Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Ἰ.Κ.Ἀγγελοπούλου, Κατά πασῶν τῶν αἱρέσεων


Ἰωάννου Κ. Ἀγγελοπούλου,
«ΚΑΤΑ ΠΑΣΩΝ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ»
Ἑλληνοχριστιανικὴ Ἀγωγὴ (2018) 100-110, 127-130



1. Εἰσαγωγὴ

λέξις αἵρεσις προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα αἱρέω-, τὸ ὁποῖο σημαίνει ἐπιλέγω, ἐκλέγω (βλ. αἱρετοὶ ἄρχοντες, ἀρχαιρεσία, κ.λπ.). Μὲ τὸν ὅρο αὐτὸ θεολογικὴ ὁρολογία προσδιορίζει ὅσους ἀνθρώπους ὁμάδες ἀνθρώπων ἐπιλέγουν κάτι ἀπὸ τὶς ἀλήθειες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπορρίπτουν ἀλλοιώνουν τὶς ὑπόλοιπες ἀλήθειες προσθέτουν καὶ ἄλλες διδασκαλίες (ἑτεροδιδασκαλίες) στὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὁποία θεμελιώνεται στὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ θεία Ἀποκάλυψι καὶ στὴν Ἀποστολικὴ Παράδοσι. αἵρεσις δημιουργεῖται λόγῳ αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς: οἱ αἱρετικοὶ ἀρνοῦνται τὸ σύνολο τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπιλέγουν κάποιο μέρος της, τὸ ὁποῖο θεωροῦν ὡς ὅλο. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο τραυματίζουν καὶ ἀλλοιώνουν τὴν παραδεδομένη ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ πληρότητα τῆς ἀληθείας.
Ἡ αἱρετικὴ κακοδοξία γεννᾶται στὸν νοῦ τῶν αἱρετικῶν ἕνεκα τοῦ πάθους τῆς ὑπερηφανείας καὶ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη λογικὴ δύναται νὰ κατανοήση πλήρως τὴν ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια. Ὁτιδήποτε δὲν μπορεῖ νὰ κατανοήση ὁ αἱρετικὸς μὲ τὸν νοῦ τὸν ἀλλοιώνει ὥστε νὰ καταστῆ «λογικό». Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο ἀρχίζει νὰ παρερμηνεύη καὶ νὰ παραποιῆ τὰ ἱερὰ κείμενα. Ἐπίσης, καὶ ἄλλα πάθη ὠθοῦν κάποιους ἀνθρώπους νὰ καθίστανται αἱρετικοί· ἡ ἁμαρτωλὴ ζωὴ ἀμαυρώνει τὶς δυνάμεις τοῦ νοῦ τῆς ψυχῆς καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ ἁμαρτωλὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιληφθῆ καὶ νὰ κατανοήση τὴν ὑπερφυσικὴ θεία Ἀποκάλυψι καὶ μάλιστα στὶς λεπτομέρειές της. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ ταυτίζεται μὲ τὸ θεῖο Του Πρόσωπο καὶ ὅσοι δὲν σχετίζονται μὲ Αὐτὸ δὲν δύνανται νὰ κατανοήσουν τὴν διδασκαλία Του. Ἡ ὀρθο-δοξία προϋποθέτει ὀρθο-πραξία καὶ ἡ ὀρθο-πραξία θεμελιώνεται καὶ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ὀρθο-δοξία.
Οἱ αἱρέσεις μποροῦν νὰ διακριθοῦν σὲ δύο μεγάλες κατηγορίες: τὶς προερχόμενες ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ τὶς προερχόμενες ἀπὸ τὶς ἐξωχριστιανικὲς θρησκεῖες. Στὴν πρώτη κατηγορία οἱ αἱρετικοὶ ἀποδέχονται τὰ ἱερὰ κείμενα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ τὰ ἀλλοιώνουν, τὰ παρερμηνεύουν καὶ τὰ ἀποδέχονται κατ' ἐπιλογὴν καὶ ὄχι ὡς σύνολο. Στὴν δευτέρα κατηγορία οἱ αἱρετικοὶ προσπαθοῦν νὰ νοθεύσουν τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ στοιχεῖα ἀπὸ ἐξωχριστιανικὰ θρησκεύματα. Στὴν ἐποχή μας ὑπάρχει ἕνας τεράστιος ἀριθμὸς αἱρέσεως καὶ χριστιανικῆς καὶ ἐξωχριστιανικῆς προελεύσεως καὶ συχνὰ πολλὲς ἀπὸ αὐτὲς κρύπτονται κάτω ἀπὸ φαινομενικῶς ἀθῶες προσόψεις. Τὸ θέμα τῶν νεοφανῶν αἱρέσεων ἀπασχολεῖ πλέον καὶ τὶς δυτικὲς χῶρες λόγῳ τῆς ἐπιδράσεώς των στὶς ἐφηβικὲς καὶ νεανικὲς ἡλικίες.
Οἱ συνέπειες τῶν αἱρέσεων εἶναι καταστροφικὲς γιὰ τὸν ἄνθρωπο, γιατὶ διακυβεύεται ἡ σωτηρία του καὶ ἐνίοτε καὶ ἡ βιολογική του ζωή. Μόνον ὅταν συνειδητοποιήσωμε τὸ τὶ κάνουν οἱ αἱρέσεις θὰ θελήσωμε μὲ σοβαρότητα νὰ τὶς ἀντιμετωπίζωμε.
Οἱ αἱρέσεις κατὰ πρῶτον νοθεύουν καὶ ἀλλοιώνουν ταυτοχρόνως καὶ τὴν πίστι (θεωρία) καὶ τὴν ζωὴ (πρᾶξι) τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδή, ὅπως θὰ δοῦμε κατωτέρω, τὸ δόγμα καὶ τὸ ἦθος εἶναι ἀλληλένδετα καὶ ἀλληλοεξαρτώμενα, γι’ αὐτὸ ἡ ἀστοχία περὶ τὴν πίστι ἔχει ὡς συνέπεια καὶ ἀλλοίωσι τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους. Καὶ ἀντιστρόφως τὸ νοθευμένο ἦθος συνεπάγεται καὶ ἀστοχία στὴν ὀρθὴ κατανόησι καὶ βίωσι τοῦ δόγματος.
Κατὰ δεύτερον οἱ αἱρέσεις ἀποσποῦν κάποια μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ δημιουργοῦν σχίσματα καὶ παρασυναγωγές, ἄλλοτε μιμούμενες τὴν Ἐκκλησία καὶ πάντοτε ὑποστηρίζουσες ὅτι κατέχουν τὴν πλήρη καὶ καθολικὴ γνῶσι (ψευδώνυμος γνῶσις).
Κατὰ τρίτον οἱ αἱρέσεις καταστρέφουν τοὺς ὀπαδούς των εἴτε ψυχικῶς μὲ τὴν προβολὴ τῆς πλάνης καὶ τὴν νόθευσι τῆς ἀληθείας, εἴτε καὶ σωματικῶς μὲ τὴν προώθησι τῶν μελῶν τους σὲ ὀλέθριες καταστάσεις. Ἰδίως οἱ νεοφανεῖς αἱρέσεις ἀνατολικῆς προελεύσεως μὲ τὸν πλήρη ἔλεγχο τοῦ νοῦ τῶν μελῶν τους καθίστανται καταστροφικὲς καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ κυριώτερος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο σὲ πολλὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη οἱ σέκτες αὐτὲς θεωροῦνται δημόσιος κίνδυνος γιὰ τὴν νεολαία καὶ καταδιώκονται ἀπὸ τὶς κρατικὲς ὑπηρεσίες τῶν χωρῶν αὐτῶν.



2. Ἀντιμετώπισις τῶν αἱρέσεων

α. Οἱ αἱρέσεις ἐλεγχόμενες ἀποδεικνύονται «ψευδώνυμος γνῶσις»[1]. Ὁ πρῶτος τρόπος, λοιπόν, ἀντιμετωπίσεως τῶν αἱρέσεων εἶναι ὁ ἔλεγχός τους. Κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο «εὐφώρατον ἡ πλάνη καὶ ἀσθενές, κἂν μυρίοις ἔξωθεν ἀλείφηται χρώμασι. Καὶ καθάπερ οἱ τὰ σαθρὰ τῶν τοίχων κονιῶντες, οὐκ ἰσχύουσι διὰ τῆς ἀλοιφῆς διορθοῦν· οὕτω καὶ οἱ ψευδόμενοι ῥᾳδίως ἐλέγχονται»[2].
Ὁ ἔλεγχος γίνεται γιὰ νὰ καταφανῆ τὸ ψευδὲς καὶ ἀσύστατο τῆς κακοδοξίας καὶ νὰ τονισθῆ τὸ ἀληθὲς καὶ μόνιμο τῆς ὀρθοδοξίας. Ὁ σκοπὸς τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ αἱρετικοῦ στὴν ὑγιῆ πίστι, ὅπως ἔγραφε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὸν Τίτο: «ἔλεγχε αὐτοὺς ἀποτόμως, ἵνα ὑγιαίνωσιν ἐν τῇ πίστει, μὴ προσέχοντες ἰουδαϊκοῖς μύθοις καὶ ἐντολαῖς ἀνθρώπων ἀποστρεφομένων τὴν ἀλήθειαν. πάντα καθαρὰ τοῖς καθαροῖς· τοῖς δὲ μεμιαμμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις. θεὸν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δὲ ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοὶ ὄντες καὶ ἀπειθεῖς καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἀδόκιμοι»[3].
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος παρομοιάζει τὸν ἔλεγχο πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς μὲ τὶς τεχνικὲς τῶν ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι καταπολεμοῦν τὴν ἀσθένεια καὶ ὄχι τὸν ἀσθενῆ. Λέγει: «ὁ γὰρ ψαλμὸς ἡμᾶς σήμερον εἰς παράταξιν ἐξάγει τῶν αἱρετικῶν, οὐχ ἵνα αὐτοὺς ἑστῶτας βάλλωμεν, ἀλλ’ ἵνα κειμένους ἀναστήσωμεν· τοιοῦτος γὰρ ἡμῶν ὁ πόλεμος· οὐκ ἀπὸ ζώντων νεκροὺς ἐργάζεται, ἀλλ’ ἀπὸ νεκρῶν ζῶντας κατασκευάζει, ἡμερότητος γέμων καὶ πολλῆς τῆς ἐπιεικείας. Οὐ γὰρ ἐλαύνω πράγματι, ἀλλὰ τῷ λόγῳ διώκω, οὐ τὸν αἱρετικόν, ἀλλὰ τὴν αἵρεσιν, οὐ τὸν ἄνθρωπον ἀποστρέφομαι, ἀλλὰ τὴν πλάνην μισῶ, καὶ ἐπισπάσασθαι βούλομαι· οὐκ ἔχω πόλεμον πρὸς οὐσίαν· Θεοῦ γὰρ ἔργον ἡ οὐσία· ἀλλὰ τὴν γνώμην διορθώσασθαι βούλομαι, ἣν διέφθειρεν ὁ διάβολος. Οὕτω καὶ ἰατρὸς ἄρρωστον θεραπεύων, οὐ τῷ σώματι πολεμεῖ, ἀλλὰ τοῦ σώματος τὴν κακίαν ἀναιρεῖ. Κἀγὼ τοίνυν ἐὰν πολεμήσω αἱρετικοῖς, οὐκ αὐτοῖς τοῖς ἀνθρώποις πολεμῶ, ἀλλὰ τὴν πλάνην ἐκβαλεῖν βούλομαι, καὶ τὴν σηπεδόνα ἐκκαθᾶραι. Ἐμοὶ ἔθος ἐστὶ διώκεσθαι καὶ μὴ διώκειν, ἐλαύνεσθαι καὶ μὴ ἐλαύνειν»[4].
β. Ἡ ἀνασκευὴ καὶ ἀπόρριψις μιᾶς αἱρέσεως προϋποθέτει θεολογικὸ διάλογο. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ὅλοι οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στὰ ἀντιαιρετικὰ ἔργα τους ἐντάσσουν πλεῖστα ἀποσπάσματα τῶν αἱρετικῶν συγγραμμάτων αὐτολεξεί, γιὰ νὰ τὰ ἀνασκευάσουν μὲ θεολογικὰ - ἐκκλησιαστικὰ ἐπιχειρήματα. Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς δὲν φοβᾶται τὸν διάλογο μὲ τοὺς αἱρετικούς, γιατὶ σὲ αὐτὸν τὸν διάλογο θὰ καταδειχθῆ τὸ ἀθεμελίωτο τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν. Οἱ αἱρέσεις ἐμφανίζονται ὡς ἀληθινές, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα κρύπτουν τὴν γύμνια τους μὲ τὸ ἐπικάλυμμα ἄλλοτε τῆς ἀληθείας, ἄλλοτε τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἔγραφε ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος: «ἡ γὰρ πλάνη, καθ’ αὑτὴν μὲν οὐκ ἐπιδείκνυται, ἵνα μὴ γυμνωθεῖσα γένηται κατάφωρος· πιθανῷ δὲ περιβλήματι πανούργως κοσμουμένη, καὶ αὐτῆς τῆς ἀληθείας ἀληθεστέραν ἑαυτὴν παρέχειν φαίνεσθαι διὰ τῆς ἔξωθεν φαντασίας τοῖς ἀπειροτέροις, καθὼς ὑπὸ τοῦ κρείττονος ἡμῶν εἴρηται ἐπὶ τῶν τοιούτων»[5]. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο οἱ αἱρετικοὶ χρησιμοποιοῦν ὡς προκάλυμμα τῆς κακοδοξίας τους τὴν Ἁγία Γραφή, ἀκριβῶς ὅπως καὶ ὁ πατὴρ αὐτῶν διάβολος: «μαθέτωσαν ἀπὸ τῶν Γραφῶν, ὅτι καὶ ὁ τὰς αἱρέσεις ἐπινοήσας διάβολος διὰ τὴν ἰδίαν τῆς κακίας δυσωδίαν κιχρᾶται τὰς λέξεις τῶν Γραφῶν, ἵνα αὐτὰς ἔχων ἐπικάλυμμα, τὸν ἴδιον ἰὸν ἐπισπείρας, ἀπατήσῃ τοὺς ἀκεραίους»[6].
Οἱ αἱρετικοὶ χρησιμοποιοῦν μία ἀτομικὴ καὶ ὄχι τὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογία. «Ὁ Εἰρηναῖος [ἀλλὰ καὶ κάθε Πατὴρ] εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἐκκλησιοκεντρικὸς θεολόγος. Δὲν ἐνδιαφέρεται καὶ δὲν ἀποβλέπει στὸ νὰ προβάλη ἀπόψεις ἀτομικὲς γιὰ τὰ διάφορα ζητήματα ποὺ ἐξετάζει. Ἡ μέριμνά του εἶναι νὰ καταθέση τὴν πίστη καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο. Χρησιμοποίησε τὴν ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα καὶ κατέκρινε τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι παρουσίαζαν ἀτομικὴ καὶ ὄχι ἐκκλησιαστικὴ θεολογία»[7].
Οἱ ἅγιοι Πατέρες τονίζουν διαρκῶς ὅτι μὲ τοὺς αἱρετικοὺς ἡ ἀντιπαράθεσις γίνεται μόνον διὰ τῶν λόγων καὶ ὄχι μὲ τὴν βία. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο: «οὐ γὰρ ξίφεσιν ἢ βέλεσιν οὐδὲ διὰ στρατιωτῶν ἡ ἀλήθεια καταγγέλλεται, ἀλλὰ πειθοῖ καὶ συμβουλίᾳ»[8]. Καὶ κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο: «οὐδὲ γὰρ θέμις Χριστιανοῖς, ἀνάγκῃ καὶ βίᾳ καταστρέφειν τὴν πλάνην, ἀλλὰ καὶ πειθοῖ καὶ λόγῳ καὶ προσηνείᾳ τὴν τῶν ἀνθρώπων ἐργάζεσθαι σωτηρίαν»[9].
Ὡρισμένοι ἅγιοι Πατέρες φαίνονται μὲ τὰ συγγράμματά τους ὅτι ἐμμένουν καὶ ἐπιμένουν στὶς ἀπόψεις τους καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο χαρακτηρίζονται ἀπὸ κάποιους ὡς μισαλλόδοξοι καὶ φανατικοί. Ἡ ἀλήθεια, ὅμως, εἶναι ὅτι ἐὰν ἐπιμένουν γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν δογματικῶν τους διατυπώσεων αὐτὸ γίνεται ἐπειδὴ ἐμπειρικῶς καὶ βιωματικῶς τὶς ἔχουν «ἀποδείξη», ἐφαρμόση, κατανοήση καὶ ἀποδεχθῆ. Σημειώνει ὁ π. Γεώργιος Καψάνης: «Πρὸ ἐτῶν ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος κάποιος Ὑφηγητὴς τότε τῆς Φιλοσοφίας, ὁ ὁποῖος ἠσχολεῖτο μὲ τὴν μελέτη τῶν ἀντιησυχαστικῶν συγγραφέων τοῦ 14ου αἰῶνος. Συνήντησε τότε λόγιο ἁγιορείτη μοναχό, στὸν ὁποῖο εἶπε ὅτι μελετῶν τοὺς συγγραφεῖς αὐτοὺς σχηματίζει τὴν ἐντύπωσι ὅτι ὁμιλοῦν μὲ ταπείνωσι. Λέγουν δηλαδὴ ὅτι ‘ἔτσι ἐμεῖς νομίζουμε’ ἢ ἔτσι ἴσως εἶναι, ἐνῶ ὁ ἅγιος Παλαμᾶς ὁμιλεῖ μὲ βεβαιότητα, ποὺ αὐτὸς ἀπέδιδε σὲ ἐγωιστικὸ φρόνημα τοῦ Ἁγίου. Μετὰ ἀπὸ τριήμερο παραμονὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος συνάντησε πάλι τὸν λόγιο μοναχὸ καὶ τοῦ εἶπε: Τώρα κατάλαβα γιατὶ ὁ Παλαμᾶς ὁμιλεῖ μὲ βεβαιότητα, αὐθεντικά. Διότι ὁμιλεῖ ἀπὸ προσωπικὴ πεῖρα»[10].
γ. Ὁ θεολογικὸς διάλογος μὲ τοὺς αἱρετικοὺς γίνεται μὲ τὸ μοναδικὸ ὀρθόδοξο κριτήριο· τὴν Ἀποστολικὴ (ἢ Ἱερὰ) Παράδοσι. Ὁ Κύριος παρέδωσε τὴν πλήρη (καθολικὴ) ἀλήθειά Του στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν σειρά τους τὴν ἐδίδαξαν, τὴν κατέγραψαν ἐν μέρει στὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τὴν παρέδωσαν μὲ τὴν σειρά τους στοὺς διαδόχους τους, τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ αὐτοὶ μὲ τὴν σειρά τους, ἀφοῦ παρέλαβον τὴν Ἀποστολικὴ Παράδοσι, τὴν ἐδίδαξαν, ὡρισμένοι ἀπὸ αὐτοὺς τὴν κατέγραψαν (οἱ Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας) καὶ τὴν παρέδωσαν στοὺς διαδόχους τους.
Στὴν διάρκεια τῶν αἰώνων ἡ Ἐκκλησία (ὡς σύνολο κλήρου καὶ λαοῦ) διεφύλαξε ἀνόθευτο καὶ ἀκεραία τὴν Ἀποστολικὴ Παράδοσι, μὲ τὴν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν.
Ὅποτε ἀνεφύετο κάποιο θεολογικὸ πρόβλημα ἡ Ἐκκλησία προσέτρεχε στὴν ζῶσα Ἀποστολικὴ Παράδοσι καὶ μὲ βάσι αὐτὴ ἔκρινε καὶ ὁριοθετοῦσε τὴν ὀρθοδοξία ἀπὸ τὴν κακοδοξία. Οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων βασίζονται ἀκριβῶς σὲ αὐτὴν τὴν Ἱερὰ/Ἀποστολικὴ Παράδοσι. «Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν· ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἐβράβευσεν· οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν …»[11].
Εἶναι σημαντικὸ νὰ γνωρίζωμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία μὲ κριτήριο τὴν Ἀποστολικὴ Παράδοσι ἐπέλεξε τὰ βιβλία τοῦ κανόνος τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ ἄφησε ἐκτὸς αὐτῆς τὰ ὀνομασθέντα ἀπόκρυφα (εὐαγγέλια, πράξεις, ἀποκαλύψεις).
Οἱ αἱρετικοὶ ἀκριβῶς στὴν περίοπτο θέσι τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως ἐτοποθετοῦσαν «διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων»[12]. Ὁ ἅγιος Βασίλειος σημειώνει ὅτι ἐὰν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ ἠρκοῦντο στὴν Ἱερὰ Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας δὲν θὰ ἐχρειάζετο νὰ γράψη ἀντιαιρετικὰ ἔργα. «Εἰ μὲν ἐβούλοντο πάντες, ἐφ’ οὓς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπικέκληται, μηδὲν τῇ ἀληθείᾳ τοῦ Εὐαγγελίου παρεγχειρεῖν, τῇ δὲ παραδόσει τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ ἁπλότητι τῆς πίστεως ἐξαρκεῖσθαι, οὐδὲν ἂν ἡμῖν ἔδει λόγων ἐν τῷ παρόντι, ἀλλὰ καὶ νῦν ἂν πάντως ἣν ἐξ ἀρχῆς ἐτιμήσαμεν, σιωπὴν ἠσπασάμεθα»[13].
Ἀντιθέτως σὲ κείμενο τοῦ αἱρεσιάρχου Ἀρείου διαβάζομε γιὰ τὴν νέα γνῶσι, τὴν ὁποία ἀνακάλυψε αὐτός: «Κατὰ πίστιν ἐκλεκτῶν Θεοῦ, συνετῶν Θεοῦ, παίδων ἁγίων, ὀρθοτόμων, ἅγιον Θεοῦ πνεῦμα λαβόντων, τάδε ἔμαθον ἔγωγε ὑπὸ τῶν σοφίας μετεχόντων ἀστείων, θεοδιδάκτων, κατὰ πάντων σοφῶν τε. Τούτων κατ’ ἴχνος ἦλθον ἐγὼ βαίνων ὁμοδόξως ὁ περικλυτύς, ὁ πολλὰ παθὼν διὰ τὴν Θεοῦ δόξαν, ὑπό τε Θεοῦ μαθὼν σοφίαν καὶ γνῶσιν ἐγὼ ἔγνων»[14]. Ἐνῷ οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦν τοὺς ἑαυτούς των μαθητὲς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ὁ αἱρεσιάρχης θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του στὴν αὐτὴν θέσι μὲ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ διακηρύττει ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τοῦ ἀπεκάλυψε μία νέα γνῶσι. Ἡ Ἀποκάλυψις, ὅμως, τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἅπαξ, ὄχι σὲ ἕνα ἄνθρωπο μεμονωμένο, ἀλλὰ στὸν χορὸ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, στὴν Ἐκκλησία.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεολογοῦν μὲ βάσι τὴν Ἱερὰ Ἀποστολικὴ Παράδοσι. Ἐπὶ παραδείγματι ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος. «Ἡ παράδοση γιὰ τὸν ἐπίσκοπο Λουγδούνου δὲν εἶναι ἐπιφανειακὴ μετάδοση εἰδήσεων καὶ πληροφοριῶν. Εἶναι στοιχεῖο οὐσιαστικὸ τῆς θεολογίας καὶ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Παράδοση εἶναι ὁ ζωντανὸς λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸν ὁποῖο συντηρεῖται ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς παραδοσιακὸς ὁ Εἰρηναῖος εἶναι πρώτιστα βιβλικὸς θεολόγος. Ὁ σεβασμός του στὴν Ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, εἶναι δεδομένος καὶ πέρα ἀπὸ κάθε ἀμφισβήτηση. Ἡ Παλαιὰ καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη συνιστοῦν μιὰ συνέχεια, κατανοοῦνται δὲ ὡς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀποβλέπουν στὸν ἴδιο σκοπό. Τὴν Ἁγία Γραφὴ μπορεῖ νὰ τὴν κατανοήση κάποιος καὶ νὰ τὴν ἑρμηνεύση σωστὰ μόνο μέσα ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν παράδοση διαφυλάσσεται ὁ κανόνας τῆς πίστεως ἢ τῆς ἀληθείας, ἑπομένως μόνο μέσα ἀπ’ αὐτὴ εἶναι δυνατὸν ὁ πιστὸς νὰ ἔχη ἀκριβῆ γνώση τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς»[15].
Στὸν ἀντίποδα οἱ αἱρετικοὶ διατείνονται ὅτι κατέχουν μία ἀνωτέρα γνῶσι, τὴν ὁποία δὲν μποροῦν οἱ πάντες νὰ κατανοήσουν. «Καὶ οἱ ἑτερόδοξοί φασι μηδένα εἶναι τὸν καταλαβεῖν δυνάμενον τὴν κεκομψευμένην αὐτῶν καὶ σεσοφισμένην διδασκαλίαν»[16]. Ἐνῷ, κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα καταισχύνῃ τοὺς σοφούς»[17].
Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ αἱρετικοὶ ὀνομάζονται ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἱδρυτοῦ τους. Οἱ ὀρθόδοξοι «κἂν γὰρ διδασκάλων διαδόχους ἔχωμεν, καὶ μαθηταὶ τούτων γινώμεθα· ἀλλά γε τὰ τοῦ Χριστοῦ παρ’ αὐτῶν διδασκόμενοι, Χριστιανοὶ οὐδὲν ἧττον ἐσμὲν καὶ καλούμεθα. Οἱ δέ γε τοῖς αἱρετικοῖς ἀκολουθοῦντες, κἂν μυρίους διαδόχους ἔχωσιν, ἀλλὰ πάντως τὸ ὄνομα τοῦ τὴν αἵρεσιν ἐφευρόντος φέρουσιν»[18].
δ. Οἱ αἱρέσεις, τέλος, ἀντιμετωπίζονται διὰ τῆς συγκλήσεως τῶν Συνόδων. Οἱ Σύνοδοι ἀποτελοῦν τὸ ἀνώτατο διοικητικὸ ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας. Συγκαλοῦνται γιὰ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀντιμετώπισι θεμάτων καὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν μία τοπικὴ Ἐκκλησία (πολλὲς ἐπισκοπές). Γιὰ ζητήματα πίστεως (δογματικά) συγκαλοῦνται οἱ μετέπειτα ἀναγνωριζόμενες ὡς Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, δηλ. ὡς οἱ ἐκφράζουσες τὴν Καθολικὴ (Οἰκουμενικὴ) Ἐκκλησία. Στὴν Σύνοδο συμμετέχουν καὶ ψηφίζουν μόνον οἱ ἐπίσκοποι, ἀλλὰ συχνὰ συμμετεῖχαν μὲ δικαίωμα λόγου λαϊκοί, μοναχοὶ ἢ κατώτεροι κληρικοί. (Π.χ. ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὡς διάκονος συμμετεῖχε στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο).
Ἡ οἰκουμενικότης μιᾶς Συνόδου δὲν ἐξαρτᾶται οὔτε ἀπὸ τὸν ἀριθμὸ τῶν συμμετεχόντων ἐπισκόπων, οὔτε ἀπὸ τὸ ἐὰν συνεκλήθη ὡς Οἰκουμενική· ἀναγνωρίζεται ὡς Οἰκουμενικὴ ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μόνον ἐὰν διατυπώση καὶ ἐκφράση τὴν μία ἀλήθεια τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει τὸ ἱστορικὸ προηγούμενο Σύνοδοι, οἱ ὁποῖες συνεκλήθησαν ὡς Οἰκουμενικὲς νὰ μὴ ἀναγνωρισθοῦν ὡς τοιαῦτες καὶ ἀντιθέτως Σύνοδοι, οἱ ὁποῖες ἀρχικῶς συνεκλήθησαν ὡς Τοπικὲς νὰ ἀναγνωρισθοῦν ὡς Οἰκουμενικές, ἀκριβῶς διότι ἐξέφρασαν τὴν καθολικὴ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπὶ παραδείγματι: «ὑπὸ τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναγνωρίζεται ὡς Β’ Οἰκουμενικὴ ἡ ἐν Κων/πόλει τοῦ 381, ἥτις ἴσχυε τέως ὡς γενικὴ Σύνοδος μόνον τοῦ ἀνατολικοῦ κράτους»[19].
Στὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καλεῖται πάντοτε ὁ αἱρεσιάρχης (ἢ οἱ μαθητές του ἐὰν ἔχει ἀποθάνη) καὶ διαλέγεται μετὰ τῶν Πατέρων τῆς Συνόδου. Τοῦ ὑποδεικνύεται τὸ ἐσφαλμένο τῶν θέσεών του καὶ προσκαλεῖται σὲ μετάνοια καὶ ἄρνησι τῆς αἱρέσεως. Στὴν περίπτωσι ἐμμονῆς του ἀφορίζεται (ξεχωρίζεται) ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀναθεματίζεται ὡς μὴ φρονῶν τὰ τοῦ Θεοῦ. Μὲ ἐπίσημο, λοιπόν, τρόπο ἡ Σύνοδος ἀποφαίνεται περὶ τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καὶ ἀπορρίπτει τὴν αἵρεσι μὲ τὸν ὅρο της, τὸ σύνορο μεταξὺ ἀληθείας καὶ αἱρέσεως. Στὸν ὅρο τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναγνωρίζεται ἡ παραμονὴ στὴν πίστι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. «Ἑπομένη τε ταῖς τε ἁγίαις καὶ οἰκουμενικαῖς πέντε Συνόδοις καὶ τοῖς ἁγίοις καὶ ἐγκρίτοις Πατράσι καὶ συμφώνως ὁρίζουσα, ὁμολογεῖ …»[20], ἡ Στ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.


3. Διαφύλαξις τῆς Ὀρθοδοξίας

α. Ἡ διαφύλαξις τῆς ὀρθοδοξίας εἶναι σημαντικὴ γιὰ κάθε πιστὸ χριστιανό, ἕνεκα τῶν ὑπαρξιακῶν διαστάσεων τοῦ δόγματος. Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. οἱ αἰώνιες καὶ ἀμετάβλητες ἀλήθειες τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι κάποια θεωρητικὰ ἀξιώματα, κάποια ἄρθρα πίστεως, ἀλλὰ ἔχουν ὑπαρξιακὲς διαστάσεις καὶ ἠθικὲς ἀκολουθίες. Δηλ. ἀφοροῦν τὴν ἐδῶ καὶ τώρα ζωὴ - ἐμπειρία, πρᾶξι – τοῦ χριστιανοῦ καὶ ὄχι μόνον τὴν μέλλουσα ζωή. Ἐπὶ παραδείγματι τὸ τριαδολογικὸ δόγμα (εἷς Θεός, μία φύσις, ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν) ἔχει μία ἠθικὴ ἀκολουθία: ἡ ἰσότης καὶ ἡ ἀγάπη τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καθίσταται πρότυπο καὶ γιὰ τὴν ἀνθρωπίνη κοινωνία· καὶ σὲ αὐτὴν μπορεῖ νὰ ἐπικρατήση ἰσότης καὶ ἀγάπη. «Ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ὦσιν»[21]. Τὸ χριστολογικὸ δόγμα (στὸ ἕνα πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡνώθησαν δύο φύσεις, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως καὶ ἀδιαιρέτως) ἔχει ὡς ἀκολουθία τὴν σωτηρία καὶ θέωσι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως διὰ τῆς ἑνώσεώς της μὲ τὴν θεία. Ἕκαστος χριστιανὸς μπορεῖ νὰ προσοικειωθῆ αὐτὴν τὴν σωτηρία/θέωσι ἐντασσόμενος στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλ. τὴν Ἐκκλησία. Βλέπομε, δηλ., ὅτι ὅλα τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἄμεσο ἀντίκτυπο καὶ προέκτασι στὴν καθ’ ἡμέραν βιωτὴ τοῦ χριστιανοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες ἠγωνίζοντο γιὰ νὰ διαφυλάξουν τὴν ὀρθοδοξία τῆς πίστεως.
β. Προσπάθεια καὶ χρέος ἑκάστου χριστιανοῦ εἶναι ἡ διατήρησις τῆς πίστεώς του ἀνοθεύτου καὶ ἀμεταβλήτου. Νὰ παραδώση στὶς ἑπόμενες γενεὲς τῶν χριστιανῶν ὅ,τι παρέλαβε. Καὶ αὐτὸ ἐπειδὴ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστι του (πίστι καὶ ἔργα). Κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας ἡ αἰώνιος ζωὴ ταυτίζεται μὲ τὴν ἀληθῆ γνῶσι τοῦ Θεοῦ. «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωὴ ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν»[22]. Οἱ αἱρετικοὶ διαστρέφοντες τὴν ἀληθῆ γνῶσι τοῦ Θεοῦ γίνονται πρόξενοι ἀπωλείας. Διότι σωτηρία εἶναι ἡ ἀγαπητικὴ συνύπαρξις μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ὅταν κάποιος δὲν γνωρίζει τὸν ἀληθινὸ Θεό, ἢ ἔχει διαστρεβλωμένη ἄποψι περὶ Αὐτοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ συσχετισθῆ μαζί Του καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ σωθῆ. Γι’ αὐτὸ καὶ τόσοι ἅγιοι προτιμοῦσαν τὴν ἐξορία καὶ τὸ μαρτύριο, παρὰ τὴν ὑποχώρησι σὲ θέματα πίστεως.
γ. Ἡ ἀγωνία γιὰ τὴν διαφύλαξι τῆς καθολικῆς ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας ὡδήγησε αὐτὴν νὰ συγκαλέση τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Μὲ τοὺς ὅρους, τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἔβαζε ἡ Ἐκκλησία τὰ ὅρια μεταξὺ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς αἱρέσεως, τῆς ζωῆς καὶ τοῦ πνευματικοῦ θανάτου. «Ὁ σκοπὸς συγκροτήσεως τῆς Συνόδου ἦταν ἡ διαφύλαξις, ὄχι ἁπλῶς τοῦ δόγματος καὶ τῆς λατρευτικῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως συμβαίνει σήμερα, ἀλλὰ τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου τῆς Ἐκκλησίας … Αὐτὴ ἡ διαφύλαξίς της ἔχει δύο πλευρές. Ἐσωτερικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία λαμβάνεται μέριμνα γιὰ τὴν διαφύλαξι τῆς σωστῆς ἀσκητικῆς ἀγωγῆς. Ἐξωτερικὰ συνίσταται στὴν διαφύλαξι τοῦ δόγματος ὡς ὁδηγοῦ πρὸς τὴν θεραπεία τῆς ψυχῆς. Ἐσωτερικὰ ἐπίσης συνίσταται στὴν προστασία τοῦ δόγματος ἀπὸ αἱρέσεις, ποὺ πάντοτε προέρχονται ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ δὲν κατέχουν τὴν σωστὴ θεραπευτικὴ μέθοδο. Πάντοτε, ὅταν ἐμφανισθῆ μία καινοτομία μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀμέσως αὐτὸ θὰ σημαίνη ὅτι ὁ εἰσάγων αὐτὴν ὄχι μόνον δὲν εὑρίσκεται σὲ σωστὴ ἀντίληψι περὶ δόγματος, ἀλλὰ ἐπίσης ὅτι δὲν εὑρίσκεται οὔτε σὲ ὀρθὴ πνευματικὴ κατάστασι»[23].
δ. Ἀξιοσημείωτο τυγχάνει τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνῷ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι διατυπώνουν ὀρθοδόξως καὶ ἀλαθήτως τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, φύλαξ τῆς ὀρθοδοξίας αὐτῶν τῶν δογμάτων εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ. Τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας (κλῆρος καὶ λαὸς) θὰ ἀναγνωρίση μία Σύνοδο ὡς Οἰκουμενική, δηλ. ὡς ἐκφράζουσα τὴν πίστι τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ Ἀποστόλων. Ἡ Ἐκκλησία κατέχει τὸ ἀλάθητο ὡς σύνολο, μὲ τὴν ἐπιστασία καὶ καθοδήγησι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· «ἔδοξεν τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ καὶ ἡμῖν»[24]. Οἱ λαϊκοὶ χριστιανοί, βασιζόμενοι στὸ ἅγιο Χρῖσμα, κατηχούμενοι καὶ ζῶντες ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀναπτύσσουν ἕνα αἰσθητήριο τῆς διακρίσεως τῆς ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὴν κακοδοξία. Μὲ βάσι αὐτὸ τὸ αἰσθητήριο θὰ κληθοῦν νὰ ἀναγνωρίσουν στὶς ἀποφάσεις μιᾶς Συνόδου τὴν οἰκουμενικότητα/καθολικότητα τῆς πίστεως τῶν Πατέρων.
ε. Ἡ γνῶσις τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ καθιστᾶ ἀκόμη καὶ τὸν πλέον ὀλιγογράμματο ἢ καὶ ἀγράμματο χριστιανὸ ἱκανὸ νὰ διακρίνη μεταξὺ τοῦ οἰκείου καὶ τοῦ ὀθνείου τῆς πίστεως. Μέχρι καὶ στὶς ἡμέρες μας πάμπολλοι ὀλιγογράμματοι ἅγιοι μᾶς διδάσκουν μὲ τὸν λόγο τους, ἀκριβῶς ἐπειδὴ διὰ τῆς ζωῆς τους προσήγγισαν τὸν Θεὸ καὶ κατενόησαν τὰ μυστήρια τῆς πίστεώς μας, ἐμπειρικῶς καὶ ὄχι διανοητικῶς.
Ἡ ἀναστροφὴ μὲ τὶς ἀλήθειες καὶ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας γίνεται ἡ καλυτέρα ἐξάσκησις τοῦ πνευματικοῦ μας αἰσθητηρίου, μὲ τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ διακρίνωμε τὸ ὀρθόδοξο ἀπὸ τὸ ἑτερόδοξο, ἰδίως στὶς ἡμέρες μας, κατὰ τὶς ὁποῖες πλεῖστες αἱρέσεις κρύπτονται ὑπὸ ποικίλους μανδῦες.
Σημειώνομε ἐδῶ ὅτι συμφώνως μὲ τὴν πατερικὴ διδασκαλία αἱρετικοὶ καλοῦνται καὶ ὅσοι διαφοροποιοῦνται στὸν τρόπο ζωῆς ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανούς. «Ἕτεροι δὲ ἑαυτοὺς ἀποκαλοῦντες Ἐγκρατίτας τὰ μὲν περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ ὁμοίως καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ ὁμολογοῦσι, περὶ δὲ πολιτείαν πεφυσιωμένοι ἀναστρέφονται, ἑαυτοὺς διὰ βρωμάτων δοξάζειν νομίζοντες ἀπεχόμενοι ἐμψύχων, ὑδροποτοῦντες καὶ γαμεῖν κωλύοντες καὶ τῷ λοιπῷ βίῳ καταξήρως προσέχοντες, μᾶλλον Κυνικοὶ ἢ Χριστιανοὶ οἱ τοιοῦτοι κρινόμενοι, οὐ προσέχοντες τοῖς διὰ τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἰς αὐτοὺς προειρημένοις, ὃς προφητεύων τὰ μέλλοντα ὑπό τινων μάτην καινίζεσθαι οὕτως ἔφη· ‘τὸ δὲ πνεῦμα ῥητῶς λέγει· ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονταί τινες τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας, προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων, ἐν ὑποκρίσει ψευδολόγων, κεκαυτηριασμένων τὴν ἰδίαν συνείδησιν, κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέχεσθαι βρωμάτων, ἃ ὁ Θεὸς ἔκτισεν εἰς μετάληψιν μετὰ εὐχαριστίας τοῖς πιστοῖς καὶ ἐπεγνωκόσι τὴν ἀλήθειαν, ὅτι πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον, ἁγιάζεται γὰρ διὰ λόγου Θεοῦ καὶ ἐντεύξεως’. ἱκανὴ μὲν οὖν αὕτη ἡ φωνὴ τοῦ μακαρίου Παύλου πρὸς ἔλεγχον τῶν οὕτως βιούντων καὶ σεμνυνομένων δικαίων εἰς τὸ δεῖξαι ὅτι καὶ τοῦτο αἵρεσις»[25].
  Ἀκόμη καὶ οἱ σχισματικοί, χωρὶς νὰ ἔχουν δογματικὲς διαφορές, ὡς ἀποκεκομμένοι ἐκ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατακρίνονται. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στὸ βιβλίο του γιὰ τὶς αἱρέσεις ἐντάσσει καὶ σχίσματα. «Αὐδιανοί, σχίσμα καὶ ἀφηνιασμός, οὐ μέντοι αἵρεσις. Οὗτοι διαγωγὴν μὲν καὶ βίον εὖ τεταγμένον κέκτηνται, εἰσὶν δὲ κατὰ πάντα τὴν πίστιν ἔχοντες ὡς ἡ καθολικὴ ἐκκλησία, ἐν μοναστηρίοις οἱ πλείους οἰκοῦντες καὶ οὐ πᾶσι συνευχόμενοι. Καὶ μάλιστα τοῖς ἀποκρύφοις κέχρηνται, κατακόρως ψέγοντες τοὺς παρ’ ἡμῖν ἐπισκόπους πλουσίους, καὶ ἄλλους εἰς ἄλλα. Τὸ πάσχα δὲ ποιοῦσιν ἰδιαζόντως μετὰ Ἰουδαίων. Ἔχουσι δὲ ἰδιωτικόν τι καὶ φιλόνεικον τὸ ‘κατ’ εἰκόνα’ ξηρότατα ἑρμηνεύοντες»[26]. Σχῖσμα καὶ αἵρεσις ἔχουν τὴν ἰδία κατάληξι· τὴν ἀποκοπὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
στ. Ὁ Κύριός μας μᾶς ἐδίδαξε: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή»[27]. Γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι μία ἰδέα, μία θεωρία, ἢ ἕνα σύνολο δογμάτων, ἀλλὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅ,τι μᾶς ἐδίδαξε (διὰ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, Ἀποστολικὴ Παράδοσις) εἶναι ἡ μία καὶ μοναδικὴ ἀλήθεια. Μὲ βάσι αὐτὴν τὴν θέσι ἀληθὲς εἶναι ὁτιδήποτε εἶναι συμβατὸ μὲ τὴν μία, πλήρη καὶ καθολικὴ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ χριστιανοὶ ἀπορρίπτουν τὸν σχετικισμὸ τῶν ἄλλων θρησκειῶν καὶ τῶν ἄλλων δογμάτων. Μπορεῖ καὶ σὲ αὐτὰ νὰ ὑπάρχουν σπέρματα ἀληθείας, ἀλλὰ ἡ πλήρης καὶ σωτήριος ἀλήθεια ταυτίζεται μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου. Σεβόμαστε τὶς ἀποσπασματικὲς ἀλήθειες τῶν ἄλλων θρησκειῶν, ἀκόμη καὶ τῶν αἱρέσεων, ἀλλὰ δὲν τὶς θεωροῦμε ἱκανὲς πρὸς σωτηρία, πρὸς γνῶσι δηλ. τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀνέκαθεν ἡ Ἐκκλησία εὐηγγελίζετο πρὸς τοὺς ἐγγὺς καὶ τοὺς μακρὰν τὴν σωτηριώδη ἀλήθειά της: «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία, οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς»[28].


4. Ἐπίλογος

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προετοίμασε ὅτι ἡ αἵρεσις καὶ ἡ κακοδοξία θὰ εἰσέλθουν στοὺς χριστιανούς. «Ἔσται γὰρ καιρὸς ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται ἀλλὰ κατὰ τὰς ἰδίας ἐπιθυμίας ἑαυτοῖς ἐπισωρεύσουσιν διδασκάλους κνηθόμενοι τὴν ἀκοὴν καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται. Σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσιν»[29].
Ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν ποιμένων καὶ διδασκάλων της διδάσκει καὶ ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ μεριμνᾶ γιὰ τὴν προστασία τῶν πιστῶν ἀπὸ τὶς ποικιλώνυμες αἱρέσεις, σημερινὲς καὶ παλαιές. Χρέος, ὅμως, τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν παραμένει ἡ μελέτη καὶ βίωσις τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεώς μας, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀπαραίτητες προϋποθέσεις τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας μας. Ἰδιαιτέρως γιὰ τοὺς ἐγγραμμάτους χριστιανοὺς ἡ σπουδὴ καὶ μελέτη τῶν δογμάτων τῆς πίστεώς μας εἶναι ἐπιβεβλημένη καὶ γιὰ τὴν διαφύλαξι τῆς ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν προστασία τοῦ περιβάλλοντός μας ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες.
Ἐπιλέγοντες, ἐπισημαίνομε ὅτι ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι μόνον ἡ ἐμπειρία καὶ ἡ πρᾶξις ὠφελοῦν, ἄνευ τῆς γνώσεως τῶν ἀληθειῶν τοῦ Χριστοῦ, χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ ὡς αἱρετικοί: «Γνωσιμάχοι, οἱ πάσῃ γνώσει τοῦ χριστιανισμοῦ ἀντιπίπτοντες ἐν τῷ λέγειν αὐτούς, ὅτι περισσόν τι ποιοῦσιν οἱ γνώσεις τινὰς ἐκζητοῦντες ἐν ταῖς θείαις γραφαῖς· οὐδὲν γὰρ ἄλλο ζητεῖ ὁ Θεὸς παρὰ χριστιανοῦ εἰ μὴ πράξεις καλάς. Ἀγαθὸν οὖν ἐστι μᾶλλον ἁπλουστέρως τινὰ πορεύεσθαι καὶ μηδὲν δόγμα γνωστικῆς πραγματείας πολυπραγμονεῖν»[30]. Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο «πρᾶξις ἐπίβασις θεωρίας»[31], ἡ πρᾶξις γίνεται στήριγμα γιὰ τὴν θεωρία.
Τέλος, ἀξίζει νὰ ἀναφερθῆ ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν πεπλανημένων στὴν ὀρθὴ πίστι: «Ἀδελφοί, ἐαν τις ἐν ὑμῖν πλανηθῇ ἀπὸ τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπιστρέψῃ τις αὐτον, γινωσκέτω ὅτι ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν»[32].


Βιβλιογραφια

Αθανασιου, Κατὰ Ἀρειανῶν, λόγοι Α’-Δ’.  (ΒΕΠ 30, 123-330).
Βασιλειου, Κατ’ Εὐνομίου, λόγοι Α’-Γ’.  (ΒΕΠ 52, 157-227).
Γρηγοριου Νυσσης, Κατ’ Εὐνομίου, λόγοι Α’-Γ’.  (ΒΕΠ 67 καὶ  68, 13-92).
Ειρηναιου, Ἔλεγχος ψευδωνύμου γνώσεως.  (ΒΕΠ 5, 93-171).
Επιφανιου, Πανάριον.  (ΒΕΠ 74. 75. 76).
Ιππολυτου, Κατὰ πασῶν αἱρέσεων ἔλεγχος.  (ΒΕΠ 5, 198-377).
Ιωαννου Δαμασκηνου, Περὶ αἱρέσεων.  (Schriften IV, 19-67).

Αλεβιζοπουλου Αντωνιου, Ἀποκρυφισμός, γκουρουϊσμός, «νέα ἐποχή», Πρέβεζα: Ἱ. Μητρόπολις Νικοπόλεως, 1990.
Αλεβιζοπουλου Αντωνιου, Ἐγχειρίδιο αἱρέσεων καὶ παραχριστιανικῶν ὁμάδων, Πρέβεζα: Ἱ. Μητρόπολις Νικοπόλεως, 1991.
Γιανναρα Χρηστου, Ἀλφαβητάρι τῆς πίστης, Ἀθήνα: Δόμος, 1986.
Γουεαρ Καλλιστου, Ὁ ὀρθόδοξος δρόμος, Ἀθῆναι: Ἑπτάλοφος, 1984.
Δεληκωστοπουλου Αθανασιου, Ἡ πίστη τῶν Ὀρθοδόξων, Ἀθήνα: Ἀποστ. Διακονία, 1992.
Ευδοκιμωφ Παυλου, Ἡ Ὀρθοδοξία, Θεσσαλονίκη: Ρηγόπουλος, 1972.
Θεοδωρου Ανδρεα, Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Ἀθήνα: Ἀποστ. Διακονία, 1993.
Καλογεροπουλου – Μεταλληνου Βαρβαρας, «Ἡ αἵρεση καὶ ἡ ἀντιμετώπισή της», Κοινωνία 30 (1987) 183-208.
Ματσουκα Νικου, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία, τόμ. Βʹ, Θεσσαλονίκη: Πουρναρᾶς, 19882.
Ρωμανιδου Ιωαννου, Πατερικὴ Θεολογία, Θεσσαλονίκη: Παρακαταθήκη, 2004.
Σμεμαν Αλεξανδρου, Πιστεύω, Ἀθήνα: Ἀκρίτας, 1998.
Τρεμπελα Παναγιωτου, Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 1-3, Ἀθῆναι: Σωτήρ, 19782.
Φλοροφσκυ Γεωργιου, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις, Θεσσαλονίκη: Πουρναρᾶς, 19912.
Φουντα Ιερεμιου, Ὀρθόδοξη Κατήχηση, Μάνδρα Ἀττικῆς 1989.
Lossky Vladimir, Ἡ μυστικὴ θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 19732.
Schaeffer Frank, Χορεύοντας μόνος. Ἀναζητῶντας τὴν ὀρθόδοξη πίστη στὸν αἰῶνα τῶν ψεύτικων θρησκειῶν, Κοζάνη: Μακρυγιάννης, 20042.






[1] Πρβλ. Α’ Τιμ. 6: 20.
[2] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ἰωάννην, ὁμιλία 68, 1  (PG 59, 373).
[3] Τιτ. 1: 13-16.
[4] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς ἱερομάρτυρα Φωκᾶν, 2  (PG 50, 700-701).
[5] Εἰρηναίου, Ἔλεγχος ψευδωνύμου γνώσεως, Α’, προοίμιον, 2  (ΒΕΠ 5, 93).
[6] Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν, Α’, 8  (ΒΕΠ 30, 128).
[7] Κωνσταντίνου Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων, τόμ. 1 (Ἀθήνα 1998), σ. 396.
[8] Ἀθανασίου, Περὶ τῶν γεγενημένων παρ’ Ἀρειανῶν, 33, 3  (ΒΕΠ 31, 258).
[9] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τὸν μακάριον Βαβύλαν, 3  (PG 50, 537).
[10] Γεωργίου Καψάνη, «Θεολογία καὶ ἐμπειρία κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ τὴν ἁγιορειτικὴ παράδοσι», Κοινωνία 38 (1995), σ. 117.
[11] Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας, Τριώδιον (Ἀθῆναι: Φῶς, χ.χ.), σ. 157.
[12] Ἡσ. 29: 13, Ματθ. 15: 9.
[13] Βασιλείου, Κατ’ Εὐνομίου, Α’ 1  (ΒΕΠ 52, 157).
[14] Ἄρειος, Θάλεια, παρά: Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν, Α’ 5  (ΒΕΠ 30, 126).
[15] Κωνσταντίνου Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων, τόμ. 1 (Ἀθήνα 1998), σ. 396.
[16] Διδύμου Ἀλεξανδρέως, Ὑπόμνημα εἰς τοὺς Ψαλμούς, ΞΓ’ 5  (ΒΕΠ 45, 178).
[17] Α’ Κορ. 1: 27.
[18] Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν, Α’ 3  (ΒΕΠ 30, 125).
[19] Ἰωάννου Καρμίρη, Δ.Σ.Μ., τόμ. 1, σ. 170.
[20] Ὅρος ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, παρά: Ἰωάννου Καρμίρη, Δ.Σ.Μ., τόμ. 1, σ. 223.
[21] Ἰω. 17: 21. Πρβλ. Ἰω. 10: 10: «ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστιν».
[22] Ἰω. 17: 3.
[23] Ἰωάννου Ρωμανίδου, Πατερικὴ Θεολογία (Θεσσαλονίκη: Παρακαταθήκη, 2004), σ. 213-214.
[24] Πραξ. 15: 28.
[25] Ἱππολύτου, Κατὰ πασῶν τῶν αἱρέσεων, Η’ 20  (ΒΕΠ 5, 344-345).
[26] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Περὶ αἱρέσεων, 70  (Schriften IV, 38).
[27] Ἰω. 14: 6.
[28] Πραξ. 4: 12.
[29] Β’ Τιμ. 4: 3-5.
[30] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Περὶ αἱρέσεων, 88  (Schriften IV, 57).
[31] Γρηγορίου Θεολόγου, Περὶ δόγματος καὶ καταστάσεως ἐπισκόπων (Κ’), 12  (ΒΕΠ 59, 147).
[32] Ἰακ. 5: 19-20.