Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2019


Δημητρίου Βογιατζῆ,
«Τὰ Θρησκευτικὰ στὸ Εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου. 
Ἐκλεκτικὲς συγγένειες καὶ ἀνίερες συμμαχίες»,
Ὀρθόδοξος Τύπος 22.11.2019

Ὅπως εἶναι γνωστό, στὸ Εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου (ΕΔΔΑ) ἐκδικάστηκε πρόσφατα ἡ ὑπόθεση Παπαγεωργίου καὶ ἄλλοι κατὰ Ἑλλάδος (ἀρ. 4762/18 καὶ 6140/18) ποὺ ἀφορᾶ τὴ διαδικασία ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν[1]. Ἡ βασικὴ αἰτίαση τῶν ἐγκαλούντων ἦταν ὅτι ἡ ὑπεύθυνη δήλωση τοῦ ν. 1599 ποὺ ἀπαιτεῖται γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ παραβιάζει τὰ δικαιώματα τῶν μαθητῶν γιατί μπορεῖ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Σχολείου νὰ τοὺς ὁδηγήσει σὲ εἰσαγγελικὸ ἔλεγχο ἂν τὴ θεωρήσει ψευδῆ. Στὴν ὑπόθεση αὐτὴ κατατέθηκαν πρόσθετες παρεμβάσεις ἀπὸ τρεῖς φορεῖς: Τὸ Ἑλληνικὸ Παρατηρητήριο τῶν Συμφωνιῶν τοῦ Ἐλσίνκι[2], τὴν Ἕνωση Ἀθέων καὶ τὸ ΕΛΙΑΜΕΠ. Παραδόξως ἀλλὰ ὄχι ἀνεξήγητα, οἱ προτάσεις τῶν τριῶν φορέων καὶ οἱ ἀπαντήσεις τῆς κυβερνήσεως ἀσχολοῦνται πολὺ περισσότερο μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ μαθήματος καὶ λιγότερο μὲ τὸ ζήτημα ποὺ ἐκδικάστηκε.

1. Τὸ ΕΛΙΑΜΕΠ

Τὸ Ἑλληνικὸ Ἵδρυμα Εὐρωπαϊκῆς καὶ Ἐξωτερικῆς Πολιτικῆς (ΕΛΙΑΜΕΠ) εἶναι ἕνας ἀνεξάρτητος, μὴ κερδοσκοπικὸς ὀργανισμὸς παραγωγῆς ἔρευνας, ἰδεῶν καὶ προτάσεων πολιτικῆς, ποὺ ἱδρύθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1988 καὶ χρηματοδοτεῖται ἐν μέρει ἀπὸ τὸ κράτος. Ἀποστολὴ τοῦ ΕΛΙΑΜΕΠ εἶναι ἡ ἐπεξεργασία καὶ διάδοση τεκμηριωμένης γνώσης γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν μεγάλων προκλήσεων στὸ πεδίο τῆς εὐρωπαϊκῆς, ἐξωτερικῆς καὶ εὐρύτερα δημόσιας πολιτικῆς, καὶ τὴν ἐμπέδωση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ προσανατολισμοῦ τῆς Ἑλλάδας. Ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ ΕΛΙΑΜΕΠ Θάνος Ντόκος διορίστηκε πρόσφατα ἀναπληρωτὴς Σύμβουλος Ἐθνικῆς Ἀσφαλείας τοῦ πρωθυπουργοῦ.
Οἱ θέσεις τοῦ ΕΛΙΑΜΕΠ γιὰ τὸ ζήτημα παρουσιάζουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον. Τὸ ἵδρυμα παρατηρεῖ ὅτι στὸ διαθρησκειακὸ πρόγραμμα ποὺ ἰσχύει σήμερα ἡ ὀρθοδοξία κατέχει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ὕλης, ἀλλὰ δὲν διδάσκεται ἁπλὰ ὡς ὀρθοδοξία ἀλλὰ ὡς ἡ πίστη τοῦ ἔθνους (faith of the nation). Αὐτὸ συμβαίνει κυρίως γιατί τὸ μάθημα διδάσκουν ἀποκλειστικὰ ὀρθόδοξοι θεολόγοι ἀπόφοιτοι τῶν ὀρθοδόξων Θεολογικῶν Σχολῶν. Αὐτοὶ οἱ θεολόγοι, μάλιστα, δὲν ἐφαρμόζουν, στὴν πλειοψηφία τους, τὸ νέο Πρόγραμμα ἀλλὰ τὸ παλαιὸ ποὺ ὄχι μόνο εἶναι κατηχητικὸ ἀλλὰ σὲ αὐτὸ πολλὲς θρησκευτικὲς μειονότητες παρουσιάζονται μὲ ὑποτιμητικὸ τρόπο. Ἰσχυρίζεται ἐπίσης ὅτι συχνὰ οἱ μαθητὲς κρύβουν τὴ θρησκευτική τους δέσμευση γιατί φοβοῦνται ὅτι θὰ στιγματιστοῦν ἂν τὴν ἀποκαλύψουν στὶς σχολικὲς ἀρχές.
Οἱ ἀπόψεις αὐτές, ποὺ διατυπώθηκαν μετὰ τὶς ἀποφάσεις τοῦ ΣΤΕ τὸ 2018, ἀποκαλύπτουν τὴν ἀγωνία καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τῶν πολεμίων τοῦ μαθήματος. Ἡ Ὀρθοδοξία ὡς πίστη τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἐπικίνδυνη καὶ πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ στὸ περιθώριο τῆς παιδείας καὶ τῆς κοινωνίας. Καμμία ἀναφορὰ σὲ παραθρησκεῖες, ὅπως ἡ σαϊεντολογία, ποὺ ἔχουν καταδικαστεῖ ἐπανειλημμένα ἀπὸ τὰ δικαστήρια εὐρωπαϊκῶν χωρῶν. Ἐξαναγκασμὸς τῶν καθηγητῶν σὲ οὐδετερότητα ὅπως ἀκριβῶς προβλέπει ὁ Ὁδηγὸς Ἐκπαιδευτικοῦ ποὺ γράφει ὅτι «δὲν ὑφίσταται καμιὰ ἰδιαίτερη, θρησκευτικοῦ χαρακτήρα προϋπόθεση γιὰ νὰ διδάξει ἕνας δάσκαλος τὸ ΜτΘ. Μᾶλλον ὡς ἀπευκταῖες θὰ πρέπει νὰ θεωροῦνται τέτοιες προδιαθέσεις. Ἕνας ἄθρησκος ἢ ἀγνωστικιστὴς ἢ ἀδιάφορος μπορεῖ νὰ διδάξει μὲ ἐπιτυχία τὸ ΜτΘ ὅπως καὶ ἕνας θρησκευόμενος» (ΟΕ, 268). Διδασκαλία τοῦ  διαθρησκειακοῦ προγράμματος ὄχι ἀπὸ θεολόγους ἀλλὰ ἀπὸ οὐδέτερους, κατὰ προτίμηση ἄθεους ἢ ἄθρησκους, «θρησκειοπαιδαγωγούς». Αὐτοὶ μπορεῖ νὰ βρεθοῦν ἀπὸ τοὺς ἀποφοίτους ἄλλων Σχολῶν μὲ συναφὲς περιεχόμενο καὶ νὰ ἐκπαιδευτοῦν κατάλληλα,  ὥστε νὰ μὴν ἀλλοιώνουν τὸ οὐδέτερο μάθημα, ὅπως οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι.
Ἐπιπρόσθετα, τὸ ἵδρυμα ἀπευθύνει τὴν κατηγορία γιὰ  στιγματισμὸ τῶν ἀπαλλασσόμενων μαθητῶν χωρὶς καμιὰ τεκμηρίωση καὶ χωρὶς νὰ παρουσιάζει καταγγελίες ἢ περιστατικὰ ὅτι συνέβη κάτι τέτοιο. Οἱ ἐτήσιες ἐκθέσεις τοῦ ἁρμόδιου Συνήγορου τοῦ Πολίτη δὲν περιέχουν καμιὰ τέτοια καταγγελία. Ἐξάλλου εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, ἔχουν προσφύγει πολλὲς φορὲς στὰ δικαστήρια γιὰ ζητήματα διακρίσεων, ποτὲ ὅμως γιὰ διακρίσεις στὸ χῶρο τοῦ Σχολείου ἢ σχετικὰ μὲ τὶς ἀπαλλαγές.

2. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση

Οἱ προτάσεις τῶν Νομικῶν Συμβούλων τοῦ Κράτους γιὰ τὸ ζήτημα ποὺ ἐκδικάστηκε χαρακτηρίζονται ἀπὸ σκόπιμες ἀντιφάσεις. Συνοπτικά:
α. Ἰσχυρίζονται ἀνακριβῶς ὅτι ἡ ἐγκύκλιος τῶν ἀπαλλαγῶν 23/01/2015 (ἀριθ. πρωτ.: 12773/Δ2) δὲν παρέχει τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως ὡς πρὸς τὴ σοβαρότητά της στὸν Διευθυντὴ τοῦ Σχολείου ἐνῶ ἡ ἐγκύκλιος ἐφιστᾶ τὴν προσοχὴ στοὺς Διευθυντὲς τῶν σχολικῶν μονάδων «νὰ ἐλέγχουν τὴν τεκμηρίωση τῶν προβαλλόμενων λόγων».
β. Ἐνῶ ἀναφέρουν ὅτι οἱ γραπτὲς δηλώσεις ὑπάγονται στὸ νόμο γιὰ τὴν προστασία τῶν προσωπικῶν δεδομένων, παρακάτω ἰσχυρίζονται ὅτι αἰτήσεις γιὰ ἀπαλλαγὴ ἔχουν κατατεθεῖ ἀπὸ Ὀρθόδοξους γονεῖς ποὺ δηλώνουν, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι τὸ Πρόγραμμα καὶ ὁ τρόπος διδασκαλίας δὲν εἶναι ὀρθόδοξα.
γ. Ἐνῶ σημειώνουν ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει τὴν ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν ὀρθοδόξων μαθητῶν συγχρόνως λένε ὅτι τὸ ἰσχῦον πρόγραμμα εἶναι πλουραλιστικό, μὴ ὁμολογιακὸ καὶ ὄχι ἀποκλειστικὰ γιὰ τοὺς ὀρθόδοξους.
δ.Ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ δήλωση «δὲν εἶμαι ὀρθόδοξος», δὲν ἔχει οὐσιαστικὴ σημασία ἀφοῦ τὸ μάθημα δὲν εἶναι ὀρθόδοξο, ἀλλὰ ὑπάρχει γιὰ νὰ «ἀποτρέπει τὴν παραβίαση τοῦ Συντάγματος, ἐπειδὴ γιὰ τοὺς μὴ ὀρθοδόξους τὸ κράτος δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωση νὰ ἀναπτύσσει τὴ θρησκευτική τους συνείδηση».
Ἀπὸ τὰ παραπάνω συνάγεται ὅτι ἡ κυβέρνηση ὁμολογεῖ ἐνώπιον τοῦ ΕΔΔΑ ὅτι μὲ τὸ ἰσχῦον Πρόγραμμα παραβιάζει τὸ Σύνταγμα καὶ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν ὀρθοδόξων μαθητῶν, ἀφοῦ ἐφαρμόζει ἕνα Πρόγραμμα ποὺ δὲν εἶναι ὀρθόδοξο παρὰ τὶς συνταγματικὲς καὶ νομικὲς πρόνοιες. Πὰρ΄ ὅλα αὐτὰ διατηρεῖ στὴ δήλωση ἀπαλλαγῆς τὸ «δὲν εἶμαι ὀρθόδοξος» γιὰ νὰ ὑποχρεώνει τοὺς ὀρθοδόξους μαθητὲς νὰ παρακολουθοῦν το μὴ ὀρθόδοξο πρόγραμμα, ἀφοῦ τὸ μάθημα εἶναι ὑποχρεωτικό. Ὁμολογουμένως, εὑρηματικὴ ἡ ἐπιχειρηματολογία! Ταυτόχρονα, προβάλλει ἀνακριβεῖς ἰσχυρισμοὺς καὶ δὲν ἀπαντᾶ καθόλου στὴν αἰτίαση ὅτι ἡ ὑπεύθυνη δήλωση τοῦ ν. 1599 παραβιάζει τὰ δικαιώματα τῶν μαθητῶν ποὺ ζητοῦν ἀπαλλαγή.

3. Οἱ πραγματικὲς ἐπιδιώξεις

Αὐτὲς οἱ φαινομενικὰ ἀντίθετες καὶ ἀντιφατικὲς προτάσεις κατατέθηκαν γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν ἕνα κοινὸ σκοπό. Νὰ ὁδηγήσουν τὸ δικαστήριο νὰ ἐκφέρει κάποια θετικὴ κρίση γιὰ τὸ ἰσχῦον Πρόγραμμα Σπουδῶν, γιὰ νὰ τὴ χρησιμοποιήσουν ὡς πρόσχημα διατήρησης τῶν καταργημένων Προγραμμάτων. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ σιωπὴ τῆς Ὑπουργοῦ Παιδείας γιὰ τὸ θέμα, ἡ ὁποία ἐνῶ κατήργησε ἄμεσα τὸ θρήσκευμα ἀπὸ τὰ ἀπολυτήρια ἀποφεύγει νὰ πεῖ τί θὰ κάνει μὲ τὴν πολὺ σοβαρότερη παραβίαση τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας τῶν μαθητῶν. Ὅμως, ἡ ἀπόφαση τοῦ δικαστηρίου δὲν δικαίωσε τὶς προσδοκίες τῶν ἀποδομητῶν. Τὸ ΕΔΔΑ ἀφοῦ συσκέφθηκε στὶς 24/9, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἔκδοση τῶν πρόσφατων ἀποφάσεων 1749 καὶ 1751/2019 τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀποφάσισε ὅτι «γιὰ τὰ περιστατικὰ τῆς ὑπόθεσης, αὐτὸ καθαυτὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν δὲν συνδέεται εὐθέως μὲ αὐτὸ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὸ μάθημα καὶ τὸ Δικαστήριο δὲν θὰ τὸ ἐξετάσει ξεχωριστά». Ἀποδέχεται  στὴ συνέχεια τὴν ὑποχρεωτικότητα τοῦ μαθήματος καὶ τὴ δυνατότητα ἐξαίρεσης τῶν ἑτερόδοξων, ἀλλόδοξων καὶ ἄθρησκων. Ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφαση ἀφορᾶ μόνο τὴ διαδικασία τῆς ἀπαλλαγῆς μὲ ὑπεύθυνη δήλωση τοῦ ν. 1599/1986, ἐπειδή, στὴν περίπτωση ποὺ ὁ διευθυντὴς τὴ θεωρήσει ἀναξιόπιστη, πρέπει νὰ καταγγείλει τοὺς γονεῖς στὸν Εἰσαγγελέα, ἀφοῦ ἡ ψευδὴς δήλωση συνιστᾶ ποινικὸ ἀδίκημα. Αὐτὴ ἡ διαδικασία λέει τὸ ΕΔΔΑ ἀποτελεῖ ὑπερβολικὸ βάρος γιὰ τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς ὑποχρεώνει σὲ δεύτερο χρόνο νὰ ἀποκαλύψουν τὶς θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Κατὰ συνέπεια τὸ δικαστήριο ἐπιτάσσει τὴ μετατροπὴ τῆς ὑπεύθυνης δήλωσης σὲ ἁπλῆ. Δὲν ἀναφέρεται στὸ περιεχόμενο τῆς δήλωσης καὶ δὲν ἀποδέχεται τὶς ὑπόλοιπες αἰτιάσεις σχετικὰ μὲ τὴ διατήρησή της στὸ ἀρχεῖο τοῦ σχολείου.

Ἡ κινητοποίηση ὅλων των ἀποστόλων τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ ἐναντίον τοῦ ΜτΘ καὶ τῶν ὀρθόδοξων θεολόγων ἀποδεικνύει τὴ σημασία τῶν πέντε πρόσφατων δικαστικῶν ἀποφάσεων, ποὺ ἑρμηνεύουν αὐθεντικὰ τὴ βούληση τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτη καὶ ἀπηχοῦν ἀπόλυτα τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ. Ἡ ἐφαρμογή τους εἶναι ζήτημα δημοκρατίας τὴν ὁποία κάποιοι προσπαθοῦν νὰ ὑπονομεύσουν καὶ μάλιστα μὲ κρατικὴ χρηματοδότηση. Παριστάνοντας τοὺς προστάτες τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τῶν μειονοτήτων, ἐργάζονται γιὰ νὰ ἐπιβάλλουν μὲ αὐταρχικὸ τρόπο στὴν πλειοψηφία τὶς ἰδεοληψίες τους, μὲ τὶς ὁποῖες, ὅπως τόνισε τὸ ΣτΕ, ἐπιχειρεῖται ὁ κλονισμὸς καὶ ἡ μεταβολὴ τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς συνείδησης τῶν μαθητῶν.

Ὑποσημειώσεις
1. Ἡ ἀπόφαση ἐκδόθηκε στὶς 31/10/19. Στὸ σύνδεσμο: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22documentcollectionid2%22:[%22GRANDCHAMBER%22,%22CHAMBER%22],%22itemid%22:[%22001-197254%22]}
2.  https://el.wikipedia.org/wiki/ Ἑλληνικὸ Παρατηρητήριο τῶν Συμφωνιῶν τοῦ Ἐλσίνκι: Τὸ Ἑλληνικὸ Παρατηρητήριο τῶν Συμφωνιῶν τοῦ Ἐλσίνκι, συντομογραφικὰ ΕΠΣΕ, ἀποτελεῖ ἑλληνικὴ μὴ κυβερνητικὴ ὀργάνωση (ΜΚΟ). Πρόκειται γιὰ τὸ ἑλληνικὸ τμῆμα τῆς Διεθνοῦς Ὁμοσπονδίας Ἐλσίνκι γιὰ τὰ Ἀνθρώπινα Δικαιώματα (International Helsinki Federation for Human Rights), ἡ ὁποία ἔχει ὡς σκοπὸ τὴν ὑποστήριξη καὶ τὴ δημοσιοποίηση τῶν ἀρχῶν τῆς τελικῆς πράξης τῆς Διάσκεψης γιὰ τὴν Ἀσφάλεια καὶ τὴ Συνεργασία στὴν Εὐρώπη, ποὺ ὑπογράφτηκε στὸ Ἐλσίνκι τῆς Φινλανδίας τὸν Αὔγουστο τοῦ 1975, γνωστὲς καὶ ὡς «Συμφωνίες τοῦ Ἐλσίνκι». Ἡ Διεθνὴς Ὁμοσπονδία Ἐλσίνκι γιὰ τὰ Ἀνθρώπινα Δικαιώματα χρεοκόπησε λόγω οἰκονομικοῦ σκανδάλου καὶ διαλύθηκε τὴν 27η Νοεμβρίου τοῦ 2007. Ὁ πρώην οἰκονομικὸς διευθυντής της, Αὐστριακὸς Rainer Tannenberger, καταδικάστηκε σὲ φυλάκιση τριῶν ἐτῶν γιὰ ὑπεξαίρεση 1,2 ἑκατομμυρίου εὐρώ.
3.  ΣτΕ, 660/18, σκ.12.