρὶν καὶ χωρὶς τὸν ἔφηβο, ἡ προσαρμογή του δὲ σ΄ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν πρὸς τὰ ἔξω ἀπεικόνιση μιᾶς ἐπιτυχοῦς συνέχειας ἤθους, ἀρχῶν καὶ κοινωνικῆς καταξίωσης. Μὲ ἄλλα λόγια, πολλοὶ γονεῖς αἰσθάνονται πὼς ἡ διαμόρφωση τῶν παιδιῶν τους ἀποτελεῖ μία τρόπον τινὰ διαδικασία ἀξιολόγησης τῶν ἰδίων στὰ μάτια τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Μὲ τὰ δεδομένα αὐτά, ἡ ἐφηβικὴ ἀμφισβήτηση καὶ ἀναπλαισίωση ἐνεργοποιεῖ στὸν ἐνήλικο τὴν ἀγωνία ἐπίτευξης δικῶν του στόχων καὶ δικῶν του ἐπιδιώξεων.
Ὡς ἐκ τούτου, ἡ περίοδος αὐτὴ ἐπανακαθορίζει καὶ τὴ σχέση τῶν δύο γενεῶν, γεγονὸς καθόλου ἐπιφανειακὸ καὶ καθόλου ἀνώδυνο. Ὅταν ὁ πατέρας καὶ ἡ  μητέρα, ἐπὶ 13 ἢ 14 χρόνια πάσχιζαν νὰ ἀποσπάσουν ἀπὸ τὸ παιδί τους τὴν ὑπογραφή του σὲ ἕνα μονομερὲς συμβόλαιο συμμόρφωσης καὶ μάλιστα μὲ διαδικασίες γεμάτες κόπο, ξενύχτια, ἀγωνίες, ἀπάρνηση τόσων καὶ τόσων προσωπικῶν στιγμῶν καὶ  ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μόνον ἕνας γονιὸς γνωρίζει, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ὀδυνηρὴ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἄγνωστος –ὅπως εἴπαμε- ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ ἔφηβος καθίσταται ἄγνωστος καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν γονιό του, ὁ ὁποῖος μὲ τρόμο ἀκούει μέσα του ἕνα βασανιστικὸ ἐρώτημα ὅλο καὶ συχνότερα: «Εἶναι αὐτὸ παιδί μου;».
Εἶναι ἕνα ἐρώτημα ποὺ γίνεται τόσο ἔντονο, ὅσο ὁ γονιὸς ἐπιμένει στὴν ψευδαίσθηση –γιατί περὶ ψευδαισθήσεως πρόκειται- πὼς ἔχει ἐνώπιόν του μιὰ ἀνθρώπινη ὕπαρξη πλήρως ἐλεγχόμενη ἀπὸ ἐκεῖνον, τὴν ὁποίαν ὀνομάζει «παιδί του», μὲ τὸ ἴδιο περιεχόμενο ποὺ δίνει στὴν περιουσία ΤΟΥ ἢ τὴν καριέρα ΤΟΥ. Σὲ ἐποχὲς μάλιστα, ὅπου εἶσαι ὅ,τι ἔχεις, ὁ ἀμφισβητίας ἔφηβος ἀνατρέπει βεβαιότητες καὶ ἀσφάλειες τοῦ γονιοῦ  καὶ καλεῖ  σὲ ἀλλαγὴ ματιᾶς, ἀλλαγὴ στάσης, ἀλλαγὴ νοοτροπίας, κοντολογὶς σὲ μιὰ ὁλοκληρωτικὴ καὶ ἀναπόδραστη μετάνοια.
Ὅσο ἡ κρίσιμη αὐτὴ περίοδος ἐμπλέκει δύο συνομιλητὲς –τὸν ἔφηβο καὶ τὸν ἐνήλικο-, ἡ δυσκολία εἶναι σαφής, δὲν παύει ὅμως νὰ εἶναι διαχειρίσιμη. Τὰ πράγματα ὅμως «ἀγριεύουν», ὅταν στὸν διάλογο αὐτὸν ἐμπλέκεται καὶ ἕνα τρίτο πρόσωπο: Ὁ κρυμμένος μέσα στὸν ἐνήλικο ἔφηβος.
Ἡ παρουσία αὐτοῦ τοῦ ... προσώπου συνήθως ἀγνοεῖται, κυρίως διότι ἡ ἐφηβεία ἐκλαμβάνεται ἁπλῶς καὶ μόνον ὡς μιὰ περίοδος τῆς ζωῆς, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ μιὰ κατάσταση. Μιὰ κατάσταση, ἡ ὁποία, ἄλλοτε μὲ φανερὸ καὶ ἄλλοτε μὲ ὑπολανθάνοντα τρόπο παραμένει ἰσόβια, διατηρώντας αὐτὸν τὸν κρυμμένο ἔφηβο ὡς συνομιλητή, ἐνίοτε μάλιστα ὀργισμένο, παραπονεμένο ἢ καὶ βαθύτατα πληγωμένο. Τί εἶναι ὅμως ἐκεῖνο, ποῦ συντελεῖ σ΄ αὐτὴν τὴν διαρκῆ … ἐγκατάσταση;
Ὅπως εἴπαμε, ἡ ἐφηβεία ἔχει ὡς βασικὸ χαρακτηριστικὸ τὴν ὑπέρβαση τῶν προαποφασισμένων ἀπὸ τοὺς ἐνήλικες πλαισίων καὶ τὴν ἀναζήτηση μιᾶς διαδρομῆς ποὺ ὁδηγεῖ σὲ μιὰ προσωπικὴ οὐτοπία. Καὶ ὅταν λέμε οὐτοπία ἐννοοῦμε μιὰ πατρίδα ποὺ ὅλα δείχνουν πὼς εἶναι ἀνέφικτη, δὲν παύει ὅμως νὰ εἶναι θελκτική, τόσο θελκτικὴ ποὺ θὰ ἄξιζε γι' αὐτὴν ὁ κάθε ἡρωισμὸς καὶ ἡ κάθε θυσία. Ὁ ἔφηβος δὲν ἀνέχεται τὶς ἐνδιάμεσες ἀποχρώσεις καὶ τοὺς συμβιβασμούς. Στὸ ὀπτικό του πεδίο κυριαρχεῖ τὸ μαῦρο καὶ τὸ ἄσπρο. Σὲ ἕνα κόσμο βυθισμένο στὴ σχετικότητα καὶ στὴν ἀσυνέπεια, ὁ ἔφηβος αὐτοανακηρύσσεται ἱππότης τοῦ ἰδανικοῦ καὶ τοῦ τελείου, οἰκτίροντας καὶ περιφρονώντας τὴν συμβιβασμένη καὶ χλιαρὴ περασμένη γενεά. Ὅταν ὅμως ἔρθει ἡ ζωὴ νὰ ἐπιβάλλει  καὶ σ΄ αὐτὸν ὅλες τὶς ἀποχρώσεις τοῦ γκρί, ὁ ἔφηβος ἴσως φανεῖ πὼς ἀνακόπτει τὴν ὁρμή του, οὐδέποτε ὅμως βουβαίνεται ὁλοκληρωτικά.
Στὴν πραγματικότητα ἡ ἐφηβεία ἀποτελεῖ περίοδο ἐνηλικίωσης τῆς φωνῆς τῆς συνείδησης ἀλλὰ καὶ τοῦ πόνου, τοῦ ἡρωισμοῦ ἀλλὰ καὶ τῆς ματαίωσης, ἡ ὁποία δὲν θὰ πάψει ποτὲ νὰ ἀκούγεται, ἔστω καὶ ἂν ἀπὸ πάνω της συσσωρευτοῦν στρώματα ὑποχωρήσεων καὶ ρεαλισμοῦ. Ἴσως ἡ ἔντασή της ἀτονήσει, ἔρχεται ὅμως ἡ στιγμή, ποὺ ἡ ἐφηβεία τοῦ τέκνου ἢ τοῦ μαθητῆ δίνει σ΄ αὐτὴ τὴν ἰσχνὴ φωνὴ τὴν εὐκαιρία μιᾶς ρεβάνς. Βεβαίως ἡ ἐφηβεία δὲν ἀποτελεῖ μόνον περίοδο –μᾶλλον κατάσταση- ἡρωισμοῦ. Συνοδεύεται ἀπὸ ἀκυρώσεις, διαψεύσεις, πόνο, ἀπὸ τὴ σύγκρουση τοῦ ἰδεώδους μὲ τὸ πραγματικὸ –αὐτὸ κι ἂν εἶναι πόνος- καὶ γενικὰ καταστάσεις, ποὺ χαράσσονται μὲ τρόπο ἐπώδυνο πάνω στὴν ἐφηβικὴ ψυχή, ἀφήνοντας στίγματα καὶ οὐλές. Γι' αὐτὸ καὶ ἐὰν ὁ ἐνήλικος ἀντέξει τὰ τὲστ ἀντοχῆς, στὰ ὁποῖα ὁ ἔφηβος θὰ τὸν ὑποβάλλει καὶ βρεῖ τὸ θάρρος, ἀλλὰ καὶ τὴ σοφία νὰ μὴν ἐμπλακεῖ σὲ ἕνα μάταιο ἀγώνα ἐπιβολῆς μαζί του, θὰ καταφέρει νὰ ἀκούσει τρία ἐρωτήματα, προερχόμενα ἀπὸ τὰ κατάβαθα τῆς δικῆς του ὕπαρξης, ἐκεῖ ποὺ κρύβεται ὁ προσωπικὸς ἔφηβος:
ΘΥΜΑΣΑΙ; 
ΠΩΣ ΤΟ ΑΝΤΕΞΕΣ;
ΤΟ ΞΕΠΕΡΑΣΕΣ; 
Ἡ ἐπιστροφὴ στὴν προσωπικὴ ἐφηβεία –ἢ μᾶλλον ἡ ἀνάδυσή της- ἀποτελεῖ διαδρομὴ ποὺ ἐμφορεῖται ἀπὸ συναισθήματα ὀδύνης, ἀλλὰ καὶ μεγαλείου, μεγαλείου ἀλλὰ καὶ ὀδύνης. Καὶ αὐτό, διότι καμμία ἐφηβεία δὲν ὑπῆρξε χωρὶς στόχο τὴν κορυφὴ τοῦ ἀπολύτου, ἀλλὰ καὶ καμμία ἐφηβεία δὲν ὑπῆρξε ποὺ νὰ ἐπέτυχε πλήρως τὸν στόχο της. Τὸ μεγαλεῖο τῶν ὁραματισμῶν καὶ τῶν ἀγώνων της πάντα συμπορευόταν καὶ πάντα θὰ συμπορεύεται μὲ τὴν πίκρα τοῦ ἀνεκπλήρωτου καὶ τὴν ὀδύνη τῶν ἀκυρώσεων, ὅπως καὶ ὁ ἡρωισμός της πάντα συμπορευόταν καὶ πάντα θὰ συμπορεύεται μὲ ἧττες ἀναπόφευκτες, προτιμητέες ὅμως πάντοτε ἀπὸ συμβιβασμοὺς καὶ συνθηκολογήσεις. Καὶ μάλιστα, μιὰ καὶ μιλᾶμε γιὰ ἡρωισμό, δὲν εἶναι λίγες οἱ φορές, ποὺ οἱ ἐφηβικοὶ ἡρωισμοὶ ὑπῆρξαν καὶ οἱ μοναδικὲς ἔνδοξες στιγμὲς μιᾶς ὁλόκληρης ζωῆς.
Ἡ διαχείριση τῆς ὀδύνης τῆς προσωπικῆς ἐφηβείας ἐκ μέρους τοῦ ἐνηλίκου θὰ διαμορφώσει καθοριστικά το πλαίσιο τοῦ διαλόγου μὲ τὴν ἐφηβικὴ περίοδο τοῦ ἐφήβου. Ἡ ἀνάμνηση τῆς περιόδου ἐκείνης, ἡ ἐκ νέου ἐνεργοποίηση τῆς ὀδύνης τῆς χειραφέτησης, τῆς κοινωνικοποίησης καὶ τῆς διαμόρφωσης μιᾶς ἀξιακῆς κλίμακας, κυρίως ὅμως ἡ ἀναγνώριση καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀναπόφευκτων μικρῶν ἢ μεγάλων ἐκκρεμοτήτων ποὺ παραμένουν ἐναργεῖς δύο ἢ καὶ τρεῖς δεκαετίες ἀργότερα, θὰ καθορίσουν τὴν ἐκτίμηση ἢ τὴν ἀπαξίωση, τὸ κύρος ἢ τὴν ἀπογοήτευση, τὴν ἔμπνευση ἢ τὴν ὀργὴ ποὺ θὰ προκαλέσει στὸν διαπαιδαγωγούμενο ἔφηβο γιὸ ἢ θυγατέρα, μαθητὴ μαθήτρια ὁ ἐνήλικας παιδαγωγός, γονιὸς ἢ δάσκαλος. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ διαπαιδαγώγηση τοῦ ἐφήβου ἀποτελεῖ διαδικασία διπλῆ καὶ μάλιστα διαδραστική, μὲ ὅλα τὰ ἐνδεχόμενα ἀνοιχτά. Πιθανὸν νὰ ἀποτελέσει αἰτία χαρᾶς, γιὰ μὲν τὸν ἔφηβο, χαρᾶς τοῦ παρθενικοῦ πετάγματος στὸν οὐρανὸ τῆς αὐτοπραγμάτωσης, γιὰ δὲ τὸν ἐνήλικο, χαρᾶς μιᾶς ἐπιστροφῆς σὲ στιγμὲς ἀντίστοιχες. Εἶναι ὅμως ἀλήθεια πὼς ἡ ἴδια διαδικασία ἐμπεριέχει τὸν κίνδυνο νὰ ξαναβγοῦν οἱ «σκελετοὶ» ἀπ΄ τὶς ντουλάπες, μέσα στὶς ὁποῖες καταχωνιάστηκαν κάποτε βιαστικὰ πληγὲς καὶ ἐφιάλτες. Τὸ ξαναντάμωμα μαζί τους ἀπαιτεῖ θάρρος, νηφαλιότητα καὶ σωστὴ ἀξιοποίηση τῆς σοφίας, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως ἐπιφέρει ἡ ζωή. Χωρὶς αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις, ὁ ὑπὸ διαπαιδαγώγησιν ἔφηβος εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ εἰσπράξει ἀδικαιολόγητη καὶ ἄκρως ἀπογοητευτικὴ συμπεριφορά, ἕνα μίγμα ἐπιθετικότητας, ἀπόρριψης καὶ ἐνοχοποίησης, σὲ σημεῖο πολλὲς φορὲς νὰ αἰσθάνεται πὼς ὁ πάλαι ποτὲ μυθοποιημένος γονιὸς  ἢ δάσκαλος τῆς παιδικῆς του ἡλικίας δὲν εἶναι παρὰ ἕνας ἔφηβος, πιὸ ἔφηβος κι ἀπ΄ αὐτὸν τὸν ἴδιο. Ἂν ὅμως αὐτὴ ἡ ἐκ νέου συνάντηση τοῦ ἐνήλικου μὲ κάποιους νεκροζώντανους ἐφηβικοὺς ἐφιάλτες πραγματοποιηθεῖ μέσα σὲ ἕνα πλαίσιο ἐσωτερικῆς συμφιλίωσης, ὑπερηφάνειας γιὰ κάποιες ἐφηβικὲς μάχες ποὺ δόθηκαν μὲ ἡρωισμὸ καὶ πόνο, ἀποδοχῆς ἐσωτερικῶν τραυμάτων ὡς παρασήμων ἀπὸ μάχες, τῶν ὁποίων οἱ παρελθοντικὲς ὀδύνες ἔτεκαν τὴν ὡριμότητα τοῦ παρόντος, ὁ διαπαιδαγωγούμενος ἔφηβος, πίσω ἀπὸ τὴν πολλὲς φορὲς ἐπιβεβλημένη ἀπὸ τὴν ἡλικία καὶ τὸν κοινωνικὸ περίγυρο ἀμφισβήτηση, θὰ κολυμπήσει πανευτυχὴς σὲ μιὰ καθάρια θάλασσα ἀποδοχῆς καὶ ἐπιβράβευσης.
Ἀπὸ τὴν εὐτυχῆ ἔκβαση τῆς συνάντησης μὲ τὸν κρυμμένο του ἔφηβο μέσω τῆς συνάντησης μὲ τὸ ἔφηβο παιδί του ἢ μαθητῆ του, ὁ γονιὸς ἢ ὁ δάσκαλος θὰ ἀναθερμάνει καὶ πτυχὲς τῆς προσωπικότητάς του, οἱ ὁποῖες συνδέονται ἄρρηκτα μὲ τὴν ξεχασμένη του ἐφηβεία. Ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ὁ τομέας τῆς σύγχρονης ἐπιχειρηματικότητας, κατὰ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ἀποτελεσματικοῦ ἡγέτη, τὸ ἐσωτερικὸ παιδὶ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἰδιότητες καὶ δεξιότητες πολύτιμες ἀλλὰ καὶ δυσεύρετες στὴ σύγχρονη κοινωνία, ὅπως ὁ ἐνθουσιασμός, ἡ δημιουργικὴ φαντασία, ἡ λελογισμένη διακινδύνευση, ἡ ἔμπνευση τῆς ὁμάδας καὶ πάνω ἀπ΄ ὅλα, ἡ ὄρεξη γιὰ ζωὴ καὶ ἡ δυνατότητα ἀνακάλυψης τῆς χαρᾶς, ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ τετριμμένες δραστηριότητες. Γιὰ νὰ μὴ μιλήσουμε γιὰ τὴν καλλιτεχνικὴ εὐαισθησία καὶ τὴν αἰσθητικὴ ἀπόλαυση. Γιὰ τὸν χῶρο αὐτὸ –τῆς ἐπιχειρηματικότητας- ὁ πρῶτος ἀνασταλτικὸς παράγοντας τῆς ἐκπλήρωσης ἑνὸς ὁράματος ἀπὸ ἕνα ἄτομο ἢ μιὰ ὁμάδα εἶναι ἡ κόπωση ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ρουτίνα καὶ ἡ ἀνία. Τὸ λυπηρὸ εἶναι, πὼς ἡ ἀνία αὐτὴ διαποτίζει ἀπὸ πολὺ νωρίς, ὄχι μόνον τοὺς ἐπαγγελματικοὺς χώρους, ἀλλὰ καὶ τὶς σχολικὲς τάξεις. Ἡ αἰτία της ἔχει ἐν πολλοῖς ἐντοπιστεῖ: Εἶναι ἡ ἀδρανοποίηση μερῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ ἑαυτοῦ, ὅπως ἡ δημιουργικότητα καὶ ἡ φαντασία καὶ ὁ ὑπερτονισμὸς ἄλλων, ὅπως ἡ ἀπομνημόνευση καὶ ἡ διεκπεραίωση.
Ἀντιλαμβάνεται λοιπὸν κανείς, πὼς ἡ ἀνάδυση τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐφήβου, πέραν τῆς προοπτικῆς ποὺ ἀνοίγει ὡς πρὸς τὴν διαπαιδαγώγηση, ἐπιφέρει καὶ εὐρύτερες εὐεργετικὲς συνέπειες στὴν καθημερινότητα τοῦ ἐνήλικα. Ἕνας ξεχασμένος ἔφηβος περιμένει νὰ ἐμπλουτίσει τὴν καθημερινότητα, νὰ τῆς προσδώσει νέες –κατ΄ οὐσίαν ξεχασμένες- διαστάσεις, νὰ ὁδηγήσει σὲ νέου τύπου σχέσεις μὲ πρόσωπα καὶ πράγματα, νὰ ξαναζωντανέψει λησμονημένες, ἴσως καὶ χλευασμένες καταστάσεις, ὅπως ἡ συγκίνηση, ἡ χαρὰ τοῦ παιχνιδιοῦ, ἡ ἀνιδιοτέλεια καὶ πάνω ἀπ΄ ὅλα, ἡ εὐγνωμοσύνη. Αὐτὴ ἡ τελευταία ἀποτελεῖ τὸ χαρακτηριστικό τοῦ ἔφηβου ποὺ εὐλογήθηκε ἀπὸ ἕναν ἐνήλικα –πατέρα ἢ δάσκαλο- καὶ ἄνοιξε τὰ φτερά του, χωρὶς νὰ βρεῖ ἐπιθετικότητα καὶ ἀποθάρρυνση κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀμφισβήτησής του.
Σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν διαδικασία, ἡ ὑγιὴς χριστιανικὴ πνευματικότητα μπορεῖ νὰ μεταβάλλει τὸν διπλὸ διάλογο μὲ τὸν ἔφηβο καὶ τὴν προσωπικὴ ἐφηβεία σὲ μείζονα εὐκαιρία. Στὴν πραγματικότητα, ὁ κάθε ἔφηβος ζητάει μιὰ εὐλογία, ποὺ ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀπελευθέρωση. Τὴν εὐλογία αὐτὴ μπορεῖ νὰ τὴν παραχωρήσει μόνον ὁ συμφιλιωμένος μὲ τὴν ἐφηβεία του ἐνήλικος. Ὁ «οἶκος τοῦ Πατρὸς» ἀποτελεῖ τὴ μήτρα ποὺ μᾶς ἐκβάλλει, ἀλλὰ καὶ τὸν προορισμό μας. Ὑπάρχει περίπτωση, ἕνας ἄνθρωπος νὰ μὴν ἐπιστρέψει ποτὲ ξανὰ στὸ πατρικό του. Τὸ κουβαλάει ὅμως μέσα του, γιατί μέσα σ΄ αὐτὸ μετέβη ἀπὸ τὴν παιδικότητα στὴν ἐφηβεία, πάνω σὲ αὐτὸ «πάτησε» γιὰ νὰ κερδίσει τὴν ἐνηλικίωσή του, αὐτὸ εἶναι ποὺ βρίσκεται στὸν πυρήνα τῆς διαμόρφωσής του. Τὸ ἂν τόλμησε τὴν ρήξη μὲ αὐτό, τὸ ἂν τὸ αἰσθάνθηκε ἀρκετὰ στέρεο, ὥστε νὰ ἐκτιναχθεῖ πρὸς τὴ δική του ὡρίμανση, κυρίως ὅμως ἐὰν εὐλογήθηκε κατὰ τὴ φυγή του ἀπὸ αὐτό, θὰ ἀποτελέσουν τὸν καθοριστικὸ παράγοντα διαχείρισης τῆς ἐφηβείας τῆς ἑπόμενης γενιᾶς ἐκ μέρους του. Δὲν ὑπάρχει ἐνηλικίωση χωρὶς «οἶκο πατρός». Μόνον ποὺ ἐκεῖ, ὅπως μᾶς περιγράφει ἡ ὀνομαζόμενη παραβολὴ τοῦ ἀσώτου -κατ΄ οὐσία ὅμως παραβολὴ τοῦ σκληρόκαρδου ἀδελφοῦ- φιλοξενοῦνται δύο τύποι ἐφήβων, ἀνεξαρτήτως ἡλικίας. Γιὰ τὸν πρεσβύτερο, ὁ οἶκος αὐτὸς ἀποτελεῖ φυλακὴ ἐγκλωβισμοῦ στὴν ὀργισμένη ἐφηβεία καὶ τροχοπέδη ἐνηλικίωσης. Ὁ Πατέρας εἶναι κυρίως δεσμοφύλακας, κύριος δικαίου, φορέας ἀμείλικτων ἀξιῶν, γενάρχης ἐνοχῆς καὶ ρόλος ἐξουσίας. Ὁ γιὸς τοῦ πρεσβύτερου γιοῦ θὰ ὑποστεῖ ὅλη αὐτὴ τὴν ὀργὴ καὶ οὐσιαστικὰ θὰ πρέπει νὰ ἐπωμιστεῖ τὴν εὐθύνη καὶ τὸ βάρος μιᾶς διπλῆς ὡρίμανσης: τῆς δικῆς του καὶ τοῦ γονιοῦ του. Γιὰ τὸν νεώτερο ὅμως, τὸν ἐπονομαζόμενο καὶ ἄσωτο,  ὁ Πατέρας ἀποτελεῖ ἀγκαλιὰ ἀποδοχῆς, ἐνθάρρυνσης γιὰ προσωπικὴ ἀνάπτυξη, φίλτρο ἀποενοχοποίησης, δότη καὶ ὄχι μανιακὸ ὑπερασπιστὴ ἐξουσίας. Ὁ γιὸς τοῦ νεώτερου γιοῦ δὲν θὰ μείνει χωρὶς ἀνατροφὴ-ἀλλοίμονο! Ὅταν ὅμως ἔρθει ἡ ὥρα τῆς ἐφηβικῆς ἐκτίναξης, θὰ εὐλογηθεῖ μὲ καμάρι ἀπὸ τὸν γονιό του καὶ θὰ συγκρατήσει γιὰ πάντα τὴν γλυκιὰ ἀποδοχὴ ἑνὸς Πατέρα ποὺ ξέρει νὰ ἐμπιστεύεται, νὰ ἐλπίζει καὶ νὰ περιμένει. Αὐτὴ ἡ δεύτερη αἴσθηση τοῦ σεσωσμένου τελικῶς νεώτερου γιοῦ, εἶναι ποὺ διαποτίζει ὅλες τὶς σελίδες τῶν Πατέρων μας καὶ γλυκαίνει ἀβάσταχτα τὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας.
Ὅποιος ἀξιώθηκε νὰ λάβει ἐμπειρία τοῦ πατρικοῦ βλέμματος ποὺ μᾶς ἀκολουθεῖ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς γέννησής μας, βλέμμα γεμάτο ἔπαινο, ἀλήθεια, ἐν ἀγάπῃ κριτική, ἐμπιστοσύνη καὶ ἐνθάρρυνση μετὰ τὰ «σκουντουφλήματα» μιᾶς διαρκοῦς ἐφηβείας ποὺ μᾶς ἀκολουθεῖ, εἶναι σὲ θέση νὰ ἀποτελέσει πιστὴ εἰκόνα τῆς θείας Πατρότητας καὶ τῆς Θείας διαπαιδαγώγησης γιὰ τὸν ἔφηβο κάθε ἐποχῆς ποὺ διψάει ἀποδοχή, ἡρωισμὸ καὶ ζωὴ πλημμυρισμένη ἀπὸ φῶς.





Δεν υπάρχουν σχόλια: