Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Γιάννη Τσέντου, Ἡ ἀλήθεια γιά τήν Ὑπατία, Β'


ΓΙΑΝΝΗ Κ. ΤΣΕΝΤΟΥ

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΤΙΑ
Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΤΙΑΣ
ΣΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΓΑΝΙΣΜΟΥ

ΜΕΡΟΣ Β΄

Ἀκτῖνες (2010) 198-205

          Στὸ προηγούμενο, πρῶτο μέρος τῆς μελέτης μας γιὰ τὴ θέση τῆς Ὑπατίας στὴ σύγ­κρουση χριστιανισμοῦ καὶ παγανισμοῦ, ξεκινήσαμε μὲ τὴ διαπίστωση ὅτι, μ’ ὅλες τὶς δεδομένες ἀνακρίβειες τῆς εἰκόνας μας γιὰ τὴν Ὑπατία, ὑπάρχει ἕνα τοὐ­λά­χιστον ση­­μεῖο ποὺ σχεδὸν οὐδεὶς διανοεῖται νὰ ἀμφισβητήσει: ὅτι ἡ Ὑπατία ὑπῆρξε μία μάρ­τυς τῆς εἰ­δωλολατρικῆς παρατάξεως στὴ σύγκρουση χριστιανισμοῦ καὶ πα­γα­νι­σμοῦ. Ἀ­φήνοντας ὅμως στὴν ἄκρη τὸ παραμορφωτικὸ κάτοπτρο τοῦ μύθου, θέσαμε τὸ ἐρώ­τη­μα ποὺ θὰ ἔπρεπε αὐτονόητα νὰ θέτει ὁ ἀπροκατάληπτος ἐρευνητής, ἀλλὰ καὶ κάθε ἄν­θρωπος ποὺ ἐνδιαφέρεται γνήσια καὶ εἰλικρινὰ νὰ μάθει τὴν ἀλήθεια:  Πῶς καὶ ἀπὸ ποῦ γνωρίζουμε αὐτὸ ποὺ θεωροῦμε ὡς τόσο δεδομένο καὶ αὐτονόητο γιὰ τὴν Ὑπατία;  Τὸ θέμα βεβαίως ἐδῶ δὲν εἶναι τί λένε ὅσοι ἔχουν μιλήσει γιὰ τὴν Ὑπατία στὰ νεώτερα χρό­νια καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ μιλοῦν στὴν ἐποχή μας (Toland, ὁ Βολταῖρος, ὁ Laconte de Lisle, ὁ Kings­ley, ὁ Barrès ἢ ὁ Alejandro Amenábar μὲ τὴν πρόσφατη ταινία του γιὰ τὴν Ὑπατία), ἀλλὰ τί μᾶς παραδίδουν οἱ πηγές.  Γιὰ παράδειγμα, ὁ Kingsley ἐμφανίζει τὴν προηγουμένως ἐθνικὴ Ὑπατία νὰ προσέρχεται στὸν χριστιανισμὸ καὶ νὰ τὸν ἀ­σπά­ζεται λίγο πρὶν τὸ τραγικὸ τέλος της, ἀλλὰ τὸ ἔργο τοῦ Kingsley δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ἱστορικὸ μυθιστόρημα τοῦ 19ου αἰῶνα, καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντι­με­τω­πισθεῖ ὡς πηγή. Ὑπάρχει, λοιπόν, στὶς πηγὲς κάποια ἔνδειξη ὅτι ἡ Ὑπατία ἦταν ἐθνι­κὴ καὶ βρέθηκε ἀντιμέτωπη μὲ τὸν χριστιανισμὸ στὴν ἐπικὴ σύγκρουση τοῦ χρι­στια­νισμοῦ μὲ τὸν παγανισμὸ καὶ τὸν παλαιὸ κόσμο; Ἰδοὺ τὸ ἐρώτημά μας.
          Μία τέτοια ἔνδειξη ἀναζητήσαμε, κατὰ πρῶτον, ὅπως ἦταν ἄλλωστε λογικό, στὴ διδασκαλία καὶ στὸν κύκλο τῶν μαθητῶν τῆς Ὑπατίας.  Καὶ ἔργα μὲν τῆς Ὑπα­τί­ας ποὺ θὰ μᾶς ἐπέτρεπαν νὰ δοῦμε ἰδίοις ὄμμασιν τὴν τοποθέτησή της δὲν σῴζονται, τί­ποτε ὅμως στὴ διδασκαλία τῆς Ὑπατίας δὲν φαίνεται νὰ συνηγορεῖ ὑπὲρ τοῦ ὅτι αὐ­τὴ ἦταν ὑπέρμαχος τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας ἢ πολεμία τοῦ χριστιανισμοῦ.  Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφθανε αὐτό, ὁ κύκλος τῶν μαθητῶν τῆς Ὑπατίας γνωρίζουμε ἀπὸ τὶς πηγὲς ὅτι ἦταν κα­τὰ βάσιν χριστιανικός, καὶ προφανῶς ὅλοι οἱ χριστιανοὶ ποὺ συνέρρεαν νὰ πα­ρα­κο­λουθήσουν τὰ μαθήματά της, μὲ γνωστότερο τὸν Συνέσιο, δὲν ἔβλεπαν στὴν Ὑπατία τί­πο­τε ποὺ ἐρχόταν σὲ σύγ­κρουση μὲ τὴ χριστιανική τους πίστη.
          Μία δεύτερη κατεύθυνση πρὸς τὴν ὁποία στραφήκαμε, ἀναζητώντας κάποια ἔν­δει­ξη ὅτι ἡ Ὑπατία ἦταν ἐθνική, ἦταν τὰ ὅσα γνωρίζουμε ἀπὸ τὶς πηγὲς γιὰ τὴν πα­ρου­σία καὶ τὴ δράση τῆς Ὑπατίας στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ὅμως, ὅπως διαπιστώσαμε, ὅπως ἀ­κρι­­βῶς δὲν βρί­σκουμε στὴ διδασκαλία καὶ στὸν κύκλο τῶν μαθητῶν τῆς Ὑπατίας καμ­μία ἀπο­λύ­τως ἔνδειξη ὅτι αὐτὴ ἦταν ἐθνική, ἔτσι δὲν βρίσκουμε καὶ στὴν παρουσία καὶ στὴ δρά­ση της στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἀπεναντίας, μάλιστα, γνωρίζουμε ὅτι στὸ πάν­δη­μο εἰδωλολατρικὸ προσκλητήριο στὸ Σαραπεῖο ἡ Ὑπατία δὲν ἐμφανίσθηκε που­θε­νά, πρᾶγμα ποὺ ἀποτελοῦσε μία ἔμπρακτη διαφοροποίησή της ἀπὸ τὴν εἰδω­λο­λα­τρικὴ κοι­­νό­τητα τῆς Ἀλεξανδρείας.
          Τέλος, ἀναζητήσαμε τοὺς ὑμνητὲς τῆς Ὑπατίας. Ἐδῶ ὅμως τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνα­ζήτησής μας δὲν ἦταν ἁπλῶς πενιχρά· ἦταν ἐξόχως ἀνατρεπτικά. Ἐνῷ δηλαδή, μὲ δε­δομένη τὴ συμβολικὴ διάσταση ποὺ ἔχει προσ­λά­βει ἡ δολοφονία τῆς ῾Υπα­τί­ας στὸ πλαί­σιο τῆς σύγκρουσης τοῦ χριστιανισμοῦ μὲ τὸν παγανισμό, θὰ ὑπέθετε κα­νεὶς λο­γι­κὰ ὅτι οἱ χριστιανικὲς πηγὲς θὰ προσπαθοῦσαν νὰ ὑποβαθμίσουν τὴν ἀξία τῆς ῾Υ­πα­τί­ας καὶ οἱ ἐθνικὲς πηγὲς θὰ προέβαλλαν μία ἀψε­γά­διαστη καὶ ἐξιδανικευμένη εἰ­κό­να τῆς ᾿Αλεξανδρινῆς φιλοσόφου, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα συμβαίνει τὸ ἐντελῶς ἀν­τί­στρο­φο: ἡ ἀψεγάδιαστη καὶ σχεδὸν ἐξιδανικευμένη εἰ­κό­να τῆς ῾Υπατίας προβάλλεται ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς συγγραφεῖς, ἐνῷ ὁ ἐθνικὸς καὶ πο­λέμιος τοῦ χριστιανισμοῦ Δα­μά­σκι­ος, ἡ μόνη ἐθνικὴ πηγὴ ποὺ μνημονεύει τὴν Ὑπατία, δύσκολα κρύβει τὴ χαμηλή του ἐκ­τί­μηση –ἡ ὁ­ποία φαίνεται νὰ φθάνει μέχρι καὶ τὴν εὐθεῖα περιφρόνηση– γιὰ τὴν ᾿Αλε­ξαν­δρινὴ φι­λό­σοφο.
          Αὐτὰ ἦταν, ἐν συντομίᾳ, ὅσα εἴδαμε διὰ μακρῶν στὸ προηγούμενο, πρῶτο μέ­ρος τῆς μελέτης μας γιὰ τὴ θέση τῆς Ὑπατίας στὴ σύγκρουση χριστιανισμοῦ καὶ πα­γα­νι­σμοῦ.    

Εἰς ἀναζήτησιν ἐνδείξεων:
δ) Ποιοί «διεκδικοῦν» τὴν Ὑπατία;
          Εἶναι καιρὸς νὰ στραφοῦμε στὸ τελευταῖο σημεῖο ὅπου θὰ προσδοκούσαμε νὰ βροῦ­­με μία ἔνδειξη ὅτι ἡ Ὑπατία ἦταν ἐθνική, διερωτώμενοι ἂν ὑπάρχει κάποιος ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς συγγραφεῖς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ὁ ὁποῖος, ἔστω καὶ ἔμμεσα, «διεκδικεῖ» τὴν Ὑπατία γιὰ λογαριασμὸ τῆς εἰδωλολατρικῆς παρατάξεως στὴ σύγκρουση χρι­στια­νι­­σμοῦ καὶ παγανισμοῦ. Ἂν θέσουμε αὐτὸ τὸ ἐρώτημα μὲ τὴν εἰλικρίνεια τοῦ ἀπρο­κα­τά­­ληπτου ἐρευνητῆ, ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὸ παραμορφωτικὸ κάτοπτρο τοῦ μύθου, θὰ καταλήξουμε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ σὲ ἕνα ἐξόχως ἀνατρεπτικὸ ἀποτέλεσμα: στὸ συμ­πέρασμα δηλαδὴ ὅτι, ἂν κάποιοι «διεκδικοῦν» τὴν Ὑπατία, αὐτοὶ δὲν εἶναι ὁ Δα­μά­σκιος καὶ οἱ ἄλλοι σύγχρονοί της ἐθνικοί, ἀλλά... χριστιανοί!!!
          Ἕνα παράδειγμα εἶναι ὁ αἱρετικός (εὐνομιανός) ἱστορικὸς τοῦ  Δ΄ - Ε΄ αἰῶνα μ.Χ. Φιλοστόργιος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐμφανίζει βέβαια τὴν Ὑπατία ὡς ἐθνικὴ, ἀλλὰ πε­ρι­ο­ρί­ζεται νὰ γράψει ὅτι «δολοφονήθηκε ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ πρεσβεύουν τὸν ὁμοούσιον», δη­λαδὴ ἀπὸ τοὺς ὀρ­θοδόξους.1 Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἐμφανίζει ὁ Φιλοστόργιος τὴ δο­λοφονία τῆς Ὑπα­τίας καὶ ὁ ἐκ μέρους του καταλογισμὸς τῆς εὐθύνης κάνει τὴ Maria Dzielska νὰ ἀφή­νει ἀνοι­κτὸ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ εἶχε προσχωρήσει ἡ Ὑπατία σὲ κάποια ἀπὸ τὶς χρι­στια­νικὲς αἱ­ρέσεις,2 καὶ ἡ δολοφονία της νὰ ἦταν μία ἐνδοχριστιανικὴ ὑπό­θε­ση. Ἡ ἀλήθεια εἶναι βέβαια, ὅπως ἄλλωστε ἀναγνωρίζει καὶ ἡ Maria Dziel­ska,3 ὅτι ὁ Φι­λοστόργιος δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἀξιόπιστη πηγή, ἀφοῦ εἶχε συμ­φέρον νὰ συ­κο­φαντήσει τοὺς ὀρθοδόξους. Ἄλλωστε, ὁ Φιλοστόργιος εἶναι κατὰ τὸν Φώτιο «ἄν­δρας ψευδολόγος, ποὺ δὲν μένει μακριὰ οὔτε ἀπὸ τὴ μυθολογία»,4 ὁ ὁποῖ­ος δίνει μαρ­τυ­ρίες ποὺ ἔρχονται σὲ σύγκρουση μὲ τὶς μαρτυρίες σχεδὸν ὅλων τῶν ἐκ­κλησιαστικῶν ἱστο­ρικῶν, καὶ ἐξυμνεῖ ὅλους τοὺς ἀρειανίζοντες καὶ λοιδορεῖ τοὺς ὀρ­θοδόξους, μὲ ἀπο­τέλεσμα τὸ ἔργο του νὰ μὴν εἶναι ἱστορία, ἀλλὰ μᾶλλον «ἐγκώμιο τῶν αἱρετικῶν καὶ ἀπροκάλυπτος ψόγος καὶ κατηγορία τῶν ὀρθοδόξων».5 Ἐπιπλέον δέ, ὅπως γί­νε­ται ἀντιληπτό, ὁ Φιλοστόργιος δὲν γράφει ρητῶς ὅτι ἡ Ὑπατία εἶχε ἀσπα­σθεῖ κάποια χρι­στιανικὴ αἵρεση.
          Πολὺ πιὸ ἀποκαλυπτικὴ ἀπὸ τὴ μαρτυρία τοῦ Φιλοστοργίου εἶναι ὅμως μία πα­ρά­δοξη ἐπιστολή, ἡ ὁποία παραδίδεται ὡς «ἀντίγραφο ἐπιστολῆς τῆς Ὑπατίας, ἡ ὁ­ποία δίδασκε φιλοσοφία στὴν Ἀλεξάνδρεια, πρὸς τὸν μακαριώτατο ἀρχιεπίσκοπο Κύ­ριλλο».6  Τὸ κείμενο τῆς ἐπιστολῆς ἀποτελεῖ μία ἔκκληση πρὸς τὸν Κύριλλο νὰ ἐπα­νεξετάσει τὴν καταδίκη τοῦ Νεστορίου καὶ τῆς διδασκαλίας του.  Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Κύριλλος ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἡγέτης τῆς ὀρθοδόξου παρατάξεως στὴν ἀναμέτρησή της μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Νεστορίου, ὁ ὁποῖος δὲν δεχόταν τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ σὲ μία ὑπόσταση. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ Ὑπατία φέρεται σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ νὰ ἀσπάζεται πλήρως τὶς θέσεις τοῦ Νεστορίου, τὶς ὁποῖες ἐμφανίζει ὡς ἀπολύτως σύμ­φω­νες μὲ τὴν ἀποστολικὴ διδασκαλία, καὶ νὰ ἀναλαμβάνει μία ἀπέλπιδα προσπάθεια δια­μεσολάβησης πρὸς τὸν Κύριλλο, ὥστε νὰ ἀνακληθεῖ ἡ καταδίκη τοῦ αἱρεσιάρχη. Ἡ Ὑπα­τία δηλαδὴ σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ ὄχι μόνο δὲν ἐμφανίζεται ὡς ἐθνική, ἀλλὰ καὶ φέ­ρεται νὰ εἶναι ὀπαδὸς μιᾶς ἀπὸ τὶς χριστιανικὲς αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς!
          Βεβαίως, δὲν χωράει ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ἐπιστολὴ εἶναι πλα­στή. Ἄλλωστε, στὴν ἐπιστολὴ γίνεται μνεία τοῦ ἀποσχηματισμοῦ καὶ τῆς ἐξορίας τοῦ Νε­στορίου, γεγονὸς ποὺ αὐτομάτως τοποθετεῖ τὴ συγγραφὴ τῆς ἐπιστολῆς μετὰ τὴν Οἰ­κουμενικὴ Σύνοδο τῆς Ἐφέσου, ἡ ὁποία καταδίκασε τὸν Νεστόριο τὸ 431 μ.Χ., δη­λα­δὴ δεκαέξι ὁλόκληρα χρόνια μετὰ τὴ δολοφονία τῆς Ὑπατίας. Ἐξυπακούεται λοι­πὸν ὅτι ἡ Ὑπατία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ συγγραφέας τῆς ἐν λόγῳ ἐπιστολῆς. Ἡ τόσο ἐξώ­φθαλμη ὅμως αὐτὴ πλαστογραφία διατηρεῖ μολαταῦτα ἀμείωτο τὸ ἐνδιαφέρον της, κα­θὼς ἀποδεικνύει ὅτι κάποιοι χριστιανοὶ αἱρετικοὶ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἔνιωθαν ἄνετα νά «οἰκειοποιηθοῦν» τὴν Ὑπατία, κἄτι ποὺ δὲν διενοήθη νὰ πράξει ὁ Δαμάσκιος ἢ κά­ποιος ἄλλος ἐθνικὸς συγγραφέας.  Μὲ αὐτὸ τὸ δεδομένο, δὲν θὰ ἦταν ἄστοχο νὰ ὑπο­θέ­σει κανεὶς ὅτι ἡ Ὑπατία εἶχε πράγματι βρεθεῖ κοντὰ σὲ κάποια χριστιανικὴ αἵρεση!
          Καὶ τὸ σημαντικώτερο, πρὸς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα φαίνεται νὰ μᾶς ὁδηγεῖ καὶ μία ἄλλη, ἐντελῶς ἀπροσδόκητη μαρτυρία: ἡ μαρτυρία τοῦ ἐθνικοῦ καὶ πολεμίου τοῦ χρι­στιανισμοῦ Δαμασκίου, ὁ ὁποῖος ἐνοχοποιεῖ γιὰ τὴ δολοφονία τῆς Ὑπατίας τὸν φθό­νο τοῦ Κυρίλλου, «ἐπισκόπου τῆς ἀντιπάλου αἱρέσεως»!!!7  Τὸ σχόλιο τοῦ Δα­μα­σκί­ου δὲν μπορεῖ νὰ σημαίνει πα­ρὰ ἕνα καὶ μόνο πρᾶγμα: ὅτι καὶ ἡ ἴδια ἡ Ὑπατία ἦταν ὀπαδὸς μιᾶς χρι­στια­νικῆς αἱρέσεως, τῆς ἀντιπάλου αἱρέσεως ἀπὸ αὐτὴν τῆς ὁποί­ας ἡγεῖ­το ὁ Κύριλλος! Ἄρα ὁ ἐθνικὸς Δαμάσκιος ὄχι μόνο δὲν «διεκδικεῖ» τὴν Ὑπατία γιὰ λο­γαριασμὸ τῆς ἐθνι­κῆς παρατάξεως, ἀλλὰ καὶ φαίνεται νὰ ἀναγνωρίζει ὅτι αὐτὴ ἦταν μέλος μιᾶς χρι­στια­νικῆς αἱρέσεως – πρᾶγμα ποὺ βεβαίως ἐξηγεῖ καὶ τὴν ἀπρο­κά­λυ­πτη πε­ρι­φρόνηση μὲ τὴν ὁποία μιλοῦσε γιὰ τὴ φιλοσοφική της ἀξία!
          Μ’ ὅλα τὰ παραπάνω, ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε ἀπολύτως εἰλικρινεῖς, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι ἀποδείξαμε πὼς ἡ Ὑπατία ἦταν ὀπαδὸς μιᾶς χριστιανικῆς αἱ­ρέ­σεως· θὰ χρειάζονταν πολὺ περισσότερα στοιχεῖα, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ ὁρι­στικὴ καὶ ἀκλόνητη ἀπόδειξη· στὴν παροῦσα φάση, καὶ μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχουμε στὴ διάθεσή μας ἀπὸ τὶς πηγές, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε παρὰ γιὰ ἐνδείξεις.  Αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ ποῦ­με μετὰ πεποιθήσεως εἶναι ὅτι, ἐὰν ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ἀποφανθοῦμε ἂν ἡ Ὑπα­τία ἦταν ἐθνικὴ ἢ ἦταν ὀπαδὸς μιᾶς χριστιανικῆς αἱρέσεως, ἔχουμε πολὺ πε­ρισ­σό­τε­ρα στοιχεῖα νὰ ἰσχυρισθοῦμε τὸ δεύτερο παρὰ τὸ πρῶτο!

Ἐπίμετρον
          Συμπερασματικά, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ προηγηθεῖσα συζήτηση, ἂν καὶ ἐπικεντρωμένη ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τῶν δεδομένων περιορισμῶν τοῦ χώρου σὲ ἕνα καὶ μόνο σημεῖο τοῦ μύθου τῆς Ὑπατίας, μᾶς ἔχει ἤδη ὁδηγήσει σὲ ἕνα πραγ­μα­τι­κὰ ἀποκαλυπτικὸ συμπέρασμα: ὅτι κατὰ πᾶσα πιθανότητα ἡ Ὑπατία ὄχι μόνο δὲν ἦταν ἐθνική, ἀλλὰ καὶ εἶχε πιθανώτατα ἀσπασθεῖ κάποια χριστιανικὴ αἵρεση.  Τὸ συμ­πέρασμα αὐτό, στὸ ὁποῖο φθάνουμε μέσα ἀπὸ τὴν ἐνδελεχῆ μελέτη καὶ τὴν προσ­ε­κτι­κὴ ἀξιολόγηση τῶν πηγῶν, ἀνατρέπει ἐκ βάθρων τὴν κατηγορία κατὰ τοῦ χρι­στια­νι­σμοῦ, καὶ ἀποδεικνύει πόσο λίγη σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν μῦθο καὶ τὴν ἱστο­ρι­κὴ πραγματικότητα.  Εἶναι στ’ ἀλήθεια θλιβερὴ ἡ διαπίστωση ὅτι στὴν περίπτωση τῆς Ὑπατίας ὁ μῦθος ἔχει σὲ τέτοιο βαθμὸ σκεπάσει τὴν πραγματικότητα, ὥστε τὸ ψέμμα καὶ ἡ πλάνη θεωροῦνται σχεδὸν ἀπ’ ὅλους σήμερα ὡς ἀδιαφιλονίκητη ἱστορικὴ ἀλή­θεια.
          Ἡ φιλόσοφος καὶ μαθηματικὸς Ὑπατία ὑπῆρξε «παράπλευρη ἀπώλεια» μιᾶς σύγ­κρουσης ἀνάμεσα στην πολιτικὴ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου τὸν Μάρτιο τοῦ 415 μ.Χ.  Αὐτὸ προκύπτει πέραν πάσης ἀμφιβολίας ἀπὸ τὶς πηγές. Ὁ ἔπαρχος Ὀρέστης, ὁ διορισμένος ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα πολιτικὸς διοι­κη­τὴς τῆς Ἀλεξανδρείας, χριστιανὸς καὶ ὁ ἴδιος, ἦταν πιστὸς μαθητὴς τῆς Ὑπατίας. Ἔτσι, κά­ποιοι ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ νέου πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Κυρίλλου, ἀνεγκέφαλοι φα­νατικοί, ἀσφαλῶς, πίστευσαν ὅτι ὁ Ὀρέστης θὰ ἄλλαζε πολιτικὴ καὶ θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὴ σκληρὴ στάση ποὺ κρατοῦσε ἐνάντια στὸν Κύριλλο, ἂν ἔβγαινε ἀπὸ τὴ μέση ἡ Ὑ­πατία. Ἄν, τώρα, πρέπει ὁπωσδήποπτε νὰ δοῦμε αὐτὴ τὴ δολοφονία μὲ φόντο τὴ σύγ­κρουση χριστιανισμοῦ καὶ παγανισμοῦ, τὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχουμε δὲν ἐπιδέχονται πολ­λὲς ἑρμηνεῖες:  Καὶ οἱ δύο ἀντιμαχόμενες παρατάξεις στὴν Ἀλεξάνδρεια ἦταν χρι­στια­νικές.
          Κλείνοντας, δὲν πρέπει νὰ παραλείψουμε νὰ σχολιάσουμε ἐν πάσῃ συντομίᾳ τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς δολοφονίας τῆς Ὑπατίας, ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὶς ἀνακρίβειες, τὰ φληναφήματα καὶ τὰ ψεύδη τοῦ μύθου περί «μάρτυρος τοῦ ἑλληνισμοῦ». Ἡ δο­λο­φο­νία τῆς φιλοσόφου Ὑπατίας, εἴτε αὐτὴ ἦταν εἰκοσιπέντε εἴτε ἐξῆντα ἐτῶν, εἴτε ἦταν ἐθνι­κὴ εἴτε χριστιανή, εἶναι ἕνα ἀποτρόπαιο ἔγκλημα, τὸ ὁποῖο ὁ κάθε πολιτισμένος ἄν­θρωπος δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ καταδικάζει ἐντελῶς κατηγορηματικὰ καὶ ἀπε­ρί­φρα­στα.  Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὸ ἀποτρόπαιο αὐτὸ ἔγκλημα διεπράχθη ἀπὸ κάποιους ποὺ ἤθελαν νὰ λέγονται «χριστιανοί».  Αὐτὸ εἶναι κἄτι ποὺ πρέπει νὰ ποῦμε εὐ­θαρ­σῶς καὶ μὲ κάθε παρρησία, καὶ δὲν παύει νὰ ἀλήθεια, εἴτε ἡ Ὑπατία ἦταν ἐθνική, εἴτε χριστιανή, εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο.
          Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ χριστιανισμοῦ ἔχει τραυ­μα­τισθεῖ ἀπὸ φα­να­τι­σμούς, μίση καὶ ἐγκλήματα... ἐν ὀνόματι τῆς θρησκείας τῆς ἀγάπης.  Καὶ εἶναι χρήσιμο νὰ θυμηθοῦμε πῶς ἑρμηνεύει αὐτὸν τὸν μετασχηματισμὸ τῆς θρη­σκεί­ας τῆς ἀγάπης σὲ θρη­σκεία τοῦ μίσους (κατ’ ἐξοχὴν στὸν πόλεμο κατὰ τῶν αἱ­ρέ­σε­ων) ἕνας ἀπὸ τοὺς πραγ­ματικὰ μεγάλους χριστιανοὺς διανοητὲς τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα, ὁ Ἀ­λέξανδρος Τσι­ρι­ντάνης.  Κατὰ τὸν Τσιριντάνη, τὸ μῖσος χρησιμοποιεῖται ὡς ὑπο­κα­τά­στατο (Ersatz) τῆς γνήσιας συμμόρφωσης τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴ δι­δα­σκα­λία τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, στὸ πλαίσιο μιᾶς κουτοπόνηρης προσπάθειας νὰ δωροδοκηθεῖ ἡ θεία δικαιοσύνη μὲ τὸ ἑξῆς ἀνόητο σκεπτικό: «Δὲν σοῦ προσφέρω μέν, Θεέ μου, βίο σύμ­φωνο μὲ τὸ Εὐ­αγ­γέλιο, σοῦ προσφέρω ὅμως τὸ μῖσος ἐναντίον ἐκείνων ποὺ πλα­νῶν­ται περὶ τὸ ὀρθὸ δόγ­μα».8  Περιττὸ βέβαια νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὴ ἡ προσφυγὴ στὸ μῖ­σος καὶ τὸν φανατισμὸ ἀπο­τελεῖ εὐθεῖα διαστροφὴ τοῦ μηνύματος τοῦ χριστιανισμοῦ.
          Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν κανένας λόγος νὰ ἀρνηθοῦμε ὅτι ἔχουν ὑπάρξει στὴν ἱστο­ρία καὶ κακοί «χριστιανοί»! Ἀλλὰ οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ παίρνει ἕναν κακὸ ἢ μόνον κατ’ ὄνομα «χριστιανό» ὡς μέτρο σύγκρισης.  Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὴν ἐξαιρετικὰ εὔ­στοχη καὶ ἐκφραστικὴ εἰκόνα ποὺ μᾶς δίδει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, οὐδεὶς δι­καιοῦται νὰ συγκρίνει τὸν χείριστο τῶν ἵππων μὲ τὸν ἄριστο τῶν ὄνων, καὶ νὰ δια­πι­στώνει κατόπιν πανηγυρικὰ ὅτι τὰ γαϊδούρια τρέχουν πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὰ ἄλογα!9 Ἕ­να τέτοιο συμπέρασμα δὲν θὰ ἀποδείκνυε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀπροσ­μέ­τρη­τη ἀνοησία αὐτοῦ ποὺ θὰ τὸ ὑποστήριζε.
          Ὅπως ὑπάρχουν παντοῦ καὶ πάντα οἱ ἀνεγκέφαλοι φανατικοί, ἔτσι εἶναι βέ­βαιο ὅτι καὶ μερικοὶ ἀπ’ ὅσους προσῆλθαν στὴ χριστιανικὴ πίστη κατὰ τοὺς πρώτους αἰ­ῶνες δὲν στάθηκαν ἱκανοὶ νὰ νιώσουν καὶ νὰ καταλάβουν πλήρως τὸ μήνυμα τοῦ χρι­στιανισμοῦ. Ὁ χριστιανισμὸς ὅμως βρῆκε καὶ ἐδῶ μία ἀκόμη εὐκαιρία νὰ κα­τα­δεί­ξει τὴν ἀνωτερότητά του ἀπέναντι στὸν παλαιὸ κόσμο, ἀπομονώνοντας καὶ κα­τα­δι­κά­ζοντας ἀπερίφραστα τέτοιους φανατικούς.  Μία ἀκριβῶς τέτοια ἀπομόνωση καὶ ἀπε­ρίφραστη καταδίκη βρίσκουμε στὴν περίπτωση τῆς δολοφονίας τῆς Ὑπατίας:  Οἱ χρι­στιανοὶ ὄχι ἁπλῶς δὲν ἐμφανίζουν καμμία τάση νὰ ἀποσιωπήσουν τὸ ἔγκλημα, ἢ ἔστω νὰ τὸ ἀντιπαρέλθουν μὲ ὅσο τὸ δυνατὸν λιγώτερες λεπτομέρειες, ἀλλὰ καὶ τὸ κα­ταγ­γέλλουν μὲ ὅση περισσότερη δύναμη μποροῦν, γιγνόμενοι οἱ ἴδιοι οἱ σφοδρότεροι κα­τήγοροι τῶν ἄνανδρων δολοφόνων.  Τὸ ὄνομα τοῦ ἐπικεφαλῆς τῶν δολοφόνων πα­ρα­δίδεται στὴν αἰώνια καταδίκη ἀπὸ χριστιανικὴ πηγή, τὸν ἐκκλησιαστικὸ ἱστορικὸ Σω­κράτη.10 Ὅλες οἱ εἰδεχθεῖς λεπτομέρειες τοῦ στυγεροῦ ἐγκλήματος, οἱ ὁποῖες μᾶς κά­νουν νὰ νιώθουμε ἀποστροφὴ γιὰ τοὺς ἄνανδρους δολοφόνους, μᾶς εἶναι γνωστὲς ἀπὸ τὶς χριστιανικὲς πηγές, τὸν Σωκράτη τὸν Σχολαστικό,11 τὸν Ἰωάννη Μαλάλα,12 τὸν Νικηφόρο Κάλλιστο-Ξανθόπουλο,13 ἀκόμη καὶ τὸν Ἰωάννη Νικίου,14 ἐνῷ ὁ ἐθνι­κὸς Δαμάσκιος τὶς ἀποσιωπᾷ, ἢ πάντως τὶς ἀντιπαρέρχεται.15  Καὶ ἡ πιὸ ἀπερίφραστη καὶ ἀνυπόκριτη καταδίκη τοῦ ἀποτρόπαιου ἐγκλήματος ἀπαντᾷ ὁμοίως στὰ ἔργα χρι­στια­νῶν. Ὁ Σωκράτης ὁ Σχολαστικός, μάλιστα, βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ σχολιάσει ὅτι οἱ φό­νοι καὶ οἱ μάχες καὶ τὰ παρόμοια εἶναι ἐντελῶς ἀλλότρια γιὰ ὅσους πιστεύουν στὸν Χρι­στό.16
          Εἶναι βέβαιον ὅτι, στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, αὐτὴ ἡ ἀνοικτὴ καὶ ἀπερίφραστη καταδίκη τοῦ ἐγκλήματος τῆς Ἀλεξανδρείας ἐκ μέρους τῶν χρι­στια­νῶν ἔδωσε μία ἀκόμη ἁπτὴ ἀπόδειξη τῆς ἀνωτερότητας τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπέναντι στὸν παλαιὸ κόσμο.  Διότι ὁ μέσος ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μποροῦσε εὔκολα νὰ βγά­λει τὰ δικά του συμπεράσματα, συγκρίνοντας τὴν ἀνοικτὴ καὶ ἀπερίφραστη καταδίκη ἐκ μέρους τῶν χριστιανῶν τῆς δολοφονίας τῆς Ὑπατίας μὲ τὴ στάση ποὺ εἶχε τη­ρήσει, γιὰ παράδειγμα, ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης σὲ μία παρόμοια περίπτωση, στὴν πε­ρίπτωση τῆς δολοφονίας τοῦ ἐπισκόπου Γεωργίου στὴν ἴδια πόλη, τὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἡ εἰρωνεία λοιπὸν εἶναι ὅτι, ὅπως φαίνεται, ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἡ δολοφονία τῆς Ὑπα­τί­ας ὁδήγησε σὲ ἀντιδιαμετρικὰ ἀντίθετα συμπεράσματα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐπείγονται νὰ ἐξ­αγάγουν ὅσοι κάνουν τὴν Ὑπατία σήμερα σύμβολο τῆς ἀντιχριστιανικῆς πολεμικῆς.
          Συμπερασματικά, μολονότι σὲ αὐτὴ τὴ μελέτη περιορισθήκαμε ἐκ τῶν πραγ­μά­των νὰ φωτίσουμε μερικὲς μόνον πτυχὲς τοῦ ὅλου θέματος, βρήκαμε ἐν τούτοις τὴν εὐ­και­ρία νὰ διαπιστώσουμε πόσο μακρὰν τῆς ἀλήθειας βρίσκεται ὁ μῦθος τῆς Ὑπατίας, ποὺ ἐμφανίζει τὴν Ὑπατία ὡς «μάρτυρα τοῦ ἑλληνισμοῦ»...  Εἶναι πραγματικὰ ἀπί­στευ­το σὲ πόσο ὠμὴ παραχάραξη τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας καὶ σὲ πόσα ἐξώφθαλμα ψεύ­δη καταφεύγουν οἱ αὐτόκλητοι κατήγοροι τοῦ χριστιανισμοῦ, προκειμένου νὰ ἀμφι­σβη­τήσουν τὴν ἀγα­στὴ συμπόρευση ἑλληνισμοῦ καὶ χριστιανισμοῦ.  Καὶ βεβαίως, ὅταν κά­ποιος κα­τα­φεύ­γει στὰ ψεύδη, τὸ κάνει ἐπειδὴ τοῦ λείπουν οἱ ἀλήθειες.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

         1.    Φιλοστοργίου, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, Η΄ 9, ed. J. Bidez, 111.3-8 (= ed. J.- P. Migne, PG 65, 1105 B): «Ὅτι οὗτος Ὑπατίαν τὴν Θέωνος θυγατέρα παρὰ μὲν τοῦ πατρὸς ἐξασκῆσαι λέγει τὰ μαθήματα· πολ­λῷ δὲ κρείττω γενέσθαι τοῦ διδασκάλου, καὶ μάλιστά γε περὶ τὴν ἀστροθεάμονα τέχνην, καὶ κα­θη­γή­σασθαι δὲ πολλῶν ἐν τοῖς μαθήμασι.  Λέγει δ’ ὁ δυσσεβὴς Θεοδοσίου τοῦ νέου βασιλεύοντος δια­σπα­σθῆ­ναι τὸ γύναιον ὑπὸ τῶν τὸ ὁμοούσιον πρεσβευόντων».
         2.    Maria Dzielska, Hypatia of Alexandria, σελ. 20.
         3.    Maria Dzielska, .π.
         4.    Φωτίου τοῦ Μεγάλου, Βιβλιοθήκη, ed. R. Henry, cod. 40, 8b12-13: «Ἔστι δὲ ἀνὴρ ψευδολόγος τε καὶ οὐδὲ μυθολογίας ἀπεχόμενος».
         5.    Φωτίου τοῦ Μεγάλου, Βιβλιοθήκη, ed. R. Henry, cod. 40, 8a32-37: «Ἱστορεῖ δὲ τἀναντία σχεδὸν ἅπα­σι τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ἱστορικοῖς. Ἐξαίρει τοὺς Ἀρειανίζοντας ἅπαντας, λοιδορίας πλύνει τοὺς ὀρ­θοδόξους, ὡς εἶναι τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ μὴ ἱστορίαν μᾶλλον ἀλ’ ἐγκώμιον μὲν τῶν αἱρετικῶν, ψόγον δὲ γυμνὸν καὶ κατηγορίαν τῶν ὀρθοδόξων».
         6.    Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, ed. Joannes Dominicus Mansi, vol. 5, 1007 D – 1008 B: “‘Exemplar ab Hypatia, quae philosophiam docebat in Alexandria, ad beatum Cyrillum Archie­pi­sco­pum in diptychis’. Legens historias temporum, reperi factam Christi praesentiam ante annos centum qua­draginta.  Fuerunt vero discipuli ejus qui postea Apostoli nominate funt, qui & post assumprionem ejus in coelos Christianam praedicavere doctrinam, qui simplicius quidem & absque omni curiositate superflua do­cu­erunt, ita ut invenirent locum plerique gentilium, male intelligentes atque sapientes, hanc accusandi do­ctrinam et instabilem nominandi.  Quod enim dixit evangelista, ‘Deum nemo vidit unquam’, quomodo ergo, inquiunt, (dicitis) Deum fuisse crucifixum?  Et ajunt: ‘Qui visus non est, quomodo affixus est cruci? Quo­modo mortuous atque sepultus est?’  Nestorius igitur, qui modo in exilio constitutus est, Apostolorum prae­dicationes exposuit.  Nam discens ego ante longapridem tempora quod ille ipse duas naturas Christum sit consessus existere, ad eumqui haec dixerat inquam: ‘Solutae sunt gentilium quaestiones’.  Dico igitur san­cti­tatem tuam male fecisse ille contraria sapiento, synodum congregare & absque conflictu dejectionem fie­ri praeparasse.  Ego vero adhuc paucis diebus ejusdem viri expositions inspiciens, et Apostolorum prae­di­ca­tiones conferens, atque intra memetipsum cogitans quod bonum mihi sit fieri Christianum, digna effici spe­ro dominici generatione baptismatis”.
         7.    Δαμασκίου, Ἰσιδώρου βίος, ed. C. Zintzen, ἀπ. 102.27-34: «Ἤδη γοῦν ποτε συνέβη τὸν ἐπι­σκο­ποῦν­τα τὴν ἀντικειμένην αἵρεσιν Κύριλλον, παριόντα διὰ τοῦ οἴκου τῆς Ὑπατίας, ἰδεῖν πολὺν ὠθισμὸν ὄντα πρὸς ταῖς θύραις, “ἐπιμὶξ ἀνδρῶν τε καὶ ἵππων”, τῶν μὲν προσιόντων, τῶν δὲ ἀπιόντων, τῶν δὲ καὶ προσισταμένων. Ἐρωτήσαντα δὲ τι εἴη τὸ πλῆθος καὶ περὶ οὗ κατὰ τὴν οἰκίαν θόρυβος, ἀκοῦ­σαι παρὰ τῶν ἑπομένων, ὅτι προσαγορεύοιτο νῦν φιλόσοφος Ὑπατία καὶ ἐκείνης εἶναι τὴν οἰκίαν.  Μα­θόντα δὴ οὕτω δηχθῆναι τὴν ψυχήν, ὥστε φόνον αὐτῇ ταχέως ἐπιβουλεῦσαι, πάντων φόνων ἀνο­σι­ώ­τατον».
         8.    Ἀλεξάνδρου Τσιριντάνη, Γιὰ μιὰ πορεία μὲ ἐπίγνωση, Ἐκδόσεις «Συζήτησις», Ἀθῆναι 1975, σελ. 122.
         9.    Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Ἔπη ἠθικά, Η΄. Σύγκρισις βίων, ed. J.- P. Migne, PG 37, 665.10-666.1: «Γνοί­ης δ’ ἂν οὕτω τοῖν βίοιν ὅσον μέσον, / μή μοι τὸν ἄκρον τῶν ὄνων ἵππων κακῷ / ἀντεξετάζειν, μη­δὲ κοσμικοῦ βίου / ἄριστον ἄνδρα, τῷ κακίστῳ τῶν ἐμῶν· / κρείττους γὰρ ἂν φανεῖεν, οὐκ ἀρνήσομαι. / Εἰ δ’ ἄκρον ἄκρῳ, καὶ κακὸν θείης κακῷ / ἐναντίους, μάθοις ἂν ὁπόσον κρατῶ».
      10.    Σωκράτους Σχολαστικοῦ, ᾿Εκκλησιαστικὴ ἱστορία, ed. W. Bright, Ζ΄ 16-17: «ἄνδρες τὸ φρόνημα ἔν­θερμοι, ὧν ἡγεῖτο Πέτρος τις ἀναγνώστης».
      11.    Σωκράτους Σχολαστικοῦ, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ed. W. Bright, Ζʹ 15.18-21: «Καὶ ἐκ τοῦ δίφρου ἐκ­βαλόντες, ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν ᾗ ἐπώνυμον Καισάριον συνέλκουσιν, ἀποδύσαντές τε τὴν ἐσθῆτα ὀστρά­κοις ἀνεῖλον· καὶ μεληδὸν διασπάσαντες, ἐπὶ τὸν καλούμενον Κιναρῶνα τὰ μέλη συνάραντες πυ­ρὶ κατηνάλωσαν».
      12.    Ἰωάννου Μαλάλα, Χρονογραφία, ed. L. Dindorf, 359.13-14: «οἱ Ἀλεξανδρεῖς ἔκαυσαν φρυγάνοις αὐ­θεντήσαντες Ὑπατίαν τὴν περιβόητον φιλόσοφον, περὶ ἧς μεγάλα ἐφέρετο».
      13.    Νικηφόρου Καλλίστου-Ξανθοπούλου, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ΙΓ΄, ιϛ΄, ed. J.- P. Migne, PG 146, 1106 D: «ἐπανιοῦσάν ποθεν συντηρήσαντες, τοῦ δίφρου καθελόντες, ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν, ἣ Καίσαρός ἐστιν ἐπώνυμος, εἷλκον· ἐκεῖσέ τε περιδύσαντες αὐτῇ τὴν ἐσθῆτα, ὀστράκοις ἀνεῖλον· ἔπειτα εἰς μέλη δια­σπάσαντες, ἐπὶ τὸν ὃς Κιναρὼν ἐκαλεῖτο, χῶρον ἀγαγόντες, δαπάνην ἐπαφῆκαν πυρί».
      14.    Ἰωάννου Νικίου, Χρονικόν, ed. R. H. Charles, LXXXIV.101-102: “And when they learnt the place where she was, they proceeded to her and found her seated on a (lofty) chair; and having made her descend they dragged her along till they brought her to the great church, named Caesarion.  Now this was in the days of the fast. And they tared off her clothing and dragged her [till they brought her] through the streets of the city till she died.  And they carried her to a place named Cinaron, and they burned the body with fire”.
      15.    Δαμάσκιος περιορίζεται σὲ μία ἐντελῶς «στεγνή» καταγραφὴ τοῦ γεγονότος: «Προελθούσῃ γὰρ κατὰ τὸ εἰωθὸς ἐπιθέμενοι πολλοὶ ἀθρόοι θηριώδεις ἄνθρωποι, ὡς ἀληθῶς σχέτλιοι, οὔτεθεῶν ὄπιν εἰδότες”, οὔτ’ “ἀνθρώπων νέμεσινἀναιροῦσι τὴν φιλόσοφον» (Δαμασκίου, Βίος ᾿Ισιδώρου, ed. C. Zintzen, ἀπ. 102.34-36).
      16.    Σωκράτους Σχολαστικοῦ, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ed. W. Bright, Ζʹ 15.22-24: «Ἀλλότριον γὰρ παν­τελῶς τῶν φρονούντων τὰ Χριστοῦ φόνοι καὶ μάχαι καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια».





Δεν υπάρχουν σχόλια: