Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2020


π. Βασιλείου Θερμοῦ
«Ἡ πίστη καὶ ἡ ἐπιμέλεια τοῦ ἑαυτοῦ»
Καθημερινὴ 16.2.2020


Οἱ περιπέτειες τῆς θρησκευτικῆς πίστης ἀκολούθησαν τὴν πορεία τοῦ ἀτόμου, κατὰ τὰ τρία στάδια τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Γιὰ πολλοὺς αἰῶνες παραμένει ὑποταγμένο στὶς διάφορες συλλογικότητες (οἰκογένεια, χωριό, θρησκευτικὴ κοινότητα). Ὅταν ὁ Διαφωτισμὸς εἰσέρχεται στὸ προσκήνιο, τὸ ἄτομο ἀνακαλύπτει τὴν ἀχανῆ ἐνδοχώρα του (ἐπιθυμίες, ἀσυνείδητο, στοχασμός). Καί, ἐδῶ καὶ μερικὲς δεκαετίες, στὴν ἐποχὴ τῆς Μετανεωτερικότητας, τὸ δυτικὸ ἄτομο καταναλώνει, ἰδιωτεύει, ἀπολαμβάνει, ἀντιφάσκει ἀνενόχλητο, συλλέγει ἐμπειρίες.
Ἔτσι, ἡ πίστη στὸν Θεὸ ἦταν ἀναντίρρητη στὴν Προνεωτερικὴ κοινωνία, ὅπου δὲν ὑπῆρχαν ἄθεοι. Κατὰ τὴ Νεωτερικότητα ἀνθεῖ ὁ ὀρθολογισμός: «Εἶναι ἡ θρησκευτικὴ πίστη συμβατὴ μὲ τὴ λογική;». Κάποιοι ἀπάντησαν μὲ τὴν ἀθεΐα, ἐνίοτε μαχητικὴ καὶ δολοφονική. Στὴ Μετανεωτερικότητα ἀλλάζει τὸ κλίμα: «Πολὺ καλὸ πράγμα ἡ πίστη. Δὲν ἔχει σημασία ποῦ πιστεύετε, ἀρκεῖ νὰ πιστεύετε, ἂν αὐτὸ σας βοηθᾶ ψυχολογικά, ἂν σᾶς δίνει ἠρεμία καὶ νόημα ζωῆς». Γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει μειωθεῖ αἰσθητὰ ἡ ἀθεΐα, μὲ τὴν συνακόλουθη εἰρωνεία καὶ ἀπαξίωση. Στὴν ἐποχή μας εὐνοεῖται ἡ ἀτομικὴ σύνθεση τοῦ «πιάτου» ἀπὸ τὸν πλούσιο «μπουφὲ» τῶν θρησκευτικῶν πίστεων. Ἡ ἀλήθεια στὴν Προνεωτερικὴ κοινωνία εἶναι ἀναμφισβήτητη. Στὴ Νεωτερικὴ ἀμφισβητήσιμη. Στὴ Μετανεωτερικὴ ἀδιάφορη.
Αὐτὸ ποὺ παρουσιάζει ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι τὶς ἐξελίξεις αὐτὲς τὶς παρατηροῦμε κυρίως στὴ χριστιανικὴ πίστη. Ὅσο καὶ ἂν ἐμφανίζονται καὶ στὶς ἄλλες θρησκεῖες διερωτήσεις, ἐσωτερικὲς κρίσεις, ἀποκλίσεις κατὰ μῆκος τοῦ φάσματος «συντηρητικότητα-προοδευτικότητα», δὲν φαίνεται νὰ παρουσιάζουν τὶς πλούσιες ἀποχρώσεις τῆς πορείας τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴ Δύση.
Ὁ Διαφωτισμὸς ἀναπτύχθηκε κατ’ ἐξοχὴν ὡς ἐπίκριση καὶ ἀπόρριψη τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ ἀμφιβολία γιὰ τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια τῶν θρησκευτικῶν γεγονότων συναγωνιζόταν σὲ ἔνταση τὸ ἐρώτημα ἂν ἡ πίστη εἶναι συμβατὴ μὲ τὴν ἐλεύθερη ἀνάπτυξη τῆς λογικῆς. Ἀλλὰ καὶ σήμερα ὁ θρησκευτικὸς συγκρητισμὸς ὑφαίνει τὴν ἐξατομικευμένη σύνθεσή του πάνω σε χριστιανικὸ καμβά, ὅπου προσθέτει στοιχεῖα, τόσο ἀπὸ ἄλλες θρησκεῖες, ὅσο καὶ ἀπὸ ἄθεες θρησκευτικὲς πίστεις, ὅπως δυτικὲς ἐκδοχὲς τοῦ Βουδισμοῦ γνωστὲς ὡς «Νέα Ἐποχή». Ποῦ ὀφείλεται αὐτὴ ἡ ξεχωριστὴ θέση τοῦ Χριστιανισμοῦ; Εἶναι ἀποτέλεσμα ἱστορικῆς συγκυρίας ὅτι ἡ γέννηση τῆς Νεωτερικότητας ἔλαβε χώρα στὴ χριστιανικὴ Εὐρώπη καὶ κατόπιν ἐξήχθη σὲ ἄλλες κουλτοῦρες; Ἢ μήπως ὑπάρχει κάτι ἐγγενὲς στὸν Χριστιανισμό, τὸ ὁποῖο διευκολύνει τὴν ἀνάδυση τοῦ ἀτόμου, προσφέρει τὶς κατάλληλες συνθῆκες γιὰ ἀμφισβήτηση, καὶ ἀποτελεῖ πρόσφορο ἔδαφος γιὰ τὴν ἴδια τὴν ὑπονόμευσή του;
Τὸ ἰδιάζον χαρακτηριστικὸ τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς πρoδρόμου τῆς Νεωτερικότητας ἀναπτύσσεται στὸ βιβλίο τοῦ Φρεντερὶκ Λενουὰρ «Ὁ Χριστὸς φιλόσοφος». Πράγματι, ἡ ἱκανότητα μιᾶς θρησκείας νὰ ἐπιτρέπει τὴν ἀνανέωση, ἀναθεώρηση, ἀκόμη καὶ ἀμφισβήτησή της, μαρτυρεῖ γιὰ τὴν ποιότητά της. Ποιὸ εἶναι σήμερα τὸ στίγμα τοῦ θρησκεύοντος δυτικοῦ ἀνθρώπου; Ποιὲς ἐπιδράσεις τῶν τριῶν σταδίων διασώζονται; Ὑπάρχει ἀμιγὴς τύπος ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖ;
Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πολύπλοκο πλάσμα γιὰ νὰ κλεισθεῖ σὲ σχήματα. Οἱ περισσότεροι τῶν σύγχρονων θρησκευόντων δυτικῶν ἀνθρώπων συμπεριφέρονται πρωτίστως ὡς Νεωτερικοί. Στοχάζονται ἐλεύθερα, θεωροῦν αὐτονόητη τὴν ἐπιλογὴ συντρόφου καὶ ἐπαγγέλματος, διεκδικοῦν ἀπὸ τοὺς θεσμοὺς ὅσα τοὺς προσπορίζει ἡ ἰδιότητα τοῦ πολίτη, ἀπολαμβάνουν ὡς δεδομένη τὴ θρησκευτική τους ἐλευθερία. Τὴν ἴδια στιγμή, ὅμως, ἐνδέχεται νὰ ὑποκύπτουν στὶς σειρῆνες τοῦ καταναλωτισμοῦ, νὰ πέφτουν θύματα τῆς κοινωνίας τοῦ θεάματος, νὰ ὑπόκεινται σὲ ἐθισμούς, νὰ ἀναγορεύουν τὰ συναισθήματα καὶ τὶς ἐπιθυμίες τους (ἀκόμη καὶ θρησκειοποιημένα!) σὲ κεντρικὸ κριτήριο τῆς ἠθικῆς τους. Ἔτσι ἐνσωματώνουν Μετανεωτερικὰ στοιχεῖα στὸν Νεωτερικὸ «φέροντα ὀργανισμό». Ἀλλὰ πολλῶν ἡ πίστη εἶναι ἀνεξέταστη. Δὲν ἔχουν ἐπιτρέψει στὸν ἑαυτό τους νὰ διερωτηθοῦν ἂν καὶ πῶς τὴ συνδέουν ὑπαρξιακὰ μὲ τὴν προσωπικότητά τους. Αὐτὸ ποὺ παρέλαβαν ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους ἢ ἀπὸ τὴν κοινότητα δὲν τὸ ἔχουν πολιτογραφήσει ὡς δικό τους, ἐνσωματωμένο στὴν ψυχική τους ταυτότητα μὲ συνέπεια. Ἂς μὴν ἀναφέρουμε καὶ τὶς προλήψεις, δεισιδαιμονίες, καὶ ἰδιωτικὲς θεολογίες ποὺ κακοποιοῦν τὴν ἀλήθεια. Προνεωτερικὰ ἀπολιθώματα ἐξακολουθοῦν νὰ ἐπηρεάζουν τὴ θρησκευτικότητα.
Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας πολλαπλὰ πολιτισμικὰ στρώματα συνυπάρχουν στὸν ψυχισμὸ ὡς ὑπέδαφος τῆς πίστης. Τί μπορεῖ νὰ γίνει; Πρέπει κάτι νὰ γίνει; Ἐδῶ ἡ στόχευση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ τοῦ κοσμικοῦ προβληματισμοῦ (πρέπει νὰ) συμπίπτουν. Τὸ αἴτημα γιὰ συνεχῆ ἐξυγίανση τῆς πίστης νομιμοποιεῖται, τόσο γιὰ τὴ θρησκεία (ἡ ὁποία ξέρει νὰ διακρίνει καλὰ μεταξὺ ὑγιοῦς καὶ νοσηρῆς θρησκευτικότητας) ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἐκκοσμικευμένο στοχαστή (ὁ ὁποῖος προσδοκᾶ νὰ βλέπει γύρω του μιὰ πίστη ἔντιμη στὸ ἐσωτερικό της καὶ ἐποικοδομητικὴ στὴ δράση της).
Τὸ ποτάμι δὲν γυρίζει πίσω – δὲν θὰ ἐπιστρέψουμε στὴν Προνεωτερικότητα. Παρ’ ὅλο ποὺ οἱ κατακτήσεις τῆς Νεωτερικότητας ἀποδεικνύονται εὐάλωτες, θὰ παραμένουν ἐπιθυμητὸς στόχος στὶς σύγχρονες κοινωνίες. Ἐξ αὐτοῦ προκύπτει ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς χρειάζεται νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί της, ἂν θέλει νὰ μιλήσει τὴ γλώσσα τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Αὐτὸ συνεπάγεται διευκόλυνση τοῦ στοχασμοῦ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, περισσότερη ἐνσωμάτωση τῆς Θεολογίας στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ἐφευρετικότητα ὡς πρὸς τὴ συμμετοχικότητα τῶν πιστῶν.
Ἀλλὰ σὲ πεῖσμα τῶν ἐπικρατούντων στερεοτύπων θὰ ὑποστηρίξω ὅτι καὶ ἡ Μετανεωτερικότητα πρέπει νὰ προσεχθεῖ. Μὲ κίνδυνο νὰ ἐκπλήξω μερικούς, θὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἔχει νὰ συνεισφέρει μιὰ ὑπαρξιακὴ ἐξέλιξη τῆς θρησκευτικῆς πίστης, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος οἰκειώνεται τὴν ἀλήθεια, ὄχι ὡς ἐξωτερικὸ «ροῦχο» πρὸς τὸ ὁποῖο ὀφείλει νὰ συμμορφωθεῖ, ἀλλὰ ὡς συνηχοῦσα μὲ τὴν ἐσωτερική του ἀλήθεια. Καὶ ἡ χριστιανικὴ πίστη διαθέτει αὐτὴ τὴ δυνατότητα ἐξατομίκευσης, ὅπως ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς μπόρεσε νὰ γίνει μικρὸς ἄνθρωπος ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι Μεγάλος. Ἡ συνύπαρξη στὸ ψυχικὸ τοπίο ἑτερόκλητων στοιχείων, τὰ ὁποῖα συνήθως παραμένουν στεγανοποιημένα μεταξύ τους, περιμένει ἑνοποίηση. Οἱ ψυχικὲς διασπάσεις, οἱ ὁποῖες εὐνοοῦνται ἀπὸ τὴ Μετανεωτερικότητα, λειτουργοῦν ὡς εἰδωλολατρία. Μὲ ἄλλα λόγια, δημιουργοῦν πολλὰ «ἔκτοπα» κέντρα στὸν ψυχικὸ κόσμο, ποὺ τὸ καθένα διατηρεῖ μιὰ σχετικὴ αὐτονομία. Κάτι χειρότερο: τὰ κέντρα αὐτὰ δὲν ἀρκοῦνται στὴν ἄσκηση ἐπιρροῆς καὶ στὴ διεκδίκηση τῶν ἀπαιτήσεών τους, ἀλλὰ προσφέρουν θυσία στὸν «θεό» τους τὸ καθένα. Ἡ μονοθεΐα σήμερα περνᾶ βαριὰ ψυχολογικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ κρίση.
Οἱ ψυχικὲς συγκρούσεις καὶ ἀντιφάσεις, – τὰ ποικίλα στεγανὰ δηλαδὴ τοῦ ψυχικοῦ κόσμου –, ἔχουν προσελκύσει ἐξαρχῆς τὴ φροντίδα τῶν σημαντικῶν «σχολῶν» τῆς ψυχοθεραπείας. Συχνὰ οἱ θεραπευτὲς ἀνακαλύπτουν ὅτι αὐτὰ τὰ στεγανὰ δημιουργήθηκαν ἀπὸ μιὰ παθολογικὴ ἀνάγκη ἐλέγχου, μὲ ἄλλα λόγια, ἐπειδὴ τὸ ἄτομο δυσκολεύεται νὰ ἐμ-πιστευθεῖ. Ἡ πίστη ἔτσι ἀναδύεται ὡς ἀποτελεσματικὴ καὶ ἀναγκαία συνθήκη τῆς ἐπιμέλειας ἑαυτοῦ.

* Ὁ πατὴρ Βασίλειος Θερμὸς εἶναι ἀναπληρωτὴς καθηγητὴς τῆς Ἀνώτατης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, καθὼς καὶ ψυχίατρος παιδιῶν καὶ ἐφήβων.
Ἐπιμέλεια: ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ