Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Γιάννη Τσέντου, Ἀπό τόν Παγανισμό στόν Χριστιανισμό. Ἡ τύχη τῶν ἀρχαίων μνημείων



ΓΙΑΝΝΗ Κ. ΤΣΕΝΤΟΥ


ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΓΑΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ
Η ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ

Ἀκτῖνες (2009) 266-280, 297-303


          Ἡ πρόσφατη ἀντιδικία τοῦ σκηνοθέτη Κώστα Γαβρᾶ μὲ τὴ διοίκηση τοῦ νέου Μου­σείου τῆς Ἀκρόπολης ἔφερε στὴν ἐπικαιρότητα τὸ θέμα τῆς τύχης τῶν ἀρχαίων ἑλ­λη­νικῶν μνημείων μετὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ.  Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, δια­τυ­πώθηκαν σοβαρότατες κατηγορίες κατὰ τῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖες μάλιστα ἐμ­φα­νί­σθη­καν περίπου ὡς ἀναντίρρητη ἱστορικὴ ἀλήθεια.  Οἱ κατηγορίες εἶναι σαφεῖς:  Οἱ χρι­στιανοὶ ἐμφανίζονται νὰ ἔχουν σπάσει ἀγάλ­ματα, νὰ ἔχουν γκρεμίσει ναούς, νὰ ἔ­χουν πυρπολήσει καὶ λεηλατήσει τὰ ἀρ­χαῖα ἱερά, νὰ ἔχουν ἐπιδείξει μία πρωτοφανῆ πε­ριφρόνηση γιὰ τὴ μοναδικὴ ἀξία τόσων καὶ τόσων μνημείων. Ἡ συστηματικὴ κα­τα­στρο­φὴ τῶν ἀρχαίων μνημείων ἐμφανίζεται νὰ ἀποδεικνύει περίτρανα τὴν ἱστορικὴ σύγ­κρουση ἑλ­ληνισμοῦ καὶ χριστιανισμοῦ, καὶ πείθει ὅτι ἑλληνισμὸς καὶ χριστιανισμὸς εἶ­ναι στὴν πραγματικότητα στοιχεῖα ἐκ φύσεως ἀντιφατικὰ καὶ πολέμια.  Καὶ τὸ χει­ρό­­τερο, τὸ ἔγκλημα τοῦ χριστιανισμοῦ δὲν φαίνεται νὰ εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον ἕνα ἔγ­κλη­μα σὲ βάρος τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ κἄτι πολὺ χειρότερο: ἕνα ἔγκλημα σὲ βάρος τοῦ πολιτισμοῦ.

Ἡ θρησκεία τῶν πεπαιδευμένων καὶ ἡ θρησκεία τῶν ἀπαιδεύτων
          Πρὶν περάσουμε στὸ κυρίως θέμα μας, τὴν τύχη τῶν ἀρχαίων μνημείων κατὰ τὴν περίοδο τῆς μετάβασης ἀπὸ τὸν χριστιανισμὸ στὸν παγανισμό, δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ παρατηρήσουμε μὲ θλίψη ὅτι ἡ εἰκόνα ποὺ ἔχουμε γιὰ τὴν ἐπίμαχη περίοδο εἶναι συ­χνὰ τραγικὰ παραμορφωμένη ἀπὸ ὑπεραπλουστευτικὲς σχηματοποιήσεις, ἰδε­ο­λη­ψί­ες καὶ μύθους, ποὺ ἐκλαμβάνονται ὡς αὐτονόητη ἱστορικὴ πραγματικότητα. Ἡ ἀνα­φο­ρὰ σὲ μία τέτοια παραμορφωτικὴ σχηματοποίηση ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὴν κα­τα­νόηση τῆς ἐπίμαχης περιόδου.
          Συνήθως θεωροῦμε ὡς δεδομένο ὅτι οἱ τελευταῖοι πιστοὶ τοῦ ἀρχαίου θρη­σκεύ­μα­τος πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν σὲ κάποιους κύκλους διανοουμένων, σὲ ρομαντικοὺς φι­λο­σόφους ἢ ἄλλους πνευματικοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἀρνοῦνταν νὰ δεχθοῦν ὅτι ἡ συ­νυ­φα­σμένη μὲ τὸν ὑπέρλαμπρο πολιτισμὸ τοῦ παρελθόντος θρησκεία ἦταν πλέον νεκρή.  Στὰ μάτια αὐτῶν, ὁ χριστιανισμὸς δὲν ἦταν παρὰ μιὰ ἀφελὴς πίστη τῶν ἀπαιδεύτων καὶ ἀμαθῶν.
          Ὅσο αὐτονόητα καὶ ἂν μοιάζουν τὰ παραπάνω, ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια εἶναι πολὺ δια­φορετική.  Τὸ ἴδιο τὸ ἱστορικὸ προσωνύμιο τῆς εἰδωλολατρίας ἀποκαλύπτει τὴν ἱστο­ρικὴ ἀλήθεια.  Πιὸ συγκεκριμένα, σὲ διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορα Οὐ­α­λεν­τι­νια­νοῦ μὲ ἡμερομηνία τὴν 17η Φεβρουαρίου 370,[1] ἡ εἰδωλολατρία ἀποκλήθηκε γιὰ πρώτη φο­ρὰ θρησκεία τῶν “paganorum”, καὶ στὸ ἑξῆς ἐπικράτησε νὰ ὀνομάζεται «παγανισμός».  Αὐ­τὴ ἡ νέα ὀνομασία σηματοδοτεῖ μία μεγάλη στροφή: ἡ λέξη “pagani” στὴ λατινικὴ ση­μαίνει τοὺς χωρικούς· ἄρα, “pa­ganismus” ἢ θρησκεία τῶν “paganorum” σημαίνει «θρη­σκεία τῶν χωρικῶν».
          Οἱ ὑποδηλώσεις αὐτῆς τῆς ὀνομασίας ἀποκαλύπτουν τὴν πλάνη στὴν ὁποία συ­νή­θως βρισκόμαστε. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Robert Browning, ὁ χριστιανισμὸς κατὰ τοὺς πρώ­τους τρεῖς αἰ­ῶνες τῆς ὑπάρξεώς του ἦταν μία κατὰ βάσιν «ἀστική» θρησκεία, ἡ ὁ­ποί­α ἐξα­πλω­νόταν ἀπὸ πόλη σὲ πόλη παρακάμπτοντας τὴν ἐνδιάμεση ὕπαιθρο, μὲ ἀπο­­τέ­λε­σμα τὸν τέταρτο αἰῶνα μεγάλο μέρος τῆς ὑπαίθρου νὰ βρίσκεται ἀκόμη μα­κριὰ ἀπὸ τὸν χριστιανισμό.[2]  Κατὰ τὴν Ἀνα­στασία Βακαλούδη, ἐξάλλου, ἡ ὀνομασία «πα­γανισμός» ὑπο­δηλώνει πὼς ἡ «θρησκεία τῶν χωρικῶν» στερεῖτο πλέον ἐπίσημης ὑπό­­στα­σης.[3]  Τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ὅμως δὲν εἶναι αὐτό.  Τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ νέα ὀνομασία ση­μα­το­δοτεῖ μία ραγδαία ἀντιστροφὴ τῆς παλαιᾶς σχέσεως ἀνά­με­σα στὸν χρι­στια­νι­σμὸ καὶ τὸν παλαιὸ κόσμο.  Παλαιότερα, δηλαδή, οἱ μορ­φω­μέ­νοι ἐθνι­κοὶ πράγ­μα­τι ἔβλεπαν τὸν χριστιανισμὸ ὡς μιὰ ἀφελῆ καὶ δεισιδαίμονα πί­στη τῶν ἀ­παι­­δεύ­των καὶ τῶν ἀμαθῶν· ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ τετάρτου αἰῶνα καὶ ἑξῆς, ἀντίθετα, εἶ­ναι πλέον οἱ χριστιανοὶ ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν τὴν εἰδωλολατρία ὡς μιὰ ἀφελῆ καὶ δει­σι­­δαί­μο­να θρησκεία τῶν χωρικῶν καὶ τῶν ἀπαιδεύτων, οἱ ὁποῖ­οι βρίσκονταν μακριὰ ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τῆς παιδείας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ.
          Οἱ σχηματοποιήσεις εἶναι συνήθως ὑπεραπλουστευτικὲς καὶ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Ἂν ὅμως, παρὰ ταῦτα, ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ δοῦμε τὴ σύγκρουση χρι­στιανισμοῦ καὶ παγανισμοῦ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ τετάρτου αἰῶνα καὶ ἑξῆς ὡς σύγ­κρου­ση μιᾶς θρησκείας πεπαιδευμένων καὶ μιᾶς θρησκείας ἀπαιδεύτων, τότε θὰ ἦταν πολὺ πιὸ κοντὰ στὴν ἀλήθεια νὰ δοῦμε τὸν χριστιανισμὸ ὡς θρησκεία τῶν πεπαιδευμένων, καὶ τὸν παγανισμὸ ὡς θρησκεία τῶν ἀπαιδεύτων...
          Τὰ παραπάνω ἀρκοῦν, ἂν μή τι ἄλλο, νὰ μᾶς κάνουν νὰ εἴμαστε πολὺ προ­σε­κτι­κοί στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπουμε τὴ σύγκρουση χριστιανισμοῦ καὶ πα­γα­νι­σμοῦ, ὥστε νὰ ἀποφύγουμε νὰ ἐγκλωβισθοῦμε σὲ ὑπεραπλουστικὲς καὶ πα­ρα­μορ­φω­τι­κὲς τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας σχηματοποιήσεις. Ἐπιδεικνύοντας λοιπὸν τὴ δέουσα προ­σο­χή, θὰ δοῦμε ἀκολούθως: α) τὸ θέμα τῆς καταστροφῆς τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, καὶ β) τὸ θέμα τῆς τύχης τῶν ἀρχαίων ἱερῶν κατὰ τὴ μετάβαση ἀπὸ τὸν παγανισμὸ στὸν χριστιανισμό.

Ἡ τύχη τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων στὰ χέρια τῶν χριστιανῶν
          Τὸ θέμα τῆς τύχης τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων μᾶς ἔχει ἀπασχολήσει καὶ ἄλλες φο­ρὲς στὸ παρελθόν,[4] καὶ ἔτσι μοιραῖα θὰ ἐπαναλάβουμε ἐδῶ ἐπισημάνσεις ποὺ ἔχουμε ἤδη κάνει. Ἂς μᾶς συγχωρεθοῦν αὐτὲς οἱ ἐπαναλήψεις. Ἄλλωστε, ὅπως διαβάζουμε στὸν Στοβαῖο, καὶ ὁ Σωκράτης, ὅταν κάποτε ὁ σοφιστὴς Ἱππίας τοῦ παρατήρησε σκω­πτι­κὰ ὅτι ἔλεγε τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια, ἀπάντησε ὅτι δὲν ἔλεγε ἁπλῶς τὰ ἴδια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ἴδια πράγματα, καὶ τὸν ρώτησε ἂν ἐκεῖνος ἔδινε διαφορετικὴ ἀπάντηση, κάθε φο­ρὰ ποὺ τὸν ρωτοῦσαν ἂν δύο φορὲς τὸ πέντε κάνει δέκα...[5]
          Ἔστω λοιπὸν τὸ ἐρώτημα ἐὰν κατὰ τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν παγανισμὸ στὸν χρι­στια­νισμὸ ὑπῆρξαν περιπτώσεις σκόπιμης καταστροφῆς ἀρχαίων ἀγαλμάτων ἀπὸ χρι­στια­νούς. Ἀκόμη καὶ ἂν δὲν εἴχαμε καμμία ἱστορικὴ μαρτυρία ποὺ νὰ μᾶς διαφώτιζε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐρωτήματος, ἡ λογικὴ ἀπάντηση δὲν θὰ μποροῦσε παρὰ νὰ εἶναι κα­τα­φα­τική. Ἄλλωστε, βλέ­που­με νὰ ὑπάρχουν καταστροφὲς καὶ φανατισμοὶ καὶ στὴ δική μας, ὑποτίθεται πολιτισμένη ἐπο­χή, σὲ περιπτώσεις ἀλλαγῶν καθεστώτων, ἀκόμη καὶ κυ­βερνήσεων: Ἡ Γερμανία ἀπο­κή­ρυξε τὸ ἔνοχο παρελθόν της μετὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πό­λεμο, γκρεμίζοντας ὅλα τὰ σύμ­βολα τοῦ ναζιστικοῦ καθεστῶτος.  Στὴ Σοβιετικὴ Ἕ­νω­ση, ἡ «ἀποσταλινοποίηση» συ­νοδεύθηκε ἀπὸ ἀπόσυρση καὶ καταστροφὴ ἀνα­ρίθ­μη­των ἀνδριάντων τοῦ Στάλιν. Ἡ κατάρρευση τοῦ ὑπαρκοῦ σοσιαλισμοῦ ἑορτάσθηκε μὲ τὴν καταστροφὴ τῶν ἀν­δρι­άν­των τῶν ἡγετῶν τοῦ κομμουνισμοῦ.  Καὶ ἡ πιὸ γνωστὴ εἰ­κόνα ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῶν Ἀμε­ρικανῶν στὴ Βαγδάτη εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς καταστροφῆς τοῦ ἀνδριάντα τοῦ Σαντὰμ Χου­σεῒν στὴν ἰρακινὴ πρωτεύουσα.  Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις, οὐδεὶς ἔθεσε θέμα αἰ­σθητικῆς ἀξίας τῶν ἀγαλμάτων ποὺ καταστρέφονταν.  Κατ’ ἀναλογίαν, τίποτε δὲν εἶναι πιὸ φυσικὸ ἀπὸ τὸ νὰ δεχθοῦμε ὅτι θὰ ὑπῆρξαν ἀ­σφα­λῶς καὶ περιπτώσεις σκόπιμης καταστροφῆς ἀρχαίων ἀγαλμάτων ἀπὸ χρι­στια­νούς, τὴ στιγμὴ ποὺ λίγες μόλις δεκαετίες πρίν, ἂν κάποιος χριστιανὸς ἀρνεῖτο νὰ προ­σκυ­νήσει αὐτὰ τὰ ἀγάλματα, ριχνόταν στὰ θηρία καὶ ἔβρισκε μαρτυρικὸ θάνατο.
          Βεβαίως, τὸ θέμα τοῦ καταλογισμοῦ τῶν εὐθυνῶν εἶναι πολὺ πιὸ σύνθετο. Ἔ­στω τὸ παράδειγμα ἑνὸς Γερμανοῦ ὁ ὁποῖος στὴ μεταπολεμικὴ Γερμανία καταστρέφει μὲ μανία ἕναν ἀνάγλυφο ἀετὸ μὲ τὸν ἀγκυλωτὸ σταυρό.  Δίχως ἄλλο, τὸ ἀνάγλυφο αὐ­τὸ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει σημαντικὴ αἰσθητικὴ ἀξία. Ἀλλὰ πόσο ἆραγε μερίδιο εὐ­θύ­νης φέρει γι’ αὐτὴν τὴν καταστροφὴ ὁ συγκεκριμένος Γερμανὸς ποὺ καταστρέφει μὲ μα­νία, καὶ πόση τὸ ναζιστικὸ καθεστώς, ποὺ πυροδότησε αὐτὴ τὴ μανία καταστροφῆς;  Αὐ­τὸ ἀκριβῶς ἐννοοῦμε, ὅταν ἀναγνωρίζουμε μὲν ὅτι ἀσφαλῶς καὶ θὰ ὑπῆρξαν πε­ρι­πτώ­σεις καταστροφῆς ἀρχαίων ἀγαλμάτων ἀπὸ χριστιανούς, ἀλλὰ ἐπιμένουμε ὅτι τὸ θέ­μα τοῦ καταλογισμοῦ τῶν εὐθυνῶν εἶναι πολὺ πιὸ σύνθετο.
          Βεβαίως, δὲν λείπουν σήμερα αὐτοὶ ποὺ κλείνουν τὰ μάτια μπροστὰ σὲ τέτοιες «λε­πτομέρειες», καὶ ἀναλαμβάνουν τὸν ρόλο τοῦ δημόσιου κατηγόρου τοῦ χρι­στια­νι­σμοῦ.  Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, οἱ περιπτώσεις καταστροφῆς ἀρχαίων ἀγαλμάτων ἀπὸ χρι­στια­νοὺς καταγράφονται ὡς παραδείγματα «σύγκρουσης τῆς παιδείας καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ μὲ τὴ βαρβαρότητα καὶ τὸν σκοταδισμό». Ἂς μᾶς ἐπιτραπεῖ ὅμως νὰ πα­ρα­τη­ρή­σου­με ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ διάσταση τοῦ θέματος ἐπιδέχεται πολλὴ συζήτηση. Ἔστω γιὰ πα­ράδειγμα μία καταγεγραμμένη ἐμπλοκὴ χριστιανοῦ ἱεράρχη στὴν καταστροφὴ ἀρ­χαί­ου λατρευτικοῦ ἀγάλματος: ἡ συμμετοχὴ τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας στὴν κα­τα­στρο­φὴ τοῦ ἀγάλματος τοῦ θεοῦ Σαράπιδος.
          Ὁ θεὸς Σάραπις εἶναι ἕνα ἁπτὸ παράδειγμα τοῦ συγκρητισμοῦ καὶ τῆς θρη­σκευ­τικῆς σύγχυσης τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας. Ὅπως γράφει ὁ Διόδωρος ὁ Σικελιώτης, ἄλ­λοι τὸν ταὔτιζαν μὲ τὸν Ὄσιρι, ἄλλοι μὲ τὸν Διόνυσο, ἄλλοι μὲ τὸν Πλούτωνα, ἄλ­λοι μὲ τὸν Ἄμμωνα, μερικοὶ μὲ τὸν Δία, καὶ πολλοὶ μὲ τὸν Πᾶ­να·[6] κάποιοι μάλιστα, προ­φανῶς Ἰουδαῖοι τῆς Ἀλεξανδρείας, ταὔτιζαν τὸν Σά­ραπι μὲ τόν... Ἰωσήφ.[7] Στὸ Σα­ρα­πεῖο, τὸν περίφημο ναὸ τοῦ Σαράπιδος στὴν Ἀλεξάνδρεια, φυλασσόταν ὁ πῆχυς μὲ τὸν ὁποῖο μετροῦσαν τὴ στάθμη τοῦ Νεί­λου, καὶ οἱ ἐπιτήδειοι ἱερεῖς τοῦ Σαράπιδος εἶ­χαν ἐπιτύχει νὰ κά­νουν τοὺς ἀφελεῖς καὶ δεισιδαίμονες εἰδωλολάτρες νὰ πιστεύουν ὅτι ὁ Σάραπις ἦταν ὁ θε­ὸς ποὺ ἔκανε τὸν Νεῖλο νὰ ρέει καὶ νὰ ἀρδεύει τὴν Αἴγυπτο, ἐν ὀ­λί­γοις δὲ ὅτι ὁ Σά­ραπις ἦταν ὁ θεὸς στὸν ὁποῖο ἡ Αἴγυπτος ὤφειλε τὸ πᾶν. Ἀκόμη καὶ μορ­­φω­μέ­νοι ἐθνικοὶ ἔπεφταν θύματα αὐτῆς τῆς δεισιδαιμονίας.  Χαρακτηριστικὸ εἶ­ναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ λόγιος καὶ μετριοπαθὴς ἐθνικὸς Λιβάνιος ὄχι ἁπλῶς δὲν ἀμ­φι­σβητεῖ αὐ­τὴ τὴν ἀνόητη δεισιδαιμονία, ἀλλὰ στὸν λόγο του Ὑπὲρ τῶν ἱερῶν φθά­νει νὰ ἑρ­μη­νεύ­ει τὶς θρησκευτικὲς ἐλευθερίες ποὺ εἶχαν παραχωρηθεῖ στὴν Αἴ­γυπτο ὡς ἀπο­τέ­λε­σμα τῆς σιωπηλῆς ἀποδοχῆς ἐκ μέρους τῶν χριστιανῶν τῆς παν­τοδυναμίας τοῦ Σα­ρά­πι­δος· οὔτε λίγο οὔτε πολύ, δηλαδή, ὁ Λιβάνιος ὑπο­στη­ρί­ζει ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ χρι­στια­νοὶ γνωρίζουν, ὅσο καὶ ἂν δὲν τὸ παραδέχονται, ὅτι ὁ Νεῖλος ρέει χάριν στὸν Σάραπι, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἔχουν τολμήσει νὰ ἀπα­γο­ρεύ­σουν τὴ λατρεία του, φοβούμενοι τὶς συ­νέ­πειες τῆς ὀργῆς του![8]  Εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶχε νὰ ἀντιπαλαίσει μία βα­θύ­τατα ριζωμένη πλάνη.  Καὶ αὐτὴ δὲν ἦταν ἡ μόνη πλάνη.  Στὸ Σαραπεῖο ὑπῆρχε καὶ ἕνα ξόανο τοῦ Σαράπιδος, τὸ ὁποῖο λατρευόταν ὡς ἀχει­ρο­ποίητο· στὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ ξοάνου εἶχε τοποθετηθεῖ ἐσωτερικὰ σί­δη­ρος, καὶ μὲ τὴ βοήθεια μιᾶς σειρᾶς ἀπὸ μα­γνῆτες, ἔντεχνα τοποθετημένους στὰ φατ­νώ­μα­τα τῆς στέγης, εἶχε κατορθωθεῖ τὸ ξό­α­νο νὰ στέκεται μετέωρο μεταξὺ ἐδά­φους καὶ ὀροφῆς· οἱ ἀφελεῖς εἰδωλολάτρες θαύ­μα­ζαν τὸ ξόανο ποὺ στεκόταν με­τέωρο στὸ κενό, καὶ δὲν δυσκολεύονταν νὰ πιστεύουν ὅτι σὲ αὐτὸ ἐνοικοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Σά­ραπις. Ἡ ἀπίστευτη αὐτὴ ἀπάτη μνημονεύεται ἀπὸ ἀρ­κετὲς πηγές.[9]  Καὶ γιὰ νὰ διασφαλισθεῖ ὅτι κανεὶς δὲν θὰ πλησίαζε ποτὲ τὸ ξό­α­νο καὶ δὲν θὰ ἀνακάλυπτε τὴν ἀπάτη, οἱ ἱε­ρεῖς τοῦ Σαράπιδος εἶχαν φροντίσει νὰ δια­σπεί­ρουν τὴ φήμη ποὺ μᾶς πα­ρα­δί­δει ὁ Θεοδώρητος, ὅτι δηλαδή, ἂν πλη­σί­αζε κανεὶς σὲ αὐτό, θὰ κλονιζόταν συ­θέ­μελα ἡ γῆ, καὶ οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα θὰ κατα­στρέ­φο­νταν.[10]
          Τὸ Σαραπεῖο τῆς Ἀλεξανδρείας καταστράφηκε τὸ 391 μ.Χ. ὑπὸ τὶς ἑξῆς περίπου συν­θῆκες:[11]  Μέλη τῆς εἰδωλολατρικῆς κοινότητας τῆς Ἀλεξανδρείας στασίασαν, προ­χώ­ρη­­σαν σὲ μεγάλης ἐκτάσεως σφαγὴ τῶν χριστιανῶν, καὶ κατόπιν ὀχυρώθηκαν στὸ Σα­ρα­πεῖο, ὅπου γιὰ ἱκανὸ χρονικὸ διάστημα συνέχισαν τὴ διάπραξη εἰδεχθῶν ἐγ­κλη­μά­των.  Τὰ γεγονότα ὅμως αὐτὰ ἔφεραν τὴν εἰδωλολατρικὴ κοινότητα ἀντιμέτωπη ὄχι μό­­νο μὲ τοὺς χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἔννομη τάξη. Ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος, μὲ μία ἀπόφασή του ποὺ χαιρετίσθηκε ὡς μία ἀνέλπιστα πολιτισμένη, ἐπιεικὴς καὶ φι­­λάν­θρωπη λύση στὸ ἀδιέξοδο, διέταξε νὰ χορηγηθεῖ ἀμνηστία σὲ ὅλους ἀνεξ­­αι­ρέτως τοὺς στασιαστὲς καὶ νὰ τοὺς ἐπιτραπεῖ νὰ ἀποχωρήσουν ἀνε­νό­χλη­τοι ἀπὸ τὸ Σα­ρα­πεῖ­ο, παράλληλα ὅμως διέταξε νὰ κα­τα­στραφοῦν οἱ εἰδωλολατρικοὶ ναοὶ τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας «ὡς αἴτιοι στάσεως τῷ δήμῳ».[12]  Στὸν Θεοδοσιανὸ Κώδικα μάλιστα σῴζεται καὶ ἡ αὐτοκρατορικὴ διαταγή, ἡ ὁ­ποία ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Εὐάγριο, ἔπαρχο καὶ ἀντι­πρόσωπο τῆς αὐ­το­κρα­το­ρι­κῆς ἀρχῆς στὴν Ἀλεξάνδρεια, καὶ τὸν Ρωμανό, διοικητὴ τῶν αὐτοκρατορικῶν δυ­νάμεων ποὺ ἕδρευαν στὴν Αἴγυπτο, καὶ τοὺς ἐξουσιοδοτεῖ νὰ ἐπι­ληφθοῦν προσ­ωπικὰ τῆς καταλύσεως τῶν εἰδωλολατρικῶν ναῶν.[13]
          Ὅταν ὁ αὐτοκρατορικὸς στρατὸς ἀνέβηκε στὸν ἔρημο πλέον λόφο τοῦ Σα­­ρα­πεί­ου, γιὰ νὰ ἐκτελέσει τὴ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ προκαθήμενος τῆς Ἐκ­­κλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ κάνει γιὰ μία ἀκό­­μη φορὰ αὐτὸ ποὺ ἦταν γιὰ τὸν ἴδιο ἔργο ζωῆς στὴν ταραγμένη Ἀλεξάνδρεια: νὰ ξεσκεπάσει τὴν εἰ­δω­λολατρικὴ πλάνη. Ἔσπευσε λοιπὸν καὶ ὁ ἴδιος ἐπὶ τόπου. Ὁ στρατὸς εἶχε βεβαίως λά­βει τὴ διαταγὴ γιὰ καταστροφὴ τοῦ Σαραπείου· ὅταν ὅμως βλέπουμε ἀκόμη καὶ σή­με­ρα λαοὺς ποὺ ἀπὸ αἰῶνες ἔχουν ἀσπασθεῖ τὸν χριστιανισμὸ νὰ μὴν μποροῦν νὰ ξε­φύ­γουν ἀπὸ τὶς δεισιδαιμονίες καὶ τὶς προ­­καταλήψεις, δὲν δυσκολευόμαστε νὰ φα­ντα­σθοῦ­με πόσο φόβο ἔνιωθαν στὸν ναὸ τοῦ Σαράπιδος οἱ στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι στὴν κα­λύ­τερη περίπτωση εἶχαν ἀ­κού­­σει γιὰ τὸν Χριστὸ πρὶν ἀπὸ λίγες δεκαετίες ἢ ἀκόμη καὶ πρὶν ἀπὸ λίγα μόλις χρό­­νια· ἄλλωστε, ἂς μὴ λησμονοῦμε τὸν ἔντεχνα ριζωμένο θρῦλο ὅτι, ἂν πλησίαζε κα­­νεὶς τὸν Σάραπι, θὰ κλονιζόταν συθέμελα ἡ γῆ, καὶ οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα θὰ κα­­ταστρέφονταν.  Θέλοντας λοιπὸν νὰ ξεσκεπάσει τὴν ἀπάτη, ὁ Θεό­φι­λος προ­έ­τρε­ψε ὁ ἴδιος ἕνα στρατιώτη νὰ πλησιάσει καὶ νὰ κτυπήσει ἄφοβα τὸ ξόανο. Ὁ στρα­τιώτης δίστασε, ἔχοντας ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ τὸ ξόανο τοῦ φοβεροῦ θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸν προκαθήμενο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τέλος ἔδωσε τὸ κτύπημα. Ἡ συν­έ­­χει­α περιγράφεται παραστατικώτατα ἀπὸ τὸν Θεοδώρητο:
«Ὅταν ἐκεῖνος ἔδωσε τὸ κτύπημα, ἀναφώνησαν οἱ πάντες, ἐπειδὴ φο­βή­θη­καν τὸ θρυλούμενο· ἀλλὰ ὁ Σάραπις, ὅταν δέχθηκε τὸ κτύπημα, οὔτε πό­­νε­σε (γιατὶ ἦταν ξύλινος), οὔτε ἄφησε φωνή, καθὼς ἦταν ἄψυχος. Ὅ­ταν τοῦ ἀφαί­ρεσαν τὴν κεφαλή, ἕνα πλῆθος ἀπὸ ποντίκια πε­τά­χθη­κε ἀπὸ μέ­σα· για­τὶ ὁ θεὸς τῶν Αἰγυπτίων ἦταν κατοικία πον­τι­κιῶν».[14]
          Ἡ καταστροφὴ τοῦ ἀγάλματος τοῦ Σαράπιδος, μία καταγεγραμμένη περίπτωση ἐμ­πλοκῆς χριστιανοῦ ἱεράρχη στὴν καταστροφὴ ἀρχαίου λατρευτικοῦ ἀγάλματος, εἶ­ναι ἀσφαλῶς μία ἀπὸ τὶς περιπτώσεις ποὺ καταγγέλλονται σήμερα ὡς παραδείγματα «σύγ­κρουσης τῆς παιδείας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὴ βαρβαρότητα καὶ τὸν σκο­τα­δι­σμό».  Δίχως ἄλλο, ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεόφιλος στάθηκε ἀπέναντι στὸ ξόανο τοῦ Σα­­ράπιδος θὰ μποροῦσε πράγματι νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἀντιπροσωπεύει μία σύγ­κρου­ση τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς παιδείας μὲ τὴ βαρβαρότητα καὶ τὸν σκοταδισμό. Ἀλλὰ θὰ ἦ­ταν, νομίζουμε, ἐπιπόλαιο νὰ σπεύσουμε νὰ ἀποφανθοῦμε ὅτι ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ παι­δεία ἐνσαρκώνονταν στὸ ξόανο τοῦ Σαράπιδος, καὶ ἡ βαρ­­βαρότητα καὶ ὁ σκο­τα­δι­σμὸς βρίσκονταν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ χριστιανισμοῦ.
          Μέχρι αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἐξετάζοντας τὴν τύχη τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων στὰ χέ­ρια τῶν χριστιανῶν, βρήκαμε τὴν εὐκαιρία νὰ φωτίσουμε ἀρκετὲς πλευρὲς τοῦ θέ­μα­τος· δὲν ἔχουμε ὅμως ἀκόμη περάσει στὴν πιὸ σημαντική, τὴν πιὸ ἀποκαλυπτική, τὴν πιὸ ἐνδιαφέρουσα διάστασή του.  Συγκεκριμένα, δεχθήκαμε ὅτι εἶναι ἀπολύτως λογικὸ καὶ φυσικὸ νὰ ὑπῆρξαν περιπτώσεις συνειδητῆς καταστροφῆς ἀρχαίων ἀγαλμάτων ἀπὸ χριστιανούς. Ὑπάρχει ὅμως κἄτι ποὺ οὔτε λογικὸ οὔτε φυσικὸ ἦταν νὰ συμβεῖ· καὶ ὅμως, παραδόξως, εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ συνέβη.
          Ὁ Εὐσέβιος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἤδη ἐπὶ Με­­γά­λου Κωνσταντίνου ἡ Κων­στα­ντι­νού­πολη εἶχε γίνει ἕνα ἀπέραντο ὑπαίθριο μου­σεῖο, τὸ ὁποῖο φιλοξενοῦσε ὑπέροχα χάλ­κινα ἀγάλματα, τὰ κορυφαῖα ἀρι­στουρ­γή­μα­τα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλυπτικῆς τέ­χνης.[15]  Ὅλοι μας γνωρίζουμε τοὺς τέσσερις ὑπέροχους ἐπί­χρυ­σους χάλκινους ἵπ­πους, ἔρ­­γα καθὼς εἰκάζεται τοῦ Λυ­σίππου, οἱ ὁποῖοι τὸ 1204 μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὴν Κων­­σταντι­­νούπολη στὴ Βενετία. Ὅ­λοι μας γνωρίζουμε ἐπίσης ὅτι στὴν Κων­σταν­τι­νού­­πο­λη εἶ­­χε μεταφερθεῖ καὶ ὁ περίφημος ἀναθηματικὸς τρί­ποδας ποὺ εἶχαν ἀφι­ε­ρώ­σει οἱ Ἕλ­λη­νες στοὺς Δελφοὺς μετὰ τὴ νίκη τους στὴ μά­χη τῶν Πλαταιῶν (μέ­ρος του σῴ­­ζε­ται μέ­χρι σήμερα).  Καὶ ἐξυπακούεται βεβαίως ὅτι, κοντὰ σὲ αὐτὰ ποὺ γνω­ρί­ζου­με, ὑπάρ­χουν καὶ πολ­λὰ ἄλλα ποὺ συνήθως ἀγνοοῦμε.  Στὶς ἀγορὲς τῆς χριστιανικῆς πρω­­τεύ­ου­­σας ἔστεκαν ὁ Πύθιος Ἀπόλλων καὶ ὁ Σμίνθιος Ἀπόλλων (ἔργο τοῦ σπου­δαί­ου γλύ­πτη Σκό­πα τὸ ὁποῖο μνημονεύει ὁ Στράβων[16]), ἐνῷ τὸ Παλάτιον τῆς Κων­στα­ντι­νου­πόλεως φι­­λοξενοῦσε τὶς περίφημες Ἑλικωνίδες Μοῦσες (ἔργα τῶν Κηφισοδότου, Στρογ­­γυ­λί­ω­νος καὶ Ὀλυμπιοσθένους, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Παυ­σανίας[17]).[18] Ὁ Γεώρ­γι­ος Κεδρηνὸς στὰ τέλη τοῦ ἑνδέκατου αἰῶνα μᾶς μεταφέρει ἐν­τυ­πω­σιακὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τοὺς θη­σαυ­ροὺς τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τέχνης ποὺ κο­σμοῦ­σαν τὴν πρωτεύουσα τοῦ Βυ­ζαντί­ου. Μεταξὺ ἄλλων, ὁ Κεδρηνὸς ἀναφέρει τὸ ἄγαλμα τῆς Λινδίας Ἀθηνᾶς, ἔρ­γο τῶν γλυ­­πτῶν Σκύλλιδος καὶ Διποίνου· τὴν Κνιδία Ἀφροδίτη, τὸ ἄφθαστο δη­μι­ούρ­γημα τοῦ Πραξιτέλους· τὴ Σαμία Ἥ­ρα, ἔργο τῶν Λυσίππου καὶ Βουπάλου· ἕνα ἄγαλ­μα ποὺ πα­­ρίστανε τὸν Χρόνο, ἔργο ἐπίσης τοῦ Λυ­σίπ­που· ἕναν περίτεχνο πτε­ρω­τὸ Ἔρωτα ἀπὸ τὴ Μύνδο τῆς Καρίας· μία Ἀμφιτρίτη, ἡ ὁποία εἶχε μεταφερθεῖ στὴν Κων­­σταντι­νού­πολη ἀπὸ τὴ Ρόδο· τὴν πύλη τῆς Ἐφεσίας Ἀρτέμιδος μὲ περίτεχνη ἀνά­γλυ­φη παρά­στα­ση τῆς Γι­γαντομαχίας· καὶ τὸ περίφημο χρυσελεφάντινο ἄγαλμα τοῦ Διὸς ἀπὸ τὴν Ὀλυμ­­πία, τὸ ἀριστούργημα τοῦ Φειδία, τὸ ὁποῖο συγκαταλεγόταν ἀνά­με­σα στὰ Ἑ­πτὰ Θαύ­ματα τοῦ ἀρχαίου κόσμου.[19]  Στὴν Κωνσταντινούπολη εἶχε ἐπίσης με­ταφερθεῖ τὸ ἄγαλ­μα τῆς Ἀθηνᾶς ποὺ κοσμοῦσε τὸν σηκὸ τοῦ Παρθενῶνα, ὅπως μα­θαί­νουμε ἀπὸ μία ἐθνικὴ πηγή, τὸν βιογράφο τοῦ Πρόκλου Μαρῖνο, ὁ ὁποῖος βρίσκει σὲ αὐτὴ τὴ με­τα­φορὰ τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπι­τεθεῖ κατὰ τῶν «καὶ τὰ ἀκίνητα κινούντων» χρι­στιανῶν.[20]  Πολ­λοὺς αἰῶνες μετὰ τὴν ὑποτιθέμενη καταστροφὴ τῶν ἀρχαίων ἀγαλ­μά­των ἀπὸ τοὺς χρι­στιανούς, στὰ τέλη τοῦ δωδέκατου αἰῶνα, ὁ Νικήτας ὁ Χωνιάτης εἶ­δε στὴν Κων­σταν­τι­νού­­πο­λη καὶ περιγράφει ἕνα κολοσσιαῖο χάλκινο ἄγαλμα τῆς Ἥ­ρας στη­μένο στὴν Κων­σταντίνειο Ἀγορά, ἕνα σύμπλεγμα ποὺ παρίστανε τὸν Πάρι νὰ δί­δει στὴν Ἀφρο­δίτη τὸ χρυσὸ μῆλον τῆς Ἔριδος, ἕναν Πήγασο μὲ τὸν Βελλεροφόντη στὴ ρά­χη του (στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου πολλοὶ ἔβλεπαν τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ) καὶ ἕναν θαυ­μα­στό, ὑπερφυσικοῦ μεγέθους Ἡρακλῆ τοῦ Λυσιμάχου, τοῦ ὁποίου ἡ κνή­μη καὶ μό­νο εἶ­χε μέγεθος ἀνδρός.[21]  Δυστυχῶς ἡ μοῖρα στάθηκε σκληρὴ γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοῦς θησαυροὺς τῆς τέχνης, ποὺ καταστράφηκαν κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως τὸ 1204.[22]
          Τὰ παραπάνω μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν πιὸ ἐνδιαφέρουσα διάσταση τοῦ θέματος ποὺ συζητοῦμε ἐδῶ. Οἱ χριστιανοὶ τῆς ἐποχῆς τῆς σύγκρουσης τοῦ χριστιανισμοῦ μὲ τὸν παγανισμό, αὐτοὶ ἀκριβῶς οἱ ὁποῖ­οι σήμερα συκοφαντοῦνται ὡς καταστροφεῖς τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων, ἀποδεικνύεται ὅτι ἐπέδειξαν ἐν προ­κειμένῳ μία ἀνω­τε­ρό­τη­τα καὶ μία εὐαισθησία ἀσύλληπτη ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν ἐποχή μας, μ’ ὅλη τὴ δια­φη­μι­ζό­με­νη εὐαισθησία μας σὲ θέματα πολιτισμοῦ.  Ποιὸς μπορεῖ ἆρα­γε νὰ φαντασθεῖ ἕναν ἀν­δριάντα τοῦ Χίτλερ σὲ μιὰ πλατεῖα στὴ σημερινὴ Γερ­μα­νία ἢ ἕναν ἀνδριάντα τοῦ Ὀσά­μα Μπὶν Λάντεν στὴ Νέα Ὑόρ­κη, καταξιωμένο γιὰ τὴν αἰσθητική του ἀξία;  Δὲν θὰ ἦταν κάτι τέτοιο πραγ­μα­τι­κὰ ἀσύλ­­ληπτο;  Καὶ ὅμως, ὅπως εἴδαμε, οἱ χριστιανοὶ ἔκα­ναν αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ κανονικὰ θὰ φάν­ταζε ἀσύλληπτο.  Δὲν εἶναι παράδοξο ὅτι ὑπῆρ­ξαν καὶ καταστροφὲς καὶ φανατισμοί.  Τὸ πα­ράδοξο καὶ ἀληθινὰ ἐκπληκτικὸ εἶ­ναι ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἐπέτυχαν νὰ κάνουν τὴ με­γά­λη ὑπέρβαση, νὰ ἀρθοῦν πάνω ἀπὸ τὶς συγκρούσεις, τοὺς φανατισμοὺς καὶ τοὺς πα­νη­γυρισμοὺς γιὰ τὸ γκρέμισμα τοῦ πα­λαι­οῦ κόσμου.  Αὐτὴ ἡ ὑπέρβαση δὲν ἦταν κα­θό­λου εὔκολη, πολὺ δὲ περισσότερο δὲν ἦ­ταν καθόλου αὐτονόητη.  Δὲν ἦταν καθόλου αὐ­τονόητο ὅτι οἱ χριστιανοὶ θὰ ἔπαυαν νὰ βλέπουν στὰ ἀρχαῖα ἀγάλματα τοὺς ψεύ­τι­κους θεοὺς μιᾶς θρησκείας ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει καὶ μὲ τὴν ὁποία οἱ ἴδιοι εἶχαν συγκρου­σθεῖ, θὰ τὰ ἔβλεπαν ὡς τὰ ἀνυπέρβλητα δη­μι­­ουρ­γήματα ἑνὸς ὑπέρλαμπρου πο­λιτισμοῦ ποὺ ἄξιζε νὰ ζήσει γιὰ πάντα καὶ θὰ κο­σμοῦ­­σαν μὲ αὐτὰ τὴν πρωτεύουσά τους.  Πα­ρὰ πᾶ­σαν προσδοκίαν, οἱ χριστιανοὶ ἔκα­ναν αὐτὴ τὴν ὑπέρβαση.
          Ἡ θεωρητική «φόρμουλα» ποὺ ἐπέτρεψε τὴ διατήρηση τῶν ἀρχαίων θησαυρῶν μπο­ρεῖ νὰ βρεθεῖ ἤδη σὲ μία βαρυσήμαντη δήλωση τοῦ Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως (περ. 150-215 μ.Χ.). Ὁ Κλήμης εἶναι ἕνας χριστιανὸς συγγραφέας ποὺ δὲν διστάζει νὰ κα­ταγγείλει τὴν ἀνηθικότητα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τέχνης, κινούμενος κατὰ τοῦτο στὴ γραμμὴ ποὺ χάραξε στὴν Πολιτεία του ὁ Πλάτων,[23] σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ἡ δι­δα­σκα­λία τοῦ Ἡσιόδου, τοῦ Ὁμήρου καὶ ἄλλων ποιητῶν πρέπει νὰ ἀπαγορευθεῖ στὴν ἰδα­νικὴ πολιτεία (πρβ. ὡστόσο, ἐν προκειμένῳ, τὴ δήλωση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὅτι στὸν Ὅμηρο ὅλη ἡ ποίηση εἶναι ἔπαινος τῆς ἀρετῆς[24]). Ὁ Κλήμης, ἂν καὶ κινεῖται στὴ γραμ­μὴ τοῦ Πλάτωνα, γράφει ὡστόσο μὲ ἔμφαση, προσδιορίζοντας ποιὰ εἶναι ἡ πρέ­που­σα στάση ἀπέναντι στὴν ἀρχαία τέχνη:
«Νὰ ἐπαινεῖται βέβαια ἡ τέχνη, ἀλ­λὰ νὰ μὴν ἀπατᾷ τὸν ἄνθρωπο ὡς ἀλή­θεια».[25]
          Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ εὐστοχώτατη διά­κριση ἀποτέλεσε τὴν κιβωτὸ σωτηρίας τῶν θη­σαυ­ρῶν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τέχνης.  Οἱ χριστιανοὶ δια­­νοητὲς καὶ φιλόσοφοι δὲν ἦ­ταν ἐχθροὶ τῆς ἑλληνικῆς τέχνης· ἦταν ἐχθροὶ τῆς εἰ­­δωλολατρίας.  Καὶ τὰ λόγια τοῦ Κλή­μεντα ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ χριστιανικὴ φιλοσοφία ἦταν σὲ θέση νὰ κάνει αὐτὴ τὴ διά­κριση, προσφέροντας ἔτσι τὶς θεω­ρη­τι­κὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ τὴν πλέον ὑγιῆ καὶ ἰσορ­ροπημένη ἀντιμετώπιση τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλληνικῆς τέ­χνης, καὶ δημιουργώντας πα­ράλ­λη­λα καὶ τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴ φύλαξη καὶ σω­τη­ρία τῶν μνημείων της στὴν πράξη.

Ἡ τύχη τῶν ἀρχαίων ἱερῶν
          Ἡ τύχη τῶν ἀρχαίων ἱερῶν εἶναι ἕνα ἄλλο κεφάλαιο τῆς διαχείρισης ἀπὸ τὸν χρι­στιανισμὸ τῆς κληρονομιᾶς τῆς ἀρχαιότητας.  Μὲ τὸν θάνατο τῆς εἰδωλολατρίας, τὰ ἱε­ρὰ τῆς ἀρχαίας θρη­σκεί­ας ἦταν καταδικασμένα νὰ ἐρημωθοῦν καὶ νὰ παραδοθοῦν στὴν ἀδυσώπητη φθο­ρὰ τοῦ χρόνου. Ἡ λύση ποὺ δόθηκε ἦταν ἡ λύση τῆς μετατροπῆς τῶν εἰδωλολατρικῶν ἱερῶν σὲ χριστιανικοὺς ναούς.
          Ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ φανεῖ παράδοξο, ὁ δρόμος γιὰ τὴ μετατροπὴ πολλῶν ἀρ­χαί­ων ἱερῶν σὲ χριστιανικοὺς ναοὺς ἄνοιξε μὲ ἕνα σκληρὸ διάταγμα τοῦ Θεο­δο­σίου Β΄ στὶς 14 Νοεμβρίου τοῦ 435 μ.Χ.  Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ διάταγμα, τὰ ἱερὰ τῆς πα­γα­νι­στι­κῆς λατρείας ἔπρεπε νὰ καταστραφοῦν, καὶ ἡ περιοχὴ νὰ καθαρθεῖ μὲ τὴν ὕψωση σὲ αὐτὴν τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως, τοῦ σταυροῦ.[26]  Αὐτὸ τὸ τε­λευ­ταῖο ἀποσκοποῦσε προ­φανῶς στὸν ἐξορκισμὸ τῶν πονηρῶν δαιμόνων ποὺ τυ­χὸν θὰ ἐπιβίωναν τῆς κα­τα­στρο­φῆς τοῦ ἱεροῦ.
          Τέτοια διατάγματα εἶχαν ἕναν ἔντονα «λαϊκιστικό» χαρακτῆρα, ὅπως θὰ λέ­γα­με σήμερα.  Πράγματι, τὸ συγκεκριμένο διάταγμα δὲν εἶχε κανένα ἄλλο νόημα, ἀπὸ τὸ νὰ ἐμφανίσει τὸν αὐτοκράτορα νὰ ἀγκαλιάζει τὴν πίστη ποὺ εἶχε ἤδη ἀγκαλιάσει ὁ λα­ός.  Κατὰ συνέπεια, διατάγματα σὰν αὐτὸ εἶχαν μᾶλ­λον τὸν χαρακτῆρα μιᾶς δια­κή­ρυ­ξης συμπόρευσης τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξ­ου­σίας μὲ τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ μιᾶς ἐπί­σημης καταδίκης τῆς εἰδωλολατρίας, πα­ρὰ μιᾶς ρητῆς διαταγῆς ποὺ ὄφειλε νὰ ἐφαρ­μοσθεῖ κατὰ γράμμα. Ἔτσι, τὸ συγ­κεκριμένο διάταγμα ἀποτελεῖ ἕνα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ παράδειγμα τῆς μεγάλης ἀπό­στασης ποὺ ὑπῆρχε συχνὰ ἀνάμεσα στὴ διατύπωση καὶ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς ἀντι­παγανιστικῆς νομοθεσίας.
          Πιὸ συγκεκριμένα, ἐνῷ τὸ ἐν λόγῳ διάταγμα κάνει ρητῶς λόγο γιὰ συνολικὴ κα­­ταστροφὴ τῶν εἰδωλολατρικῶν ἱερῶν, χωρὶς νὰ προβλέπει καμμία ἄλλη, ἐναλ­λα­κτι­κὴ τῆς καταστροφῆς λύση, στὴν πράξη τὸ διάταγμα ἐφαρμόσθηκε μὲ ἕναν πα­ράδοξο τρό­πο: μὲ ἀποσιώπηση τοῦ πρώτου σκέλους, ποὺ προέβλεπε τὴν κα­τα­στρο­φὴ τῶν ἱε­ρῶν, καὶ ἔμφαση στὴν κάθαρση τῶν χώρων τῆς ἀρχαίας λατρείας μὲ τὴ βοήθεια τοῦ σταυ­ροῦ.  Τὰ ἀρχαῖα ἱερὰ μποροῦσαν λοιπὸν νὰ ἐξακολουθήσουν νὰ ὑπάρ­χουν, ἀρκεῖ οἱ πονηροὶ δαίμονες τῆς παλαιᾶς λατρείας νὰ ἐξορκίζονταν μὲ τὸ σύμβολο τῆς χρι­στια­νι­κῆς πίστεως, τὸν σταυρό.  Στὴν πράξη, δηλαδή, ἄνοιγε ὁ δρό­μος γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῶν ἀρχαίων ἱερῶν μέσα ἀπὸ τὴν ἁπλῆ μετατροπή τους σὲ ναοὺς ἀφιερωμένους στὴ χρι­στιανικὴ λατρεία! Ὅπως πολὺ σωστὰ ἐπισημαίνει ἡ Alison Frantz,[27] δὲν ἦταν αὐτὸ τὸ ἀρχικὸ περιεχόμενο τοῦ νόμου·[28] ἀλλά, ὅπως εἴπαμε, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόσταση ἀνά­μεσα στὴν κατὰ γράμμα διατύπωση καὶ τὴν πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τῆς ἀντι­πα­γα­νι­στι­κῆς νομοθεσίας, καὶ ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη περίπτωση εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ πα­ρα­δείγ­ματα αὐτῆς τῆς ἀπό­στα­σης.
          Κάπως ἔτσι, στὴν Ἀθή­να ὁ Παρθενώνας μετατράπηκε σὲ ναὸ τῆς Θεοτόκου,[29] καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ἡ­φαί­στου, ποὺ εἶναι ἀκόμη γνωστὸς ὡς «Θησεῖο», μετατράπηκε σὲ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γε­ωρ­γίου.  Καὶ δὲν πρέπει νὰ πιστεύσουμε ὅτι αὐτὴ ἡ μετατροπὴ ἀφοροῦσε μό­νον ἕνα ἢ δύο εἰδωλολατρικὰ ἱερά. Ὁ Friedrich Wilhelm Deichmann σὲ σχετικὴ με­λέ­τη του κα­ταγράφει οὔτε λίγο οὔτε πολὺ ὀγδόντα ἐννέα (89) γνωστὰ παραδείγματα τέ­­τοιας μετατροπῆς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴν Ἰταλία, τὴν Αἴγυπτο, τὴ Συρία καὶ ἀλ­λοῦ.[30]
          Τὸ ἐρώτημα ποὺ μένει νὰ μᾶς ἀπασχολήσει εἶναι ἂν αὐτὴ ἡ μετατροπὴ ἐπέφερε κα­ταστροφὲς στὰ ἀρχαῖα ἱερά, καί, ἂν ναί, σὲ ποιὸ βαθμό.  Διότι μόλις πρόσφατα[31] ἔγι­νε ἔντονα λόγος γιὰ τέτοιες καταστροφές, ἀκόμη καὶ στὸν ἴδιο τὸν Παρθενῶνα.
          Ὅπως σημειώνει ἡ Alison Frantz, συγγραφέας μιᾶς γνωστῆς μελέτης γιὰ τὸ πέ­ρα­σμα τῶν ἱερῶν τῆς Ἀθήνας ἀπὸ τὸν παγανισμὸ στὸν χριστιανισμό, ἡ μετατροπὴ τῶν ἀρ­χαίων ἱερῶν σὲ χρι­στια­νικοὺς ναοὺς πρέπει νὰ ἔγινε σὲ δύο, ἢ ἴσως καὶ τρία στάδια: πρῶ­τον, ἀπο­ϊ­ε­ρο­ποίηση τοῦ χώρου μὲ ἀφαίρεση τοῦ λατρευτικοῦ ἀγάλματος καὶ ἄλ­λων πα­γα­νι­στικῶν συμβόλων· δεύτερον, σὲ μία πιθανὴ μεταβατικὴ περίοδο, χρήση τοῦ χώ­­ρου γιὰ τὴ χριστιανικὴ λατρεία χωρὶς καμμία ἄλλη μετατροπή· τρίτον καὶ τε­λευ­ταῖο, ἀρχιτεκτονικὴ ἀνάπλαση τοῦ χώρου, ὥστε αὐτὸς νὰ ἀνταποκρίνεται πλέον πλή­ρως στὶς ἀπαιτήσεις τῆς χριστιανικῆς λειτουργίας.[32] 
          Τὸ ἐρώτημα εἶναι: Ἂν ὑπῆρξαν καταστροφές, σὲ ποιὸ ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ στάδια θὰ θεωρήσουμε ὅτι ὑπῆρξαν;  Προφανῶς, ὄχι στὸ πρῶτο, τὴν ἁπλῆ ἀποϊεροποίηση τοῦ χώ­ρου μὲ ἀπομάκρυνση τοῦ λατρευτικοῦ ἀγάλματος καὶ τῶν σκευῶν τῆς παγανιστικῆς λα­τρείας. Ἐπίσης, οὔτε στὸ δεύτερο, τὴ χρήση τοῦ χώ­ρου γιὰ τὴ χριστιανικὴ λατρεία χω­ρὶς καμμία ἄλλη μετατροπή.  Τὸ στάδιο ποὺ ἐνοχοποιεῖται γιὰ τὶς ὅποιες κα­τα­στρο­φὲς εἶναι τὸ τρίτο, τὸ στάδιο τῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἀνάπλασης τοῦ χώρου, ὥστε αὐτὸς νὰ ἀντα­ποκρίνεται στὶς ἀπαιτήσεις τῆς χριστιανικῆς λατρείας.
          Προκειμένου νὰ κατανοήσουμε τὶς ἰδιαίτερες ἀπαιτήσεις τῆς χριστιανικῆς λα­τρεί­ας καὶ τὶς ἀλλαγὲς ποὺ χρειάζονταν νὰ γίνουν στὰ ἀρχαῖα ἱερά, ἀρκεῖ νὰ ἀνα­λο­γι­σθοῦ­με κάποιες διαφορὲς ἑνὸς ἀρχαίου καὶ ἑνὸς χριστιανικοῦ ναοῦ, τὶς ὁποῖες ὅλοι λί­γο ὣς πολὺ γνωρίζουμε. Ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς ναὸς ἦταν ὁ χῶρος ποὺ φιλοξενοῦσε τὸ λατρευτικὸ ἄγαλμα τοῦ θεοῦ, καὶ λογιζόταν ὡς ὁ χῶρος κατοικίας τοῦ θεοῦ· οἱ λα­τρευ­τικὲς ἐκδηλώσεις πρὸς τιμὴν τοῦ θεοῦ γίνονταν ἔξω ἀπὸ αὐτόν, γύρω ἀπὸ τὸν βω­μό. Ἀντίθετα, ὁ χριστιανικὸς ναὸς εἶναι ὁ χῶρος μέσα στὸν ὁποῖο τελεῖται ἡ χρι­στια­νι­κὴ λατρεία.  Προκειμένου λοιπὸν ἕνας ἀρχαῖος ναὸς νὰ μπορεῖ νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς ἀνάγ­κες τῆς χριστιανικῆς λατρείας, ἔπρεπε νὰ ὑποστεῖ τέτοια ἀρχιτεκτονικὴ ἀνά­πλα­ση, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ φιλοξενεῖ τὶς λατρευτικὲς ἐκδηλώσεις ὄχι γύρω ἀπὸ αὐτόν, στὸν προ­αύλιο χῶρο, ἀλλὰ στὸ ἐσωτερικό του. Ἡ διαδικασία λοιπὸν μετατροπῆς ἑνὸς ἀρ­χαί­ου ναοῦ σὲ χριστιανικὴ ἐκκλησία θὰ περιλάμβανε ἀσφαλῶς καὶ διαμόρφωση τῆς ἀνα­τολικῆς πλευρᾶς τοῦ σηκοῦ σὲ ἱερό, καὶ διάνοιξη παραθύρων γιὰ τὸν ἐξαερισμὸ καὶ φωτισμὸ τοῦ ἐσωτερικοῦ, καὶ ἀπολάξευση μετωπῶν καὶ χάραξη χριστιανικῶν συμ­βό­λων, κυρίως τοῦ συμβόλου τοῦ σταυροῦ.  Καὶ ὅλα αὐτά, θεωρούμενα ἀπὸ τὴν ὀπτι­κὴ γωνία τοῦ ἀρχαιολόγου, θὰ μποροῦσαν νὰ λογισθοῦν ὡς καταστροφὲς σὲ σχέση μὲ τὴν ἀρχική –καὶ ἀνεπανάληπτη, στὴν περίπτωση ἑνὸς Παρθενῶνα– μορφὴ τοῦ μνη­μεί­ου.
          Θὰ μπορούσαμε νὰ σταθοῦμε καὶ σὲ περαιτέρω λεπτομέρειες σὲ σχέση μὲ τὶς κα­τα­στροφὲς ποὺ μοιραῖα συνεπαγόταν ἡ μετατροπὴ ἑνὸς ἀρχαίου ναοῦ σὲ χριστιανικὴ ἐκ­κλησία.  Νιώθουμε ὅμως ὅτι, ἂν στεκόμασταν σὲ τέτοιες λεπτομέρειες, θὰ χάναμε τὴν οὐ­σία.  Καὶ ἡ οὐσία εἶναι, κατὰ τὴν ἐκτίμησή μας, ὅτι ἡ μετατροπὴ τῶν ἀρχαίων ναῶν σὲ χριστιανικὲς ἐκκλησίες ἀποτέλεσε ἕνα ἀπὸ τὰ εὐτυχέστερα γεγονότα στὴν ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ, καθὼς ἐξα­σφά­λι­σε τὴν ἐπιβίωση τῶν ἀνυπέρβλητων μνημείων τῆς ἑλ­λη­νικῆς ἀρχαιότητας.
          Προκειμένου νὰ τὸ κατανοήσουμε αὐτό, ἀρκεῖ νὰ διερωτηθοῦμε τὸ ἑξῆς:  Γιατί συμ­βαίνει νὰ σῴζονται μέ­χρι σήμερα ἀρκετοὶ ἀρχαῖοι ἑλληνικοὶ ναοί, ἀλλὰ σχεδὸν οὔ­τε μία ἀρχαία ἑλ­λη­νι­κὴ κατοικία; Ἀντίθετα ἀπ’ ὅ,τι θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ σκεφθεῖ ἐν πρώ­τοις, αὐτὸ δὲν ὀφείλεται στὴ μεγαλύτερη ἀντοχὴ τῶν δομικῶν ὑλικῶν τῶν πρώ­των. Ἤδη ὁ Δημοσθένης τοποθετεῖ σὲ ἕνα μακρινὸ καὶ ἐξιδανικευμένο πα­ρελ­θὸν τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀπολύτως ἐπιτήδευση στὶς κατοικίες τῶν ἐπι­­φανῶν Ἀθηναίων καὶ δὲν μποροῦσε κανεὶς νὰ ξεχωρίσει τὴν κατοικία τοῦ Θε­μι­στο­κλῆ ἢ τοῦ Μιλτιάδη ἀπὸ τὴν κατοικία ἑνὸς ἁπλοῦ πολίτη, ἐνῷ ἀν­τί­θε­τα τὰ δημόσια οἰ­κο­δομήματα ἦταν λαμπρὰ καὶ ἀνυπέρβλητα σὲ ὀμορφιὰ καὶ πο­λυτέλεια· στὴ δική του ἐπο­χὴ ἀντίθετα, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ, οἱ κατοικίες πολ­λῶν πλουσίων ἦταν ἤδη πο­λυ­τε­λέ­στερες ἀπὸ τὰ δημόσια οἰκοδομήματα.[33]  Καὶ ἂν αὐτὸ συνέβαινε ἤδη τὴν ἐποχὴ τοῦ Δημοσθένη, δὲν χρειάζεται νὰ ἐξηγήσουμε τί ἴσχυε στὴν ἑλληνιστικὴ καὶ ρωμαϊκὴ ἐπο­χὴ ποὺ ἀκολούθησαν.  Γιατί λοιπὸν συμβαίνει νὰ σῴζονται μέ­χρι σήμερα ἀρκετοὶ ἀρ­χαῖοι ἑλληνικοὶ ναοί, ἀλλὰ σχεδὸν οὔτε μία ἀρχαία ἑλ­λη­νι­κὴ κατοικία;  Προφανῶς, ὁ λόγος εἶναι ὅτι στὴν περίπτωση τῶν ἀρχαίων ναῶν δὲν ὑπῆρχαν κάποιοι ἀπὸ τοὺς πα­ρά­γοντες ποὺ ὁδήγησαν στὴν καταστροφὴ ἄλλων ἀρχαίων οἰκοδομημάτων.
          Συνήθως ἡ σκέψη μας πηγαίνει στὸ ὅτι ἡ μετατροπὴ τῶν ἀρχαίων ναῶν σὲ χρι­στια­νικὲς ἐκκλησίες τοὺς προφύλαξε ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις κάποιων φανατικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπεδίωκαν νὰ πολεμήσουν τὸ φάντασμα τοῦ παρελθόντος, ἐπι­δει­κνύ­ον­τας παράλ­λη­λα μὲ ἕναν μᾶλλον ἀδόκιμο –πλὴν ὅμως εὔκολο– τρόπο τὴν προσ­ή­λω­σή τους στὴ νέα θρησκεία.  Βεβαίως, ἡ μετατροπὴ τῶν ἀρχαίων ἱερῶν σὲ χριστιανικοὺς ναοὺς ἄλ­λα­­ζε ἄρδην τὸ σκηνικό: Τὰ λαμπρὰ οἰκοδομήματα ποὺ εἶχαν φιλοξενήσει τὰ ἀρ­χαῖα ἱε­ρὰ δὲν λογίζονταν πλέον ὡς κατοικητήρια δαιμόνων, ἀλλὰ ὡς χῶροι λα­τρεί­ας τοῦ ἑ­νὸς καὶ ἀληθινοῦ Θεοῦ· δὲν ἀντιμετωπίζονταν ὡς θλιβερὰ λείψανα μιᾶς ἀνόητης θρη­σκεί­ας τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ὡς ἱεροὶ χῶροι ποὺ ἔπρεπε νὰ τύ­χουν τῆς δέουσας προ­σο­χῆς καὶ φροντίδας.  Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι αὐτὴ ἡ εὐ­τυχὴς μετατροπὴ τῶν ἀρ­χαί­ων ναῶν σὲ χριστιανικὲς ἐκκλησίες ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς παράγοντες ποὺ κατ’ ἐξοχὴν συ­νέτειναν στὴ διάσωση πολλῶν ἀνυ­πέρ­βλη­των μνημείων τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας.
          Ὡστόσο, ἡ ἔμφαση στὸ ὅτι ἡ μετατροπὴ τῶν ἀρχαίων ναῶν σὲ χριστιανικὲς ἐκ­κλη­σίες τοὺς προστάτευσε ἀπὸ τυχὸν ἐπιθέσεις φανατικῶν φαίνεται νὰ μᾶς ἀπο­προ­σα­νατολίζει ἀπὸ τὸ πρόβλημα.  Τέτοιες ἐπιθέσεις, καὶ ἂν ἀκόμη ὑπῆρξαν, σαφῶς καὶ δὲν ἀντιπροσώπευαν τὸν ὑπ’ ἀριθμὸν ἕνα κίνδυνο γιὰ τὴν κληρονομιὰ τοῦ πα­ρελ­θό­ντος. Ἄλλωστε, καὶ ἡ ἀποσόβηση αὐτοῦ τοῦ κινδύνου γιὰ τοὺς ἀρχαίους ναοὺς δὲν δί­δει ἀπάντηση στὴν ἀπορία μας, γιατί δηλαδὴ συμβαίνει νὰ σῴζονται μέ­χρι σήμερα ἀρ­κε­τοὶ ἀρχαῖοι ἑλληνικοὶ ναοί, ἀλλὰ σχεδὸν οὔτε μία ἀρχαία ἑλ­λη­νι­κὴ κατοικία – ση­μει­ωτέον ὅτι οἱ ἀρχαῖες κατοικίες ἀσφαλῶς καὶ δὲν διέτρεχαν τὸν κίνδυνο νὰ πέσουν θύ­ματα τῶν ἐπιθέσεων φανατικῶν, καὶ ὅμως σήμερα σχεδὸν δὲν ἔχει μείνει ἴχνος τους.
          Ἂν ἀναζητήσουμε τοὺς πραγματικοὺς καταστροφεῖς τῶν ἀρχαίων ἑλ­λη­νι­κῶν μνη­μείων, δὲν μποροῦμε νὰ μὴν κατονομάσουμε ὡς πρῶτο καὶ ση­μαν­τι­κώ­τε­ρο ἀπὸ αὐ­τοὺς τόν «πανδαμάτορα» χρόνο, ὅπως τόσο παραστατικὰ τὸν ὀνόμασε ὁ Σιμωνίδης.[34] Ὅ­λοι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔπρεπε κανονικὰ νὰ ἔχουμε πεῖρα τοῦ κα­τα­στρε­πτικοῦ πε­ρά­σμα­τος τοῦ χρόνου. Ὅλοι μας μποροῦμε νὰ δοῦμε σὲ φω­το­γρα­φί­ες περασμένων δε­κα­ε­τι­ῶν κάποια ὁλοκαίνουρια τότε κτήρια, τὰ ὁποῖα σήμερα εἴ­τε δὲν ὑπάρχουν πλέον, εἴ­τε ἔχουν ἀφήσει στὴ θέση τους τοὺς ἀπο­σκε­βρω­μέ­νους σκελετοὺς τῆς ἀλλοτινῆς ὀ­μορ­φιᾶς τους.  Στὰ χωριὰ μποροῦμε νὰ δοῦμε σπί­τια ποὺ κατοικοῦνταν κανονικὰ πρὶν ἀπὸ μία ἢ δύο γενιὲς νὰ ἔχουν κα­ταρ­ρεύ­σει, καὶ νὰ κεῖνται σήμερα θλιβερὰ ἐρείπια, πα­ραδομένα στὴν ἀδυσώπητη φθορὰ τοῦ χρόνου.  Τί λοιπόν;  Αὐτὸ τό «δικαίωμα στὴ φθο­ρά», τὸ ὁποῖο τόσο πρόθυμα ἀνα­γνωρίζουμε σὲ κτήρια μὲ ἡλικία μερικῶν δε­κα­ε­τι­ῶν, θὰ τὸ ἀμφισβητήσουμε σὲ οἰκοδομήματα μὲ ἡλικία δυόμιση χιλετιῶν;  Καὶ πίσω ἀπὸ ἕνα κατεστραμμένο σπί­τι ἡλικίας μερικῶν δεκαετιῶν θὰ περιορισθοῦμε νὰ δοῦμε τὴ φθορὰ τοῦ χρό­νου, ἐνῷ πίσω ἀπὸ ἕναν κατεστραμμένο ναὸ ἡλικίας δυόμιση χι­λι­ε­τι­ῶν θὰ νιώ­σου­με ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποθέσουμε ὅτι κρύβεται σώνει καὶ καλὰ ἡ κα­τα­στρε­­πτι­κὴ μανία κάποιων φανατισμένων χριστιανικῶν ὄχλων;
          Κοντὰ στὴ φυσικὴ φθορὰ τοῦ χρόνου, πρέπει βεβαίως νὰ προσθέσουμε καὶ τὶς διά­φορες φυσικὲς καταστροφὲς ποὺ συνέβησαν στὸ πέρασμα τόσων αἰώνων. Ἕ­νας καὶ μόνο καταστροφικὸς σεισμὸς ἀρκοῦσε, γιὰ νὰ μεταβάλει περικαλλεῖς να­οὺς καὶ πο­λυτελεῖς κατοικίες σὲ σωροὺς ἐρειπίων.  Καὶ βεβαίως οὔτε τὰ κτήρια ἐκείνης τῆς ἐπο­χῆς ἦταν κτι­σμένα μὲ ἀντισεισμικὴ τεχνολογία, οὔτε οἱ φυσικὲς αὐτὲς καταστροφὲς ἦταν τό­σο σπάνιες μέσα σὲ δυόμιση χιλιετίες.
          Σὲ σχέση τώρα μὲ τὴ φθορὰ τοῦ χρόνου καὶ τὶς φυσικὲς καταστροφές, δὲν χω­ρά­ει ἀμφιβολία ὅτι ἡ μετατροπὴ τῶν ἀρχαίων ναῶν σὲ χριστιανικὲς ἐκκλησίες λει­τούρ­γη­σε εὐεργετικά. Ὅποιο κτήριο περιπίπτει σὲ ἀχρηστία ὑπόκειται στὴ φθορὰ σὲ πολὺ με­γαλύτερο βαθμὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ χρησιμοποιεῖται. Ἰδοὺ λοιπὸν ἕνας πρῶ­τος παράγοντας ποὺ ἐξηγεῖ γιατί ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ πολυτελεῖς ἀρχαῖες κατοικίες ὑπέ­κυψαν στὴ φθορά, ἐνῷ οἱ ἀρχαῖοι ναοὶ ἀντιστάθηκαν σὲ αὐτήν – καὶ ἀντι­στά­θη­καν, ἀκριβῶς χάριν στὴ μετατροπή τους σὲ χριστιανικὲς ἐκκλησίες.
          Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴ φθορὰ τοῦ χρόνου καὶ τὶς φυσικὲς καταστροφές, ὑπάρχει καὶ ἕνας ἀκόμη, ἴσως ἀκόμη σημαντικώτερος παράγοντας καταστροφῆς γιὰ τὰ ἀρχαῖα μνη­μεῖα.  Αὐτὸς εἶναι ὁ «βανδαλισμός» τους ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς.  Στοὺς μα­κροὺς αἰῶνες τοῦ ἀρ­γοῦ θανάτου τῶν ἀρχαίων μνημείων, οἱ ἀμόρφωτοι κάτοικοι τῆς ἑκάστοτε πε­ρι­οχῆς, ἁπλοῖ χωρικοὶ κατὰ κανόνα, ποὺ οὔτε ἦταν οὔτε μποροῦσαν νὰ εἶναι «ἀρχαιολόγοι», ἔβλεπαν τὰ ἀρχαῖα ἐρείπια περίπου σάν «μάντρες» οἰ­κο­δο­μι­κοῦ ὑλικοῦ –καὶ μάλιστα δωρεὰν οἰκοδομικοῦ ὑλικοῦ– γιὰ τὴν οἰκοδόμηση τῶν δικῶν τους κατοικιῶν. Ἀλλὰ βεβαίως, ἐνῷ μποροῦσαν νὰ βλέπουν ἔτσι τὰ ἐρείπια ἑνὸς ἀρ­χαί­ου φρουρίου ἢ μιᾶς ἀρχαίας κατοικίας, δὲν μποροῦσαν νὰ βλέπουν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἕ­ναν ἀρχαῖο ναὸ ποὺ λειτουργοῦσε ὡς χριστιανικὴ ἐκκλησία. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἕνας ἀ­κό­μη παράγοντας ποὺ ἐξηγεῖ γιατί ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ πολυτελεῖς ἀρχαῖες κατοικίες ὑπέ­κυ­ψαν στὴ φθορά, ἐνῷ οἱ ἀρχαῖοι ναοὶ ἀντιστάθηκαν σὲ αὐτήν – καὶ ἀντιστάθηκαν, καὶ πάλι, ἀκριβῶς χάριν στὴ μετατροπή τους σὲ χριστιανικὲς ἐκκλησίες.
          Κοντὰ στὰ παραπάνω, δὲν πρέπει νὰ ἀγνοοῦμε καὶ τὴ μεγάλη σημασία ποὺ εἶ­χαν οἱ ἀρχαῖοι ναοὶ καθ’ ἑαυτοί, ὡς μνημεῖα πολιτισμοῦ.  Ξεχωριστὸ ἐνδιαφέρον ἔχει ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄπο­ψη μία κίνηση μὲ ἰδιαίτερο νόημα τοῦ Βασιλείου τοῦ Βουλ­γα­ρο­κτό­νου, τὴν ὁ­ποία μαθαίνουμε ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Ἰωάννη Σκυλίτζη:  Εὐθὺς μετὰ τὴν ὁλο­κλή­­ρω­ση τῆς θριαμβευτικῆς νίκης του κατὰ τῶν Βουλγάρων, ὁ Βυζαντινὸς αὐ­το­κρά­το­ρας μετέβη στὴν Ἀθήνα, ἀνέβηκε στὴν Ἀκρόπολη, προσκύνησε στὸν Παρθενῶνα, ὁ ὁποῖ­ος ἦταν πλέον χριστιανικὸς ναὸς ἀφιερωμένος στὴ Θεοτόκο, καὶ ἀφοῦ ἀπέ­νει­με στὴν Παναγία τὰ εὐχαριστήρια γιὰ τὴ μεγάλη νίκη καὶ κόσμησε τὸν ναὸ μὲ λαμ­πρὰ καὶ πολυτελῆ ἀναθήματα, ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καὶ πα­νηγύρισε τὸν θρίαμβό του στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας.[35]  Πρόκειται σαφῶς γιὰ μία συμβολικὴ κί­νηση:  Μετὰ τὴν περιφανῆ κατάδειξη τῆς στρατιωτικῆς κυ­ριαρ­χίας τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ὁ αὐτοκράτορας θέλησε προφανῶς νὰ προβάλει πρὸς κάθε κατεύθυνση καὶ τὴν πο­λι­τι­σμικὴ ἀνωτερότητα τοῦ Βυζαντίου, τι­μών­τας τοὺς δύο πόλους τοῦ λαμπροῦ πο­λι­τι­σμοῦ ποὺ ἐκπροσωποῦσε τὸ Βυζάντιο: τὸν ἑλληνισμὸ καὶ τὸν χριστιανισμό.
          Γενικά, τὸ Βυζάντιο ἦταν μία αὐτοκρατορία ἡ ὁποία δὲν ἐπαιρόταν μόνο γιὰ τὴ δι­οι­κητική της ὀργάνωση καὶ τὴ στρατιωτική της ἰσχύ, ἀλλὰ κυρίως ἔνιω­θε καὶ ἦταν θε­­ματοφύλακας τοῦ πολιτισμοῦ σὲ μία ἐποχὴ βαρ­βα­ρότητας.  Καὶ ὁ πολιτισμὸς ποὺ ἐκ­προ­σωποῦσε τὸ Βυζάντιο ἦταν ὅ,τι ὑψηλότερο καὶ εὐγενέστερο ἔχει ἀναδείξει ἡ παγ­κό­σμια ἱστορία, ἡ συνάντηση καὶ γόνιμη σύζευξη τῆς ἑλληνικῆς παιδείας καὶ τῆς χρι­στια­νικῆς πίστεως, τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ.  Δὲν ἐννοοῦμε ἀσφαλῶς ὅτι τὸ Βυζάντιο στάθηκε πάντα ἄξιο τοῦ πολιτισμοῦ ποὺ ἐκπροσωποῦσε, τὸν ὁποῖο ἀρ­κε­τὲς φορὲς πρόδωσε – καὶ τὸν ἑλληνισμὸ καὶ τὸν χριστιανισμό. Ὡστόσο, πι­στεύ­ουμε ὅτι δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολὴ νὰ πεῖ κανεὶς πὼς ὅποιο μνημεῖο τοῦ ἀρχαίου ἑλ­ληνικοῦ πο­λι­τι­σμοῦ σῴζεται σήμερα στὴν Ἑλλάδα ὀφεί­λει τὴ σωτηρία του στὴν προστα­τευ­τι­κὴ ἀ­σπί­δα τοῦ Βυζαντίου, καὶ ἀν­τι­στρό­φως, ὅποιο μνημεῖο ἔχει κα­ταστραφεῖ ὀφεί­λει τὴν κα­τα­στροφή του στὴν ἀπου­σία –ἔστω καὶ προσωρινή– τῆς προστατευτικῆς αὐ­τῆς ἀσπί­δας, ποὺ τὸ ἄφησε λεία βαρβαρικῶν ἐπιδρομῶν. Ἂν ἀναλογισθοῦμε πόσα ἐρεί­πια στοί­χισε στὴν Ἑλ­λάδα μία καὶ μόνο βαρβαρικὴ ἐπιδρομὴ ποὺ διέρρηξε τὴν προ­στα­τευ­τι­κὴ αὐ­τὴ ἀσπίδα, ἡ ἐπιδρομὴ τῶν Βη­σι­γότθων ὑπὸ τὸν Ἀλάριχο, δὲν τολμᾶμε νὰ σκε­φθοῦ­­με τί θὰ εἶχε συμ­βεῖ, ἐὰν ἔλειπε ἐντελῶς ἡ προστατευτικὴ ἀσπίδα τοῦ Βυ­ζαν­τίου.
          Καὶ μία τελευταία λεπτομέρεια.  Δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ στεκόμαστε μὲ ἄπειρο θαυ­μασμὸ μπροστὰ σὲ ἕνα μνημεῖο ὅπως εἶναι ὁ κλασικὸς Παρθενώνας.  Αὐτὸ ποὺ ἀπὸ μιὰ ἄποψη μᾶς ξενίζει εἶναι ἡ ἐπιλεκτικὴ προσπάθεια διάσωσης τῆς ἱστορίας του.  Γνω­ρίζουμε ὅτι κάποια στιγμὴ ὁ Παρθενώνας μετατράπηκε σὲ ναὸ ἀφιερωμένο στὴ Θεο­τόκο, ἀλλὰ δὲν γνωρίζουμε πότε ἀκριβῶς ἔγινε αὐτὴ ἡ μετατροπή. Ἀκόμη καὶ μία δε­­δηλωμένη ἀρχαιολάτρις σὰν τὴν Alison Frantz διαμαρτύρεται ἐνάντια στὸν πε­ρισ­σὸ ζῆ­λο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ κλασικιστὲς ἀρχαιολόγοι τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰῶνα ἀπο­γύ­μνω­σαν –καὶ μάλιστα χωρὶς καταγραφή!– τοὺς ἀθηναϊκοὺς ναοὺς ἀπὸ ὅλα τὰ πιθανὰ κα­τά­λοιπα τῆς μετακλασικῆς τους ἱστορίας, καθιστώντας ἐξαιρετικὰ πε­ρίπλοκη, ἂν ὄχι καὶ ὅλως δι’ ὅλου ἀδύνατη, τὴ χρονολόγηση τῆς μετατροπῆς τους σὲ χριστιανικοὺς να­ούς.[36]


Συμπεράσματα
          Συνοψίζοντας τὰ ὅσα εἴδαμε παραπάνω γιὰ τὸ θέμα τῆς τύχης τῶν ἀρχαίων ἱε­ρῶν στὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν παγανισμὸ στὸν χριστιανισμό, μὲ ἔμφαση στὶς συνέπειες τῆς με­τατροπῆς τους σὲ χριστιανικὲς ἐκκλησίες, θὰ διαπιστώναμε τὰ ἑξῆς:  Τὰ ἀρχαῖα ἱερὰ ἀσφα­λῶς καὶ γνώρισαν κάποιες φθορὲς στὸ πλαίσιο τῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἀνάπλασης ποὺ ὑπέστησαν, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ ἐξυπηρετήσουν τὶς ἀνάγκες τῆς χριστιανικῆς λα­τρεί­ας, μετατρεπόμενα σὲ χριστιανικὲς ἐκκλησίες. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, δὲν χωράει ἀμ­φι­βο­λία ὅτι χάριν ἀκριβῶς σὲ αὐτὴ τὴ μετατροπὴ σὲ χριστιανικὲς ἐκκλησίες κατέστη δυ­να­τὴ ἡ ἐπιβίωσή τους ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, ὥστε νὰ μποροῦμε ἐμεῖς νὰ τὰ θαυμάζουμε σή­με­ρα. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη, τὸ νὰ καταρᾶται κάποιος σήμερα τοὺς χριστιανοὺς γιὰ τὶς κα­ταστροφὲς ποὺ ἔγιναν στὸ πλαίσιο τῆς μετατροπῆς τῶν ἀρχαίων ἱερῶν σὲ χρι­στια­νι­κὲς ἐκκλησίες μοιάζει ἀνάλογο μὲ τὴν περίπτωση ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ σώθηκε ἀπὸ ἀ­νί­α­τη ἀσθένεια χάριν στὴν ἐπιδέξια χειρουργικὴ ἐπέμβαση ἑνὸς ἰατροῦ, καί, ἀντὶ νὰ εὐ­γνω­μονεῖ τὸν ἰατρὸ ποὺ τοῦ ἔσωσε τὴ ζωή, τὸν καταρᾶται γιὰ τὶς οὐλὲς ποὺ ἄφησε πί­σω του τὸ χειρουργικὸ νυστέρι.
          Ἡ συνάντηση ἑλληνισμοῦ καὶ χριστιανισμοῦ ὑπῆρξε ἡ κορυφαία στιγμὴ στὴν ἱστο­ρία τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ.  Βεβαίως, κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ ὅτι ἡ συ­νάντηση ἑλληνισμοῦ καὶ χρι­στιανισμοῦ ἀναπόφευκτα σημαδεύθηκε καὶ ἀπὸ κά­ποιες ἐκδηλώσεις βίας καὶ φανατισμοῦ. Ἀλ­λὰ τὸ νὰ παρουσιάζει κανεὶς ἐπιλεκτικὰ τέ­τοιες περιπτώσεις καὶ νὰ γυρεύει νὰ ἀποδείξει ἀπὸ αὐτὲς ὅτι ὁ ἑλληνισμὸς καὶ ὁ χρι­στιανισμὸς εἶναι στοιχεῖα ἐκ φύ­σεως ἀντιφατικὰ καὶ πολέμια μοιάζει μὲ τὸ νὰ ἀνα­ζη­τεῖ κανεὶς μὲ τὸ τη­λε­σκό­πιο σκοτεινὲς κηλῖδες στὸν ἥλιο, καὶ νὰ συμπεραίνει κατόπιν πα­νηγυρικά... ὅτι ὁ ἥλιος εἶναι σκοτεινός.







ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Codex Theodosianus, eds Theodor Mommsen καὶ Paulus M. Meyer, Weidmann, Berlin 1905, vol. I.2, σελ. 840-1, XVI, 2, 18.1-5 (370 Febr. 17): IDEM AA. AD CLAUDIUM PRO(CONSULEM) AFRIC(AE). Quam ultimo tempore divi Constanti sententiam fuisse claruerit, valeat, nec ea in adsimulatione ali­qua convalescent, quae tunc decreta vel facta sunt, cum paganorum animi contra sanctissimam le­gem quibusdam sunt de­pra­va­tionibus excitati. DAT. XIII KAL. MART. TREV(IRIS) VAL(ENTINI)ANO ET VALENTE AA. CONSS.”.
[2] Robert Browning, The emperor Julian, Weidenfeld and Nicolson, London 1976, σελ. 160.
[3] Ἀναστασίας Δ. Βακαλούδη, μαγεία ὡς κοινωνικὸ φαινόμενο στὸ πρώιμο Βυζάντιο (4ος – 7ος μ.Χ. αἰ.), Ἐκδόσεις Ἐνάλιος, Ἀθήνα 2001, σελ. 87.
[4] «Χριστιανισμὸς καὶ ἀρχαία ἑλληνικὴ τέχνη», Ἀκτῖνες, τεῦχος 624 (Ὀκτώβριος 2001), σελ. 255-259· « τύχη τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων στὰ χέρια τῶν χριστιανῶν», Τόλμη 57 (Νο­έμβριος 2005), σελ. 62-66.
[5] Στοβαίου, Ἀνθολόγιον, eds C. Wachsmuth καὶ O. Hense, Γ΄ 9, 57.12-23.
[6] Διοδώρου Σικελιώτου, Βιβλιοθήκη ἱστορική, eds F. Vogel καὶ K. T. Fischer, Αʹ 25, 2.1-3.
[7] Γεωργίου μοναχοῦ, Χρονικόν, ed. C. de Boor, 583.24· Σούδα, ed. A. Adler, Σ 117.4.
[8] Λιβανίου, Πρὸς Θεοδόσιον τὸν βασιλέα ὑπὲρ τῶν ἱερῶν (Λόγος Λ΄), ed. R. Foerster, Λ΄ 35.1-11.
[9] Γεωργίου μοναχοῦ, Χρονικόν, ed. C. de Boor, 584.18-585.6· Γεωργίου Κεδρηνοῦ, Σύνοψις ἱστοριῶν, ed. I. Bekker, vol. I, 569.21-570.2· Σούδα, ed. A. Adler, Μ 23.1-9.
[10] Θεοδωρήτου Κύρρου, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, eds L. Parmentier καὶ F. Scheidweiler, 321.3-5: «καὶ λό­γος κατεῖχεν ἀπατηλός, ὡς εἴ τις τούτῳ πελάσοι, κλονηθήσεται μὲν ἡ γῆ, πανωλεθρία δὲ ἅ­παντας κα­τα­λή­ψεται».
[11] Βλ. τὰ ἄρθρα μου «Ἡ καταστροφὴ τοῦ Σαραπείου. Μέρος Α΄: Τὸ σκηνικό», Ἀκτῖνες 632 (Ἰού­νι­ος 2002), σελ. 197-202 κα«Ἡ καταστροφὴ τοῦ Σαραπείου. Μέρος Β΄: Τὰ γεγονότα», Ἀκτῖνες 633 (Ἰού­λιος-Σεπτέμβριος 2002), σελ. 228-234.
[12] Σῳζομενοῦ, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, eds J. Bidez καὶ G. C. Hansen, Ζʹ 15, 7.3-8.1.
[13] Codex Theodosianus, eds Theodor Mommsen καὶ Paulus M. Meyer, Weidmann, Berlin 1905, vol. I.2, σελ. 900, XVI, 10, 11.1-8 (391 Jun. 16).
[14] Θεοδωρήτου Κύρου, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, eds L. Parmentier καὶ F. Scheidweiler, 321.8-12: «Ἐ­κεί­νου δὲ παίσαντος, ἐβόησαν μὲν ἅπαντες τὸ θρυ­λού­με­νον δείσαντες· ὁ δὲ Σάραπις δεξάμενος τὴν πληγήν οὔ­τε ἤλγησε (ξύλινος γὰρ ἦν), οὔτε φωνὴν ἀφῆ­κεν, ἄψυχος ὤν. Ἐπειδὴ δὲ τὴν κεφαλὴν ἀφῃρέθη, μύες ἀγε­ληδὸν ἐξέδραμον ἔνδοθεν· μυῶν γὰρ οἰκητήριον ἦν ὁ Αἰγυπτίων θεός».
[15] Εὐσεβίου Καισαρείας, Βίος τοῦ μακαρίου Κωνσταντίνου βασιλέως, ed. F. Winkelmann, Γ΄ 54, 3.1-2.
[16] Στράβωνος, Γεωγραφικά, ed. A. Meineke, ΙΓ΄ 1, 48.1-4.
[17] Παυσανίου, Ἑλλάδος περιήγησις, ed. F. Spiro, Θ΄ (Βοιωτικά) 30, 1.1-6.
[18] Εὐσεβίου Καισαρείας, ὅ.π., Γ΄ 54, 2.7-3.1.
[19] Γεωργίου Κεδρηνοῦ, Σύνοψις ἱστοριῶν, ed. I. Bekker, vol. I, 564.5-565.17.
[20] Μαρίνου Νεαπολίτου, Πρόκλος ἢ Περὶ εὐδαιμονίας, 30, ed. R. Masullo, 737-739.
[21] Νικήτα Χωνιάτου, Χρονικὴ διήγησις, ed. J. van Dieten, «Τὰ μετὰ τὴν ἅλωσιν», μέρος Β΄, 648.13-650.14 (= ed. J.- P. Migne, PG 139, 1044.21-1048.32).
[22] Τὰ χάλκινα αὐτὰ ἀγάλματα (στὴ συντριπτική τους πλειοψηφία, τὰ πρωτότυπα ἔργα τῆς ἀρχαίας ἑλ­λη­νικῆς γλυπτικῆς ἦσαν χάλκινα) ἦσαν εὐάλωτα.  Κάποια σπουδαῖα ἀγάλ­ματα καταστράφηκαν ἀπὸ μία καταστροφικὴ πυρκαγιὰ ποὺ ἔπληξε τὴν Κων­σταν­τινούπολη ἐπὶ βασιλείας τοῦ αὐτο­κρά­το­ρος Ζή­νω­νος τὸ 475. Ἡ μοῖρα τῶν ὑπο­λοί­πων ἦταν ἴσως ἀκόμη πιὸ σκληρή: Ὅταν οἱ κατ’ ὄνομα «Σταυ­ρο­φό­ροι» κατέλαβαν τὴν Κων­σταν­τι­νού­πολη τὸ 1204, ὅλα αὐτὰ τὰ ἀπαράμιλλα ἔργα τέχνης, ὅλα αὐτὰ τὰ ἀνυ­­­πέρ­βλη­τα προϊόντα τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ κατέβηκαν ἀπὸ τὰ βάθρα τους καὶ πα­ραδόθηκαν στὴ φωτιά, γιὰ νὰ γίνουν... χάλκινα νομίσματα!!! Ὁ Νικήτας ὁ Χω­νιά­της, μέσα ἀπὸ ἕνα θρῆνο γιὰ τοὺς χα­μένους θη­σαυ­ροὺς ὁ ὁποῖος δὲν ἀποφεύγει κά­ποιες ρητορικὲς ὑπερβολές, στη­λιτεύει τὴν ἀσύλληπτη βαρ­βαρότητα τῶν Λατίνων κα­τα­κτητῶν, αὐτῶν τῶν «ἀνέραστων τοῦ ὡραίου βαρβάρων», ὅπως τοὺς ὀνο­μάζει, ἡ ὁποία στέ­ρη­σε τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ ἀνεπανάληπτους θησαυροὺς τῆς τέχνης (Νικήτα Χω­νιά­του, ὅ.π., ed. J. van Dieten, Β΄ 648 κ.ἑ. = ed. J.- P. Migne, PG 139, 1044 κ.ἑ.).
[23] Πλάτωνος, Πολιτεία, ed. J. Burnet, 386a κ.ἑ.
[24] Μεγάλου Βασιλείου, Πρὸς τοὺς νέους ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, ed. F. Bou­len­ger, 5.25-28: «Ὡς δ’ ἐγώ τινος ἤκουσα δεινοῦ καταμαθεῖν ἀνδρὸς ποιητοῦ διά­νοιαν, πᾶσα μὲν ἡ ποίησις τῷ Ὁ­μή­ρῳ ἀρετῆς ἐστιν ἔπαινος, καὶ πάντα αὐτῷ πρὸς τοῦτο φέ­ρει, ὅ τι μὴ πάρεργον».
[25] Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως, Προτρεπτικὸς πρὸς Ἕλληνας, ed. C. Mondésert, δʹ 57, 6.1-2: «Ἐπαινείσθω μὲν ἡ τέ­χνη, μὴ ἀπατάτω δὲ τὸν ἄνθρωπο ὡς ἀλήθεια».
[26] Codex Theodosianus, eds Theodor Mommsen καὶ Paulus M. Meyer, Weidmann, Berlin 1905, vol. I.2, σελ. 905, XVI, 10, 25.1-8 (435 Nov. 14).
[27] Alison Frantz, “From paganism to Christianity in the temples of Athens”, Dumbarton Oaks Papers 19 (1965), σελ. 187-188.
[28] Παλαιότεροι ἱστορικοὶ δέχονταν ὅτι νόμος ἐξουσιοδοτοῦσε πράγματι τὶς κατὰ τόπους ἀρχὲς νὰ με­τα­τρέψουν τὰ ἀρχαῖα ἱερὰ σὲ χριστιανικοὺς ναούς· βλ. γιὰ παράδειγμα John B. Bury, History of the La­ter Roman Empire from the death of Theodosius I to the death of Justinian, vol. I, Macmillan & Co. Ltd, London 1923, σελ. 371.
[29] Βλ. τὸ ἄρθρο τοῦ Friedrich Wilhelm Deichmann, »Die Basilica im Parthenon«, Athenische Mitteilungen 63/64 (1938/39), σελ. 127-139.
[30] Friedrich Wilhelm Deichmann, »Frühchristliche Kirchen in antiken Heiligtümern«, Jahrbuch des Deutschen Archäologischen Instituts 54 (1939), σελ. 103-136.
[31] Στὸ πλαίσιο τῆς διαμάχης τοῦ σκηνοθέτη Κώστα Γαβρᾶ μὲ τὴ διοίκηση τοῦ νέου Μουσείου τῆς Ἀ­κρό­πο­λης.
[32] Alison Frantz, “From paganism to Christianity in the temples of Athens”, Dumbarton Oaks Papers 19 (1965), σελ. 201.
[33] Δημοσθένους, Κατὰ Ἀριστοκράτους, ed. S. H. Butcher, 206.6-208.4.
[34] Σιμωνίδου, Ἀποσπάσματα, ed. D. L. Page, ἀπ. 26, 1.4-5: «ἐντάφιον δὲ τοιοῦτον οὔτεὐρώς / οὔθ παν­δαμάτωρ ἀμαυρώσει χρόνος».
[35] Ἰωάννου Σκυλίτζη, Σύνοψις ἱστοριῶν, ed. J. Thurn, «Βασίλειος καὶ Κωνσταντῖνος», 43.38-41: «Ἐν Ἀθή­ναις δὲ γενόμενος, καὶ τῇ Θεοτόκῳ τὰ τῆς νίκης εὐχαριστήρια δοὺς καὶ ἀναθήμασι λαμπροῖς καὶ πο­λυτελέσι κοσμήσας τὸν ναόν, ὑπέστρεψεν εἰς Κωνσταντινούπολιν».
[36] Alison Frantz, “From paganism to Christianity in the temples of Athens”, Dumbarton Oaks Papers 19 (1965), σελ. 201.




Δεν υπάρχουν σχόλια: